Γράφει ο Παναγιώτης Κωστόπουλος.
Οι «κοινότητες», ένας αρχαιότατος θεσμός, λειτούργησαν ως «θεματοφύλακες» του ελληνισμού για πολλά έτη διασώζοντας τα ταυτοτικά και συνεκτικά του στοιχεία. Με την οριστική διάλυσή τους τα τελευταία χρόνια και την ταφόπλακα που μπήκε με την εφαρμογή των σχεδίων «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης», εντείνεται η προσπάθεια (στο πλαίσιο του επελαύνοντος εθνομηδενισμού) να αποκοπούμε από κάθε τι που μας συνδέει με τις παραδόσεις και τις αξίες που διέπουν το λαό μας.


Με την εξέλιξη της τεχνολογίας, την εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την «πρόοδο» η οποία συντελέστηκε (σε μια σειρά πραγμάτων), καταφέραμε και εμείς οι Έλληνες να «εκμοντερνιστούμε», για να μην μείνουμε πίσω από τον υπόλοιπο κόσμο. Σε μια εποχή με σωρεία προβλημάτων, σε μια Ελλάδα που φθίνει σε όλους τους τομείς, σε ένα κατεστραμμένο κράτος, σε μια αποσυντεθειμένη κοινωνία, λίγα πράγματα μπορούν ακόμα να μας αφήσουν μια ελπίδα, όσον αφορά στην κρατική και την εθνική μας υπόσταση. Είναι ορισμένες μορφές συλλογικότητας οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν ένα ανάχωμα στην κατηφόρα που έχουμε περιέλθει και να σταθούν εμπόδιο στον ατομισμό μας, την κίβδηλη κοινωνικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την αποχαύνωση της τηλεόρασης και την αποξένωση από τον συνάνθρωπο.

Αυτά τα λίγα, τα οποία διατηρούν και γιατί όχι συντηρούν ως κόρη οφθαλμού, τις παραδόσεις μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, καθώς και άλλα στοιχεία της ιδιοπροσωπείας μας τα οποία μας συνέχουν ως έθνος είναι από την μια οι Ενορίες και από την άλλη, διάφοροι σύλλογοι, πολιτιστικοί, τοπικοί, λαογραφικοί, χορευτικοί, εθνολογικοί κ.ά. Όλοι αυτοί, μπορούν να διατηρήσουν την έννοια και τη λογική των κοινοτήτων και καλούνται πλέον να παίξουν σημαίνοντα ρόλο, στη μνημονιακή Ελλάδα του 2017.

Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Από την αρχαιότητα οι Έλληνες συνήθιζαν να εγκαταβιούν σε οργανωμένες μορφές ζωής, τις Κοινότητες μέχρι που αυτές διαλύθηκαν, ακολουθώντας για χρόνια φθίνουσα πορεία. Το στενόχωρο είναι ότι οι Κοινότητες ακολούθησαν φθίνουσα πορεία κυρίως λόγω κεντρικής, κρατικής απόφασης (υπήρξε και ο αντικειμενικός λόγος της ραγδαίας αστικοποίησης). Κομβικό σημείο για την ουσιαστική διάλυσή τους, υπήρξε ο νόμος «περί δήμων», της 27ης Σεπτεμβρίου 1833/ 8ης Ιανουαρίου 1834[1]. Με αφορμή προφανώς αυτήν την αλλαγή και την εξέλιξή της, ο Δραγούμης από το 1907 (!) έλεγε «οι νομοθέτες συνέτριψαν την αυτοδιοίκηση που προϋπήρχε εδώ και χιλιάδες χρόνια και μας έντυσαν με ρούχα που δεν μας έρχονται»[2].

Οι Κοινότητες ανά τους αιώνες πήραν διάφορες μορφές και λειτούργησαν με ποικίλους τρόπους. Τα μέλη τους συνήθως είχαν ισχυρούς δεσμούς, οι οποίοι διέπονταν από ένα άγραφο εθιμικό δίκαιο. Με την κατάργησή τους και την λεβιαθανοποίηση του κράτους, οι σχέσεις των πολιτών έγιναν συμβατικές και πρόσκαιρες. Η πιο τραυματική εμπειρία της ανθρωπότητας λόγω της βιομηχανικής μετάλλαξης του πολιτισμού, ήταν η σταδιακή μεταβολή της ουσίας των ανθρωπίνων σχέσεων. Οι οικογενειακές σχέσεις υποκαταστάθηκαν από ένα ανώνυμο συμβατικό κοινωνικό σύστημα. Ό,τι κέρδισε η κοινωνία σε ελευθερία που της προσέδιδαν οι νόμοι του κράτους, το έχασε στην ατόφια εθιμική αλληλεγγύη[3]. Σ’ αυτό συμφωνεί και ο Γερμανός κοινωνιολόγος Tönnies που προσθέτει ως βάση της Κοινότητας την συγγένεια, την κοινή καταγωγή, την γεωγραφική προέλευση και την γειτνίαση. Ως στοιχεία συνοχής της δε, αναφέρει την ομόνοια, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τους κοινούς προγόνους, την κοινή εμπειρία και μνήμη και την θρησκεία[4].

Παραφράζοντας λίγο τον Tönnies, θα λέγαμε ότι στις Κοινότητες οι άνθρωποι ουσιαστικά παραμένουν ενωμένοι παρ’ όλα όσα τους χωρίζουν, ενώ στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις οι άνθρωποι ουσιαστικά είναι χωρισμένοι, παρ’ όλα όσα τους ενώνουν. Στις μέρες μας, με αρκετούς συμπολίτες μας να δυσκολεύονται ακόμα και για τα προς το ζην, μια εφαρμογή του Κοινοτικού συστήματος οργάνωσης, ίσως να τους αντιμετώπιζε διαφορετικά.

Το πιο σπουδαίο για τις Κοινότητες και συνάμα το πιο περιεκτικό, σκεπτόμενοι την πορεία τους, είναι αυτό που αναφέρει ο Μελετόπουλος. «Η κοινότητα υπήρξε βασικός συντελεστής διατήρησης της εθνικής ταυτότητας, ηθικής συγκρότησης και επαναστατικής αφύπνισης»[5].

Η Eνορία

Το κέντρο της Κοινότητας για πολλά χρόνια αποτελούσε η Ενορία. Γύρω απ’ αυτήν συγκεντρώνονταν τα μέλη της, ο ιερέας ήταν ο πνευματικός τους πατέρας και τα προβλήματα του ενός, ήταν προβλήματα όλων. Η ευχαριστιακή σύναξη των πιστών που λέγεται Ενορία, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τώρα που οι δεσμοί των προσώπων που ζουν στοιβαγμένα στις πολυκατοικίες, στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις, έχουν διαρραγεί σημαντικά και ο καθένας μας βιώνει την μοναξιά του ανάμεσα στο απρόσωπο πλήθος…

Η Ενορία δίνει ένα κοινό όραμα στους ενορίτες, με την μορφή μιας ελεύθερης αγαπητικής σχέσης που σκοπεύει σε μια κοινή περπατησιά, την κοινή πνευματική ζωή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, «Η ένταξη στην πνευματική ζωή, που οδηγεί στην κάθαρση και τον αγιοπνευματικό φωτισμό, είναι η βασική και κύρια υπόθεση της ζωής των πιστών μέσα στην Ενορία. Γιατί πνευματική ζωή, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, είναι η βασική προϋπόθεση και της αυθεντικής κοινωνικότητας για την λειτουργία της Ενορίας ως κοινότητας και κοινωνίας»[6].

Η Ενορία, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας βιώνει δύσκολες μέρες, μεριμνά ώστε να βοηθήσει τα εμπερίστατα μέλη της που έχουν ανάγκη, υλικά και πνευματικά. Οι δραστηριότητες των ενοριών ποικίλουν ανάλογα με το μέρος που βρίσκονται και το μέγεθός τους. Έτσι, μπορούμε να συναντήσουμε ενορίες που διαθέτουν κατηχητικά σχολεία, φιλόπτωχα ταμεία, συσσίτια, τράπεζες συγκέντρωσης τροφίμων και ρουχισμού και πολλά άλλα. Ακόμα και «ο καφές» στο πνευματικό κέντρο της Ενορίας μετά από κάποιο Μυστήριο ή την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, διατηρεί την κοινωνία και την ενότητα των πιστών, σφυρηλατεί τις σχέσεις τους και κάνει τους συμμετέχοντες να αισθάνονται ότι δεν είναι μόνοι στον πνευματικό αγώνα που διεξάγουν, πως δεν είναι οι μόνοι που είναι περήφανοι που πιστεύουν σε Θεό και πατρίδα.

Όσο προχωρούμε σε αποϊεροποίηση της ζωής μας και όσο οι πολιτικοί θα ψηφίζουν νομοσχέδια που διαλύουν την οικογένεια και πολεμούν την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, αντιλαμβανόμαστε τον μέγιστο ρόλο που μπορεί να έχει μια Ενορία ως κοινότητα και κέντρο της οργανωμένης ζωής μας, από τα μικρά χωριά, ως τις μεγαλουπόλεις.

Οι σύλλογοι

Το δεύτερο σκέλος της ανάλυσής, είναι οι διάφοροι σύλλογοι. Μέσα σ’ αυτούς, όπως προανέφερα, συμπεριλαμβάνονται οι πιο «βασικοί», όπως είναι οι πολιτιστικοί, τοπικοί, λαογραφικοί, χορευτικοί και εθνολογικοί.

Οι πολιτιστικοί σύλλογοι φροντίζουν για την διατήρηση του πολιτισμού μας. Οι τοπικοί σύλλογοι (Ποντίων, Σαρακατσάνων, Ευρυτάνων κ.ά.) διατηρούν την αγάπη στις ρίζες μας και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Οι λαογραφικοί σύλλογοι αναδεικνύουν το λαϊκό μας πλούτο. Οι χορευτικοί σύλλογοι με τους κύκλιους χορούς και την αυθεντική έκφραση συνέχειας της ελληνικής παράδοσης από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, δημιουργούν μια έξαρση στους συμμετέχοντες και τους κάνουν να νοιώθουν την ομαδικότητα. Τέλος, οι εθνολογικοί σύλλογοι που σκοπεύουν κυρίως στην ανάδειξη των χαρακτηριστικών του έθνους μας, μέσα από την συλλογή, διατήρηση και προβολή αντικειμένων και μαρτυριών που φωτίζουν την ιστορία του.

Αν προσπαθήσουμε να διακρίνουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά αυτών των συλλόγων, θα μιλούσαμε για κοινές ενασχολήσεις και κοινές αγωνίες που αναδεικνύουν τα στοιχεία που αποτελούν την ιδιοπροσωπία μας και την ταυτότητά μας και που μας θυμίζουν τις ρίζες μας. Αυτοί οι σύλλογοι θα μπορούσαμε να χαρακτηριστούν «μουσεία της παράδοσης», με την έννοια της διατήρησης και της ανάδειξής της και όχι της στατικότητάς της. Μιας παράδοσης ζωντανής η οποία θα λειτουργήσει ως θρυαλλίδα που θα πυροδοτήσει το σπάσιμο των τειχών που υψώνει η παγκοσμιοποίηση εναντίον της. Αυτό θα γίνει μέσα από την επικαιροποίηση του μηνύματος και του περιεχομένου της.

Προστιθέμενη αξία από την λειτουργία αυτών των συλλόγων μπορούμε να θεωρήσουμε τη μάχη που δίνουν, ενάντια στον ατομισμό και τον κοινωνικό αυτισμό που βιώνουμε, ψάχνοντας για συντροφιά στις οθόνες των τηλεοράσεων και των κινητών. Τα μέλη των συλλόγων επιδεικνύουν μια ιδιαίτερη συντροφικότητα και αξιοπρόσεκτη συλλογικότητα που δεν συναντάμε εύκολα στις μέρες μας. Στους συλλόγους αυτούς υπάρχει άθροισμα κοινών θελήσεων που επιθυμούν την συμμετοχή σε κοινωνίες προσώπων και όχι σε άθροισμα ατομικοτήτων, όπως έχει επικρατήσει στην κοινωνία μας.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη χαρά που δίνει στους συμμετέχοντες η συμμετοχή τους σε αυτούς τους συλλόγους. Ειδικά, στην εποχή των απόνερων των ετών της ψεύτικης ευμάρειας, των δανεικών που πέρασαν ανεπιστρεπτί, στην οποία οι χαρές είναι λιγότερες από τις λύπες, έχουμε μεγάλη ανάγκη αυτές τις «διαφυγές» από την αναπάντεχη και κουραστική καθημερινότητα.

Μεγάλη επιτυχία της στόχευσης αυτών των συλλόγων θα ήταν οι συμμετέχοντες να συνειδητοποιήσουν ότι, ως μέλη κάποιου υποσυνόλου (του συλλόγου) με κοινά χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Κοινότητα, ανήκουν στο ενιαίο (ακόμα) σύνολο, το ελληνικό έθνος. Αυτά, βέβαια, τα υποσύνολα, πηγάζουν από το πρώτο κύτταρο, την οικογένεια, που ρόλος της (θα έπρεπε να) είναι η διατήρηση των χαρακτηριστικών του μεγάλου συνόλου, του έθνους.

Στη σημερινή αποικία χρέους, που λέγεται Ελλάδα, το πεδίο του πολιτισμού με το οποίο σχετίζονται οι προαναφερθέντες σύλλογοι μπορεί να αποτελέσει ένα τελευταίο ανάχωμα στη διατήρηση της ταυτότητάς μας και της ίδιας μας της υπόστασης ως έθνος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το μόνο σίγουρο είναι πως η αποτίμηση της λειτουργίας των Κοινοτήτων στην Ελλάδα, μόνο θετική μπορεί να είναι, με τα όποια αρνητικά της. Μόνο έτσι μπορούμε να επιβιώσουμε: όταν το κοινό καλό θα μπει πάνω απ’ το ατομικό συμφέρον.

Με την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων της κάθε παρδαλής μειονότητας, ξεχάσαμε ότι υπάρχουν συλλογικά δικαιώματα και ότι κάποιοι είναι διατεθειμένοι να τα προφυλάξουν και να τα υπερασπιστούν. Υπάρχουν ορισμένοι που επιμένουν ελληνικά, που πιστεύουν σε σημαία και σταυρό, που δεν είναι εαυτοφοβικοί και δεν αναζητούν μανιωδώς τα φώτα της πεφωτισμένης «εσπερίας», διακατεχόμενοι από ένα είδος «κοσμοπολίτικου πιθηκισμού» που έλεγε ο Κονδύλης[7], αλλά τονίζουν και αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά του έθνους και του λαού τους. Κάποιοι που δεν θέλουν να σβηστεί η Ελλάδα από τον χάρτη, ούτε να χαθεί στην χοάνη της παγκοσμιοποίησης.

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι κατά τα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς οι Κοινότητες μαζί με την Εκκλησία αποτέλεσαν τον κυριότερο θεσμό πολιτικής και διοικητικής οργάνωσης αλλά και αντίστασης του υπόδουλου Ελληνισμού, μπορούμε να πούμε ότι στις μέρες της οικονομικής υποδούλωσης και της πολιτισμικής παρακμής που βιώνουμε η «λύση» μπορεί να έρθει πάλι μέσα από την αναβίωση του ρόλου των Κοινοτήτων. Ενορίες και Σύλλογοι, ας σαλπίσουν το εγερτήριο σάλπισμα που θα μας οδηγήσει στο δρόμο για το μέλλον, δρόμο που περνά υποχρεωτικά από την επιστροφή στις ρίζες μας!
Παναγιώτης Κωστόπουλος
Πάτρα, 12/06/2017
Αντίβαρο

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.