Εκείνη η βαριά ήττα, στήν Εκκλησιά τής Παναγίας τού Άργους κλόνισε πάλι τό ηθικό τών Ελλήνων στρατιωτών. Αλλά καί η διχόνοια καλά κρατούσε σέ τέτοιες τρομερές στιγμές κινδύνου. Γιά νά καταλάβουμε τά πάθη τής εποχής καί τό μίσος τών προεστών κατά τού Κολοκοτρώνη, αρκεί νά παραθέσουμε απόσπασμα από μία επιστολή πού έστειλε ο Νικόλαος Δεληγιάννης πρός τόν αδελφό του Κανέλλο: “Ηττήθημεν. Ας έχη δόξαν ο Θεός. Άλλως άν νικώμεν, ο Δήμος (χλευαστικό παρατσούκλι τού Κολοκοτρώνη) εγίνετο βασιλεύς”.


Πώς θυμίζει τήν ήττα τού Ρωμανού στό Μάντζικερτ, τήν οποία επεδίωξε τό παλάτι γιά νά μπορέσει στή συνέχεια νά εξοντώσει τόν άτυχο αυτοκράτορα! Ο εσωτερικός εχθρός είναι αυτός πού τρώει τήν πατρίδα καί όχι ο εξωτερικός. Διαχρονικά…

Εν τώ μεταξύ οι κλεισμένοι στό φρούριο είχαν αρχίσει νά υποφέρουν από τή δίψα. Είχαν απομείνει μόνο 250 υπερασπιστές, καθώς οι υπόλοιποι είχαν κατορθώσει νά φύγουν έπειτα από έναν αντιπερισπασμό πού είχε κάνει ο Πλαπούτας στίς 16 Ιουλίου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί μέ τόν Γεώργιο Μαυρομιχάλη καί τόν Πάνο Κολοκοτρώνη ήταν ανάμεσα σέ εκείνους πού βγήκαν από τό κάστρο τής Λάρισας τού Άργους.

Τό βράδυ τής 23ης Ιουλίου 1822, ο Κολοκοτρώνης επιχείρησε νυχτερινή επίθεση στούς πολιορκητές από τέσσερα σημεία. Τό σώμα τού Πλαπούτα πού επιτέθηκε στόν Προφήτη Ηλία κατόρθωσε νά αντιμετωπίσει μέ επιτυχία 4000 ιππείς τού εχθρού, δίνοντας έτσι τήν ευκαιρία στούς αμυνομένους νά βγούν από τό φρούριο καί νά ενωθούν μέ τούς υπόλοιπους. Τήν επομένη τό πρωΐ οι Τούρκοι εισήλθαν στό φρούριο καί δέν βρήκαν ούτε θησαυρούς, ούτε ζωοτροφές, ούτε Έλληνες, πλήν ενός ο οποίος είχε αποκοιμηθή καί δέν αντιλήφθηκε τήν έξοδο τών συντρόφων του. Ο Ρωμιός φόρεσε τούρκικα ρούχα, έβαλε στό κεφάλι του ένα κακάβι (μικρό κατσαρόλι) καί ανακατεύτηκε μέ τό πλήθος τών Τούρκων. Οι μεμέτηδες τόν θεώρησαν ότι ήταν κάποιος από τούς δικούς τους πού κουβαλούσε λάφυρα καί δέν τού έδωσαν σημασία.

Η κατάληψη τού κάστρου από τόν Δράμαλη δέν βελτίωσε καθόλου τίς συνθήκες πού επικρατούσαν στό στράτευμά του. Είχε καθυστερήσει τόσες μέρες στόν αργολικό κάμπο καί οι στρατιώτες υπέφεραν από τήν έλλειψη νερού καί τροφών, ενώ τά 25000 άλογα καί τά άλλα τόσα μουλάρια είχαν μεγαλύτερο πρόβλημα καθώς η ξηρασία είχε ερημώσει τή γή καί δέν μπορούσαν νά βρούν ούτε βοσκή, ούτε νερό. Αντίθετα οι Έλληνες στρατιώτες είχαν αφθονία τροφών, ενώ είχαν τυχαία ανακαλύψει στό χωριό Κεφαλάρι καί μία πηγή από τήν οποία έτρεχε άφθονο καθαρό νερό. Αυτό τό περιστατικό τό απέδωσαν σέ θαύμα από τήν Παναγία, τήν “Τύχη τής πατρίδος μας”, όπως τήν αποκαλούσε ο Γέρος τού Μοριά.

«Οι Τούρκοι έρριχναν βόμβες από τό Άργος καί έβαναν δύο κανόνια από μία ράχη καί επολιορκούσαν τό Παλιόκαστρο (κάστρο τού Άργους). Οι κλεισμένοι δέν είχαν τίποτε μέσα καί ήτον στενοχωρημένοι (υπόφεραν από τή δίψα). Στές 20 Ιουλίου 1822, στήν ημέραν τού Αγίου Ηλία, έκραξα τά στρατεύματα εις τούς Μύλους τούς αργίτικους καί τούς ομίλησα δύο ώρες: “Νά πολεμήσομε, νά βγάλομε τούς κλεισμένους, οι Τούρκοι είναι όλοι σαβούρα”.

Απεφάσισα νά κτυπήσωμε τό βράδυ από όλες τές μεριές τούς Τούρκους, διατί δέν ημπορούσε νά πάγει άνθρωπος νά τούς ιδεί, αλλ’ ό,τι έκαναν τά σινιάλα. (Οι συνεννοήσεις γίνονταν μέ φωτιές, διότι δέν μπορούσε νά διαπεράσει κανένας Έλληνας τόν κλοιό τών πολιορκητών). Τότενες, διατάττω τές επαρχίες νά κτυπήσουν τόν εχθρό εις τήν θέση καθεμιά πού είχε. Τότε καί τόν Κολιόπουλο (Δημήτριο Πλαπούτα) καί τούς Αρκαδιανούς (αγωνιστές από τήν Τριφυλία) τούς έβαλα εις τό κέντρον, νά κτυπήσουν τούς Τούρκους οπού είχαν τά κανόνια. Καί οι Αρκαδιανοί καθώς επήγα τό βράδυ καί εκτύπησα από όλες τές μεριές, επήγαν καί εχάλασαν μέ τά πόδια τά ταμπούρια.

Αναχωρούν πάλιν διά νυκτός, διότι οι άλλοι Έλληνες δέν εκινήθησαν, εκείνοι έμειναν ακόμη κλεισμένοι εις τό Παλιόκαστρο. Τήν άλλην ημέρα εστενοχωρήθηκα διά τούς μέσα, νά μή βλαφθούν. Έκαμα ένα στρατήγημα: νά πάμε όλοι ολοτρόγυρα νά αδειάσομε από δύο τουφέκια, νά κάμομε φανό καί εκείνοι νά κάμουν τρόπο νά έβγουν από τό Παλιόκαστρο. Έτζι εζυγώσαμε κοντά, εκείνοι εβγήκαν τότε αβλαβείς από τό Παλιόκαστρο καί άφηκαν μέσα ένα ασκί τυρί, καί εβγήκαν όλοι εις τούς Μύλους τού Άργους υγιείς. Τήν αυγήν μπαίνουν οι Τούρκοι στό Κάστρο καί δέν εύρισκαν ουδέν. (Έτσι έγινε η έξοδος από τό κάστρο τού Άργους).

Τά στρατεύματα τήν αυγήν βγαίνουν καμμιά δεκαριά χιλιάδες καβαλλαραίοι καί βγαίνουν εις τούς Μύλους τούς αργίτικους (Κεφαλάρι Άργους) νά ιδούν. Βλέποντας ημείς τήν καβαλλαρία, εγώ έκαμα τούς δικούς μου κολόνα εις τούς πρόποδας τού λόφου καί κατέβηκαν καμμιά εικοσαριά καβαλλαραίοι καί έκαμαν ακροβολισμούς εις τούς κάμπους, διότι οι Τούρκοι εβγήκαν νά ιδούν, όχι νά κάμουν πόλεμο. Εγύρισαν εις τά αμπέλια, ότι ήτον προβαλμένα τά σταφύλια καί επήραν.

Δίδαξα τά στρατεύματα εις τούς Μύλους τούς αφεντικούς (Ναυπλίου) νά πιάσουν εκεί καί νά ανάψει από καθένας 20 φωτιές, καί τό Τριπολιτζώτικο τό έβαλα αντίκρυ εις τές ράχες νά κάμουν καί αυτοί τό ίδιο. Ο Κολιόπουλος μέ τό στράτευμά του νά πιάσει τό Σκηνοχώρι ανάμεσα εις τές δημοσιές πού πάνε εις τήν Τριπολιτζά. Βλέποντας οι Τούρκοι ότι τόσες φωτιές ολοτρόγυρα, απεφάσισαν ότι δέν ημπορούν νά περάσουν διά Τριπολιτζά. Είχαν έλλειψη από τροφάς, διότι ο Τζόκρης είχε κάψει μπροστύτερα τόν κάμπον τού Άργους.

Έκαμαν συμβούλιο νά γυρίσουν πίσω στήν Κόρθο, ν’ απεράσουν στή Βοστίτζα, νά πάνε στή Γαστούνη διά τροφάς, διότι δέν είχαν. Εγώ έκαμα συνέλευση μέ όλους τούς οπλαρχηγούς εις τούς Μύλους τούς αργίτικους (Κεφαλάρι Άργους), τούς είπα: “Οι Τούρκοι θέ νά γυρίσουν οπίσω κατά τήν Κόρθο. Τό βλέπουν ότι από εδώ δέν ημπορούν νά περάσουν, μόνον σταθήτε εδώ νά πάγω νά πιάσω τό Δερβενάκι, διατί οι Τούρκοι θά απεράσουν”.

Αφήνω τόν Γιατράκο τόν Παναγιώτη εις τά σώματα οπού ήτον εις τούς Μύλους, καί αυτοί δέν ήθελαν, έλεγαν νά κάτζω εγώ, τούς έλεγα νά πάγουν αυτοί. Αναχώρησα γιά νά πιάσω τό Δερβενάκι, από εκείθε ήμουν βέβαιος, ότι θά περάσουν καί όχι από τήν Τριπολιτζά. “Ο Κολοκοτρώνης, έλεγε ο Πετρόμπεης, πάγει κλέφτης εις τά βουνά”. (Ο Κολοκοτρώνης διαφώνησε μέ τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όσο αφορά τήν πορεία πού θά ακολουθούσε ο Δράμαλης. Ο Μανιάτης επέμενε ότι ο Δράμαλης θά κινηθεί πρός τήν Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης, ορθώς είχε προβλέψει ότι ο Δράμαλης θά γύριζε πίσω πρός τήν Κόρινθο γιά νά ανεφοδιάσει τό στρατό του καί έτσι αποφάσισε νά τόν περιμένει στά Δερβενάκια. Τελικά ο Μαυρομιχάλης θά κρατούσε 6000 στρατό καθηλωμένο στούς Μύλους καί δέν θά συμμετείχε στή μάχη πού θά επακολουθούσε).»

Άπαντα Κολοκοτρώνη – Τόμος Α’

Από συνομιλίες μέ Αλβανούς στρατιώτες, οι Έλληνες είχαν αντιληφθεί τήν απόγνωση τού Δράμαλη. Ο μουσουλμάνος στρατηγός ήταν τελείως αποκομμένος από τό στρατηγείο τού Χουρσίτ στή Λάρισα καί δέν είχε καμμία ελπίδα γιά νά τροφοδοτήσει τό στρατό του μέ τά αναγκαία. Πήρε λοιπόν τήν ταπεινωτική απόφαση νά γυρίσει πίσω στήν Κόρινθο, ενώ στήν Πόλη ο σουλτάνος πανηγύριζε τήν καταστροφή τών γκιαούρηδων! Ούτε καί οι αγγελιοφόροι πού έστελνε στόν Χουρσίτ δέν κατάφερναν νά περάσουν τίς ενέδρες πού έστηνε ο Ανδρούτσος στήν Ρούμελη μέ αποτέλεσμα νά μένει τελείως απληροφόρητος γιά τίς κινήσεις τού τουρκικού στόλου, μέ τόν οποίο είχαν ορίσει τόπο συνάντησης τό Ναύπλιο.

Άγαλμα του Θ.Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια

Άγαλμα του Θ.Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια

Στίς 24 Ιουλίου 1822, ο Δράμαλης έστειλε 6000 ιππείς στό Κεφαλάρι γιά νά εξακριβώσει τίς διαθέσεις τών Ελλήνων. Οι Έλληνες μέ επικεφαλής τόν Δημήτρη Παπατσώνη, τόν Κώτσο Βούλγαρη, τόν Κωνσταντίνο Παλαμήδη, τόν Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τόν Πάνο Κολοκοτρώνη καί τόν Δημήτριο Τσώκρη, οχυρώθηκαν στούς γύρω λόφους καί τούς υποδέχτηκαν μέ πυροβολισμούς. Οι Τούρκοι όμως είχαν έρθει μόνο γιά νά εποπτεύσουν καί επέστρεψαν στό Άργος.

Ο πασάς είχε πάρει τήν απόφασή του, αλλά έπρεπε νά ξεγελάσει τούς γκιαούρηδες γιά τίς πραγματικές του προθέσεις. Έτσι ανέθεσε σέ ένα Χριστιανό προδότη αυτή τήν αποστολή. Πράγματι, ο γραμματικός τού Δράμαλη Παναγιώτης Μανούσος έφθασε στό Κεφαλάρι μέ γραφή από τό Δράμαλη, μέ τήν οποία ο Τούρκος σερασκέρης προσκαλούσε τούς ραγιάδες νά παραδώσουν τά άρματα υποσχόμενος “εν ονόματι τού θεοστήρικτου καί πολυεύσπλαχνου σουλτάνου”, πλήρη αμνηστεία. Εμπιστευτικά όμως ο προδότης Μανούσος βεβαίωσε τούς Έλληνες στό όνομα τού Χριστού καί τής Παναγίας, ότι ο Δράμαλης είχε σκοπό νά κινηθεί πρός τήν Τριπολιτσά καί νά κλείσουν τά περάσματα. Όλοι τόν πίστεψαν πλήν ενός. Εκείνος πού είχε ζήσει τίς προδοσίες τών Ελλήνων είκοσι χρόνια πρίν, όταν τόν κυνηγούσαν οι προεστοί, οι παπάδες καί οι Τούρκοι, δέν έδωσε πίστη στά λόγια τού λακέ τού Δράμαλη.

Στό συμβούλιο πού επακολούθησε φυσικά ξαναέγινε τσακωμός καί ο Κολοκοτρώνης μόνος μέ τά παλληκάρια του έφυγε γιά τή Νεμέα. Ο Μαυρομιχάλης μέ τούς δικούς του δέν ακολούθησε. Στίς 26 Ιουλίου 1822, ημέρα Τετάρτη ο Κολοκοτρώνης μέ τήν ανατολή τού ηλίου άρχισε νά μετράει τούς στρατιώτες του γιά νά τούς ορίσει τίς θέσεις τους. Εκείνη τήν ώρα οι βίγλες ανάψανε φωτιές στίς ράχες τών βουνών. Τό τούρκικο ασκέρι είχε βγεί από τό Άργος καί κατευθυνόταν πρός τήν Κόρινθο. Μία μέρα νά καθυστερούσε ο Κολοκοτρώνης νά φτάσει στή Νεμέα καί ο Δράμαλης θά έφτανε ατουφέκιστος στήν Κόρινθο.

Ο δημόσιος ή αφεντικός λιθόστρωτος δρόμος (καλντερίμι από τό βυζαντινό καλιδρόμιον), πού οδηγούσε στήν Κόρινθο ήταν κατάλληλος γιά νά τόν διαβεί τό μεγάλο ασκέρι τού αλαζόνα πασά. Αυτόν θά ακολουθούσε ο Δράμαλης καί όχι τά δύσβατα μονοπάτια. Καί αυτός ο δρόμος περνούσε από τά Δερβενάκια, ανατολικά από τή Νεμέα. Στά Δερβενάκια λοιπόν θά έστηνε τήν παγίδα ο αρχηγός, ο οποίος χωρίς νά χάσει καιρό, ανέβηκε στήν οροφή ενός σπιτιού καί μίλησε στά παλληκάρια του.

<strong«Έλληνες, σήμερα=”” εγεννήθημεν=”” καί=”” θά=”” πεθάνωμεν=”” διά=”” τήν=”” σωτηρίαν=”” τής=”” πατρίδος=”” μας<=”” strong=””>καί διά τήν εδικήν μας. Ιδού τί πρέπει νά κάμετε, αμέσως νά πάτε στά κονάκια σας νά πάρετε τό ταΐνι (τροφή) σας. Εδιάταξα νά σάς δοθή καθώς καί τά φουσέκια, αλλά νά ήσθε έτοιμοι στό γελέκι (χωρίς αποσκευές) όλοι οι δυνατοί. Τούς δέ αδύνατους καί τά περιττά πράγματα, τά ζώα καί ταίς καπόταις σας νά τά στείλετε εις τό αντικρυνό βουνό τού Αγίου Γεωργίου, όπου εδιέταξα νά πάν καί τά δικά μου πράγματα. (Σέ εκείνο τό βουνό ο Κολοκοτρώνης μετακινούσε τά μουλάρια διαρκώς ώστε νά φαίνεται από μακρυά μεγάλη δύναμη καί νά στραφούν οι Τούρκοι στίς Χρυσοκουμαριές πού τούς περίμεναν κρυμμένοι οι άντρες τού Αντώνη Κολοκοτρώνη καί τών υπολοίπων).

Απόψε ήλθεν η Τύχη τής πατρίδος μας (εννοεί τήν Παναγία) καί μού είπεν ότι είμεθα νικηταί τόσον πολύ, όπου άλλην νίκην καλλιτέραν από τήν σημερινήν δέν εκάναμεν, αλλ’ ούτε θέλομεν κάμει. Έχω τόσην βεβαιότητα νά σάς ειπώ νά μήν πάρετε ούτε τά άρματά σας, διά νά πάρωμεν τών Τούρκων. Σήμερα ο καθείς από εμάς θά καταδιώκη πολλούς, θά πάρητε λάφυρα πολλά καί τούς θησαυρούς τού Αλή πασιά θά τούς μοιράσετε μέ τό φέσι τά φλωριά. Τά χρήματα πού έχουν οι Τούρκοι είναι χρήματα χριστιανικά. Τά είχεν ο τύραννος τής Ηπείρου παρμένα από τούς αδελφούς μας. Ο Άγιος Θεός μάς τά έστειλε καί είναι κελεπούρι δικό μας.

Αύριον αυτήν τήν στιγμήν θά σάς ιδώ όλους μέ τ’ άρματα τών Τούρκων, μέ τ’ άλογά τους, λαμπροφορεμένους μέ τά ρούχα τους. Ο Θεός είναι μέ ημάς νά μή σάς μέλλη τίποτε, πηγαίνετε νά ετοιμασθήτε καθώς σάς είπα καί νά ελθήτε εδώ όλοι νά ξεκινήσωμεν μαζί.»

Απομνημονεύματα Φωτάκου

Ο αρχηγός έστειλε αμέσως επιστολές γιά ενισχύσεις, αλλά τά μηνύματα δέν έφτασαν εγκαίρως στόν προορισμό τους. Εν τώ μεταξύ, ο Κολοκοτρώνης μέ τό κυάλι του προσπαθούσε νά μαντέψει τήν ακριβή πορεία τού εχθρού. Έστειλε τόν Φωτάκο (Φώτιο Χρυσανθόπουλο) νά δεί πόσες κολώνες είναι ο εχθρός. Ο Φωτάκος έτρεξε μέ τό άλογο καί είδε ότι μία κολώνα τού εχθρού κατευθυνόταν πρός τά Δερβενάκια καί έριξε έναν πυροβολισμό, όπως είχαν συνεννοηθεί.

Μόλις άκουσε τόν κρότο από τήν πιστόλα τού Φωτάκου, ο Κολοκοτρώνης έβαλε τόν Γεώργιο Δημητρακόπουλο μέ 700 Αλωνιστιώτες στό Αγριλόβουνο, (ονομασία πού πήρε από τίς πολλές άγριες ελιές πού είχε). Απέναντι στό Παναγόβουνο έστειλε άλλους 700 Δημητσανίτες μέ αρχηγούς τούς Αντώνη Κολοκοτρώνη, Ζάκκα καί Ζέρβα, κλείνοντας καί από τίς δύο πλαγιές τό στενό τών Δερβενακίων. Στό Παληόχανο καί στίς Χρυσοκουμαριές έβαλε 800 άνδρες καί τούς έκρυψε μέσα στά χαμόκλαδα καί τούς θάμνους, ώστε νά μήν διακρίνονται καθόλου από τόν εχθρό. Δυτικότερα στό χωριό Ζαχαριά, οχυρώθηκαν 150 άνδρες υπό τόν ιερέα Δημήτριο Χρυσοβιτσιώτη.

«Οι Τούρκοι εβγαίνανε από τό Κάστρο (Λάρισα Άργους) καί οι ομπροστινοί εκαρτερούσαν νά συναχθούν όλοι. Όσο νά συναχθούν οι Τούρκοι, έβαλα τές σημαίες καί τά ζώα καί καπότες (κάπες), τά έβαλα όλα εις μία ράχη, διά νά νομίσουν, ότι εκεί είναι οι πολλοί στρατιώτες καί νά κάμουν κάτω, νά μήν έλθουν επάνω μας καί μάς χαλάσουν. Εγώ εστεκόμουν μέ δέκα ανθρώπους στήν κορφή, οι ψυχογιοί μέ τά μουλάρια αράδα. (Ο στρατός ήταν τόσο μεγάλος, ώστε ενώ η εμπροσθοφυλακή είχε πλησιάσει στά Δερβενάκια, η οπισθοφυλακή έβγαινε από τήν πόλη τού Άργους. Ο Κολοκοτρώνης ήταν σέ μία πλαγιά χωρίς στρατιώτες καί είχε βάλει πολλά μουλάρια στήν κορυφή σκεπασμένα μέ κάπες καί τά πηγαινοέφερνε ώστε νά φαίνεται ότι υπάρχει ισχυρός στρατός σέ εκείνο τό σημείο).

Τού δέ Νικήτα ο πεζός τού είπε, ότι εβγήκαν οι Τούρκοι, καί όχι ότι έρχονται ν’ απεράσουν εις τό Δερβενάκι. Οι Κορίνθιοι εσκόρπισαν. Ο Κολιόπουλος (Δημήτριος Πλαπούτας) έξι ώρες αλάργα, ενύκτωσε έως νά πάγει εκεί ο πεζός. (Ο Κολοκοτρώνης έστειλε αγγελιοφόρους νά ειδοποιήσουν τόν Νικηταρά, τόν Πλαπούτα καί τόν Παπανίκα μέ τούς Κορίνθιους, αλλά αυτοί δέν εξετέλεσαν σωστά τήν αποστολή τους. Δυστυχώς η αναρχία καί η έλλειψη πειθαρχίας είχαν ως αποτέλεσμα νά μήν συγκεντρωθούν τά στρατεύματα πού έπρεπε. Μόνο ο Νικηταράς κατάφερε καί ήρθε τήν τελευταία στιγμή καί κτύπησε τούς Τούρκους στόν Άγιο Σώστη).

Στές 3 η ώρα συνάχθηκαν όλοι οι Τούρκοι, καί οι πασάδες ήτον στήν πίσω μεριά. Οι δέ έξι χιλιάδες, πού ήταν εις τούς Μύλους, δέν είχαν βάρδια διά νά ιδούν, ότι άδειασε τό Άργος, νά έλθουν από κοντά. (Οι άνδρες τού Πετρόμπεη δέν κουνήθηκαν από τούς Αργίτικους Μύλους ή Κεφαλάρι, γιά νά έρθουν νά βοηθήσουν στά Δερβενάκια. Αν κτυπούσε καί ο Πετρόμπεης η συντριβή τού Δράμαλη θά ήταν ακόμα μεγαλύτερη).

Οι 4 κολόνες τούς είχα τεμπίχι (προειδοποίηση), νά μήν κάμουν αρχή πολέμου, παρά αφού ακούσουν τά δέκα τουφέκια, καί έτζι εστέκονταν. Οι Τούρκοι, σάν εσυνάχθηκαν όλοι, διέταξε ο πασάς νά κινήσει η μπροστέλα. Καί έτζι οι Τούρκοι εξεκαβάλικαν διά τόν τόπο καί εκίνησαν μέ τά πόδια, καί ο Αντώνης ήτον ταμπουρωμένος. Ο Αντώνης εκτύπησε, αφού έφθασαν εκατό βήματα οι Τούρκοι καί εκράτησαν καμμιά δεκαριά Τούρκους. Εκείνοι έδωσαν τές πλάτες καί έκαμαν κατά τόν Άγιο Σώστη, καί εκεί είναι ρεύματα, καί επήρε τό ασκέρι τό τούρκικο τές ράχες. (Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης κτύπησε από τήν Παναγοράχη τούς Τούρκους καί τούς έκλεισε τά Δερβενάκια καί έτσι αυτοί στράφηκαν μέσω ενός στενού περάσματος πρός τόν άλλον δρόμο πού περνούσε από τό μοναστήρι τού Αγίου Σώστη).

Ο Αντωνάκης δέν έπεσε κοντά εις εδαύτους, παίρνει ένα μπαϊράκι μέ τριάντα νομάτους καί πέφτει εις τόν Άγιο Σώστη εμπρός, οι Τούρκοι εγένηκαν τρείς κολόνες, μία οπίσω, οι πασάδες, μία στήν μέση, η άλλη κατά τόν Αντωνάκη. Έως 10000 εκίνησαν κατά τόν Αντωνάκη. Οι τριάντα εσκότωσαν πολλούς, δύο μόνον εσκοτώθηκαν, ανίψια μου. (10000 Τούρκοι πού είχαν περάσει από τό στενό τού Αγίου Σώστη, αφού είχε κοπεί ο δημόσιος δρόμος τών Δερβενακίων, κατάφεραν καί βγήκαν στήν πεδιάδα τής Κουρτέσας καί από εκεί πήγαν στήν Κόρινθο).

Ακούοντας ο Νικήτας, ο Υψηλάντης, ο Φλέσσας, έφθασαν εις τόν Άγιο Σώστη καί έπιασαν τόν δυνατότερον τόπον εις τόν Άγιο Σώστην. Τό μεσιανό στράτευμα όπου εσκότωναν οι Έλληνες, έδωσε νά περάσει καί εκείνο, καί έπεσεν εις τόν Νικήτα. Εκεί εσκότωσαν έως 1000. (Όταν ήρθε ο Νικηταράς, έπιασε τόν Άγιο Σώστη κλείνοντας καί αυτό τό πέρασμα, αναγκάζοντας τούς πασσάδες νά γυρίσουν πίσω στήν Γλυκειά, τή σημερινή Τίρυνθα).

Επέρασε καί αυτήνη η κολόνα κατά τήν Κουρτέσα καί έσμιξε μέ τούς αλλουνούς, οι δέ πασάδες πού έμειναν οπίσω ενύκτωσε καί δέν ημπόραγαν ν’ απεράσουν. Ομίλησαν τούς Έλληνας καί τούς είπαν: “Ποιός καπετάνιος ομπροστά;” αποκρίθηκε ένας παπάς από τό Χρυσοβίτζι: “Ο Κολοκοτρώνης είναι”

Άπαντα Κολοκοτρώνη – Τόμος Α’

Ο Γέρος γιά νά μειώσει τίς πιθανότητες αλλαγής πορείας τών Τούρκων πρός τή Νεμέα όπου δέν υπήρχαν μεγάλες δυνάμεις, τοποθέτησε σέ ένα ύψωμα δυτικά τού Ζαχαριά, πολλά υποζύγια μέ τίς κάπες καί τά κόκκινα φέσια τών αγωνιστών, τά οποία από μεγάλη απόσταση έδιναν τήν εντύπωση πολυάριθμου στρατεύματος. Ακολούθησε δέηση στή Θεοτόκο καί τήν Αγία Παρασκευή πού γιόρταζε από τόν ιερέα Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο καί έπειτα ο Έλληνας αρχιστρατηγός έδωσε αυστηρή διαταγή πρός όλα τά τμήματα νά περιμένουν νά δώσει αυτός τό σύνθημα γιά νά ανάψουν φωτιά τά τουφέκια τους.

Η εμπροσθοφυλακή τού Δράμαλη μπήκε στά Δερβενάκια καί προχώρησε πρός τό Παληόχανο, τό απόγευμα τής ίδιας μέρας. Οι προπορευόμενοι ήταν Αλβανοί, δηλαδή οι καλύτεροι μαχητές τού οθωμανικού στρατού, οι οποίοι καί ζήτησαν από τόν Κολοκοτρώνη νά τούς αφήσει νά περάσουν. Ο αρχηγός καθυστερούσε νά απαντήσει γιά νά πέσει λίγο ο ήλιος καί νά τόν έχουν απέναντί τους οι Τούρκοι, αλλά καί γιά νά έρθει μεντάτι ο Νικηταράς, πού βρισκόταν στό χωριό Στεφάνι.

«Τότε ο αρχηγός έβαλε τήν φωνήν. “Επάνω τους Έλληνες καί μή φοβάστε, σκοτώστε όσους θέλετε από δαύτους”.

Αφού άκουσαν οι κρυμμένοι εις τά χαμόκλαδα τήν φωνήν τού αρχηγού ο καθένας έρριχνε τά τουφέκια των ώστε όλο τό πλάγι εκάπνισε καί εφώναζαν όλοι επάνω τους. Οι Τούρκοι βλέποντες τήν χωσιά (ενέδρα) έστριψαν ευθύς ταίς πλάταις όλοι καί ετραβούσαν κατά τόν Άγιον Σώστην. Τότε ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο γέρο Μάρκος Κολοκοτρώνης, οι σωματοφύλακες τού αρχηγού καί οι Αρκουδορεματίτες επήραν τόν ζυγόν καί τό βουνό Πανάγο, από δίπλα τών Αλβανών διά νά μή πάρουν οι Τούρκοι τήν ράχην καί πέσουν εις τόν δημόσιον δρόμον, ο οποίος πάει εις τήν Κουρτέσαν.

Αι φωναί τού αρχηγού, “βάρτε τους”, έκαμαν τούς στρατιώτας νά κυνηγήσουν τούς Τούρκους εις όλην τήν ρεμματιάν καί τό πλάγι διά νά πάν εις τόν Άγιον Σώστην. Δέν δυνάμεθα νά περιγράψωμεν τόν θρήνον καί ταίς φωναίς τών Τούρκων. Όλοι Τούρκοι καί Έλληνες ανεκατώθησαν καί όποιος εδύνατο εσκότωνε τόν άλλον. Οι Τούρκοι από τήν πολλήν τους βίαν νά κολλήσουν τό βουνόν καί όταν εύρισκαν καμμίαν αντίστασιν από τούς Έλληνας, είτε απαντούσαν κανένα τόπον κρημνώδη καί δύσβατον, άφηναν όλα τους τά πράγματα, τά άλογά των καί τά φορτηγά ζώα των.

Τέλος πάντων οι εμπροστινοί Τούρκοι έφθασαν εις τόν Άγιον Σώστην καί εκαθάρισε ο δημόσιος δρόμος (Δερβενάκια), ο οποίος βγαίνει από τήν ρεμματιά εις τόν κάμπον εις τό Χαρβάτι (Μυκήνες). Οι πασιάδες όμως όλοι καί ο ίδιος Δράμαλης μέ 7000 καβαλαραίους, μέ ταίς 500 καμήλαις των καί μέ τά φορτηγά των ζώα καί τά κανόνια, ταίς μπάλαις καί όλαις ταίς αποσκευαίς τού πολέμου, καί τούς αρρώστους των έμειναν πίσω καί ούτω τό τουρκικόν στράτευμα εχωρίσθη εις δύο. Οι μέν ετράβηξαν νά περάσουν τόν Άγιον Σώστην καί οι Έλληνες, άλλοι μέν τούς ετουφέκιζαν από πίσω από ταίς πλάταις, ο δέ Αντώνης Κολοκοτρώνης καί λοιποί έπιασαν τόν ζυγόν καί δέν τούς άφησαν νά γύρουν τήν άλλην πλευράν τού βουνού, αλλά τούς έσπρωξαν κατά τόν Άγιον Σώστην πού είναι μονοπάτι στενό. Εδώ οι Τούρκοι ηύραν τόν τόπον αφύλακτον καί επέρασαν κοντά 10000 πεζοί καί καβαλαραίοι.»

Απομνημονεύματα Φωτάκου

Όταν ξέσπασε η φωτιά καί τό τουφεκίδι, οι Τουρκαλβανοί αιφνιδιάστηκαν. Δυσκίνητοι καθώς ήταν μέσα στό πλήθος τών αμαξών καί τών υποζυγίων δέν είχαν τήν άνεση νά κινηθούν μέσα στό φαράγγι. Οι Έλληνες ξεχύθηκαν μέ τά γιαταγάνια γυμνά από τίς πλαγιές τών δύο βουνών (Αγριλόβουνο καί βουνό Πανάγου) καί έκλεισαν τόν δρόμο τών Δερβενακίων, μέ αποτέλεσμα οι εχθροί νά ψάξουν γιά διέξοδο στό δρόμο πού περνούσε από τό μοναστήρι τού Αγίου Σώστη, λίγο ανατολικώτερα. Οι περισσότεροι από αυτούς χάθηκαν στή θέση Ανεμόμυλος, όπου τούς συνέτριψε τό σώμα τού Αντώνη Κολοκοτρώνη.

Εκεί πού έβλεπε μέ τό κυάλι του ο Κολοκοτρώνης τήν εξέλιξη τής μάχης, είδε ένα νεαρό τσοπάνη πού σταυροκοπιόταν καί έλεγε.

– “Παναγιά μου βοήθησέ μας”.

– “Τί κάνεις εκεί ωρέ; Τράβα νά σκοτώσης Τούρκους.”

– “Δέν έχω άρματα καπετάνιο. Μέ τί νά τούς σκοτώσω;”

– “Μέ τή γκλίτσα σου ωρέ.”

Πράγματι μετά από πολύ ώρα όταν επανήλθε ο τσοπάνης στόν αρχηγό, ήταν πάνοπλος καί ο Κολοκοτρώνης δέν τόν γνώρισε.

– “Ποιός είσαι τού λόγου σου ώρε;”

– “Δέν μέ γνώρισες καπετάνιε; Είμαι ο τσοπάνης πού μ’ έστειλες νά σκοτώσω Τούρκους!”

Γύρω στούς 10000 Τούρκους πρόλαβαν νά περάσουν από τό στενό τού Αγίου Σώστη καί νά ξεχυθούν στήν πεδιάδα τής Κουρτέσας, όπου ήταν ανοικτός ο δρόμος πρός τήν Κόρινθο. Όμως όσοι πρόλαβαν πρόλαβαν, γιατί έφθασε ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος μαζί μέ τούς Παπαφλέσσα, Υψηλάντη, Νικήτα Φλέσσα, Γεώργιο Φλέσσα, Ιωάννη Φλέσσα, Δημήτριο Φλέσσα, Παπαρσένη Κρέστα, Χατζηχρήστο, Δημήτρη Κριεζή, Διονύσιο Ευμορφόπουλο, Παναγιώτη Κεφάλα καί άλλους 1000 άντρες καί έκλεισαν καί τό στενό τού Αγίου Σώστη. Οι Τούρκοι τότε παγιδεύτηκαν σέ δύο πυρά καί η μάχη μετατράπηκε σέ σφαγή. Τό σκοτάδι ήρθε σάν σωτήρας γιά τούς παγιδευμένους μουσουλμάνους, διότι τότε σταμάτησαν οι πυροβολισμοί από τό μέρος τών Ελλήνων καί ακούγονταν μόνο οι κραυγές τών τραυματισμένων ανθρώπων καί τά γρυλίσματα τών καταπλακωμένων ζώων.

Νικηταράς στα Δερβενάκια

Νικήτας Σταματελόπουλος στη διάρκεια της μάχης στα Δερβενάκια του Peter von Hess.

«Τώρα δέν είναι μάχη ετούτο, είναι σφαγή. Μέσα στό ρέμα η τούρκικη κολόνα, χτυπημένη, αναγκασμένη, δέν πολεμάει, γίνεται πηγμένη μάζα, σιδερένιος, πελώριος λοστός, πού σπρώχνει μέ τή φυσική δύναμη τού κορμιού μονάχα, ν’ ανοίξει δρόμο κατά τήν Κουρτέσα καί τήν Κόρινθο. Τό καταφέρνει κάποτε, μά ανάμεσα τού Άη-Σώστη καί τής ρεματιάς γίνεται άγριος χαλασμός. Από μπροστά χτυπάει ο Νικήτας, από πίσω τά παλικάρια τού Κολοκοτρώνη. Ο Αντώνης, ο γέρο Μάρκος, πού θυμήθηκε τά καλύτερα χρόνια τής κλέφτικης ζωής κι’ οι αδελφοί Φλεσσαίοι από τά πλάγια.

Οι Τούρκοι σαστίζουν, τά χάνουν, τσακίζουν, όλα τά κοτρώνια, τά βράχια, τά σκίνα, τά θυμάρια τούς φαίνονται σάν Έλληνες μέ γιαταγάνια. Οι καπνοί τούς τυφλώνουν, ο βρόντος τών αρμάτων κι’ ο φοβερός αντίλαλος στά φαράγγια τούς ζαλίζει, βόλια, λιθάρια, σπαθιά κοφτερά, όλα καταπάνω τους. Άλλος γλυτωμός δέν είναι απ’ τή φυγή, αφήνοντας τά πάντα ρίχνονται σάν ποτάμι μπροστά. Μά σά φτάνουν στόν Άη – Σώστη αντικρίζουν πυκνή τή φωτιά, βάζουν τό χέρι στά μάτια, νά μή βλέπουν καί πέφτουν στό ρέμα.

Καί καθώς είναι απ’ τή μιά μεριά τ’αναμμένο μολύβι τών Ελλήνων κι’ απ’ τήν άλλη κατηφοριά καί γκρεμός, κυλούν μοιραία οι περισσότεροι εκεί μέσα, μέ γδούπους, κρότους ξεφωνητά τρομάρας, θρήνους, άλογα σκοτωμένα μ’ ανθρώπους γερούς, νεκροί μέ ζωντανούς, λαβωμένοι μέ μουλάρια, μ’ όλα τά σαμάρια καί τά φορτώματα. Κεφάλια κυλούν από τά κορμιά χωρισμένα καί παντού τρέχει το αίμα.

Κι’ αυτός ο ήλιος πού βυθά, σ’ ολοπόρφυρο σύγνεφο, σάν κεφάλι φαίνεται, κομμένο, μέσα στά αίματα. Είναι τέτοιο φριχτό ανακάτωμα, πού οι Έλληνες τήν άλλη μέρα, τραβούν μέ σκοινιά τούς ζωντανούς από τή ρεματιά. Ο σκοτωμός δέν έπαυε ούτε τή νύχτα. Κι’ όταν δέν βλέπουν πιά, ρίχνουν στά στραβά, στό σωρό, στή βουή τού εχθρού πού ακόμα περνάει τρέχοντας νά γλιτώσει κατά τήν Κουρτέσα. Όλη νύχτα στό μέρος τούτο ακούγονται καλπασμοί αλόγων, αφηνιασμένων, πού ‘χαν χάσει τόν καβαλάρη τους. Κι’ έτρεχαν εδώ κι εκεί καί χλιμιντρούσαν, βογκητά λαβωμένων καί φωνές από τούς χαμένους, σκόρπιους ανθρώπους.»

Σπύρου Μελά “Ο Γέρος τού Μωριά”

Οι ελληνικές απώλεις ήταν ελάχιστες. Σκοτώθηκαν τρία ανήψια τού Κολοκοτρώνη καί ο Κώστας Οικονομόπουλος από τό Αρκουδόρεμα Γορτυνίας. Μετά τή μάχη, τό τουρκικό στράτευμα κόπηκε στά δύο. Οι πασάδες πού δέν κατάφεραν νά περάσουν γύρισαν πίσω καί πήγαν πρός τήν Γλυκειά (Τίρυνθα), αφού οι Τούρκοι τού Ναυπλίου δέν τούς επέτρεψαν νά εισέλθουν στήν πόλη.

Εκείνη τή μέρα τής 26ης Ιουλίου 1822, 4000 τούρκικα κουφάρια σκέπασαν τά Δερβενάκια καί ο θάνατός τους σήμανε τήν δημιουργία τού νέου ελληνικού κράτους. Σήμανε τή δημιουργία συνόρων τά οποία θά εξασφάλιζαν σύμφωνα μέ τόν Καποδίστρια τή δικαιοσύνη καί τήν ελευθερία στόν Έλληνα. Σήμανε τήν εδραίωση ενός καί μόνο ενός πολιτισμού, τόν οποίο τόν συνεχίζουμε εδώ καί 3000 χρόνια, σήμανε τόν διωγμό όλων τών αλλόφυλων κατακτητών πού ήρθαν απρόσκλητοι στήν πατρίδα μας, σήμανε τήν κυριαρχία μας στά χώματα τών παππούδων μας.

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων - Βρυζάκης Θεόδωρος

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Βρυζάκης Θεόδωρος

«Καθ’ όλον αυτόν τόν δρόμον μας εις τήν ρεμματιάν τήν νύχτα ευρίσκαμεν κατάστρατα πτώματα Τούρκων καί ακούαμε εις τά πλάγια διάφοραις φωναίς πονεμέναις παιδιών πάσης ηλικίας, γυναικών καί τών πληγωμένων καί μάς εκυρίευσε φόβος καί τρόμος έως νά περάσωμεν όλην τήν ρεμματιάν καί εδώ και εκεί έπεφταν καί τουφέκια.

Τί ήταν αυταίς οι φωναίς; Οι Τούρκοι είχαν σκλαβώσει, όθεν επερνούσαν κατά τά Δερβενοχώρια τά Μεγάλα τής Κορίνθου καί αλλού Χριστιανούς καί είχαν πάρει μαζί τους καί κάμποσαις φαμίλιαις. Όλους τότε τούς σκλάβους των τούς άφησαν εις τήν απώλειαν καί όπου ευρέθη ο καθένας τήν νύχτα μέσα εις τόν λόγκον έμεινε καί δέν ήξευρε πού νά πάη. Έκλαιε τόν πόνον του καί εφώναζε τούς γνώριμούς του άλλος τούρκικα, άλλος αρβανίτικα καί άλλος ρωμέϊκα: Όρε Χασάνη, όρε Δερβίση, όρε Αχμέτ, όρε Θανάση, όρε Κωνσταντή, γιάμ Γκέκα, γιάμ Σκόνδρα, γιάμ Χριστιάν. Εγώ είμαι Χριστιανός, εγώ είμαι σκλάβος.

Έως νά περάσωμεν καί νά έβγωμεν εις τό Παληόχανον από τό φόβον μας, από τήν λύπην μας καί τήν πείνα μας ήλθεν η ψυχήν μας εις τά δόντια μας. Τά άλογά μας επατούσαν τούς νεκρούς καί φοβισμένα καί κουρασμένα από τόν πολύν δρόμον τά ταλαίπωρα ζώα εβαρέθηκαν καί αυτά τήν ζωήν των. Έβλεπαν τούς ανθρώπους ξαπλωμένους κατά γής εδώ καί εκεί όπου εβόγκαγαν καί εξεψύχαγαν καί οι πληγωμένοι ετινάζοντο από τούς πόνους.

Τέλος πάντων εβγήκαμεν εις τόν τόπον τόν ήσυχον εις τό Παληόχανον, όπου ο δρόμος πάγει εις τήν κωμόπολιν Άγιον Γεώργιον. Εκεί ηύραμεν τούς στρατιώτας, ερωτήσαμεν πού είναι ο αρχηγός καί μάς είπαν ότι επήγε εις τόν Αγιώργη. Τούς είπαμεν τί κάνετε εσείς εδώ; Κουβαλούμεν μάς είπαν τά λάφυρά μας. Είχαν κάμει δύο δρόμους σάν τά μυρμήγκια, ένας πήγαινε καί άλλος ήρχετο. Έπαιρναν τά λάφυρα φορτωμένοι καί τά επήγαιναν εις τόν Αγιώργη εις τά σπίτια, όπου είχαν κονάκι τό κάθε χωρίον μάγκαις μάγκαις.»

Απομνημονεύματα Φωτάκου

Μόνο 2000 ελληνικά τουφέκια ήταν στά Δερβενάκια καί έκαναν τόση ζημιά. Οι υπόλοιποι καί κυρίως οι πολιτικοί απουσίαζαν. Ας μή γελιόμαστε. Ανέκαθεν λίγοι ήταν οι Έλληνες πού αγωνίστηκαν γιά αυτή τήν πατρίδα. Στίς Θερμοπύλες ήταν λίγοι. Στά τείχη τής Πόλης ήταν λίγοι. Στά Δερβενάκια ήταν λίγοι. Σήμερα πού γράφονται αυτές οι γραμμές (2012), τό βιώνουμε καθημερινά. Πλήθος Ελλήνων έχουν ταχθεί στό πλευρό τής παγκοσμιοποίησης, τού πολυπολιτισμού καί τής τουρκαλαγνείας. Κανάλια, πολιτικοί, κόμματα, συνδικαλιστές, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, συγγραφείς συνεργάζονται μέ τόν προαιώνιο εχθρό τής Ρωμιοσύνης, τόν γενοκτόνο τής Μικράς Ασίας, τόν πορθητή τής Πόλης μας. Υμνούν τήν τουρκοκρατία καί ποθούν νά τήν επαναφέρουν. Οι υπόλοιποι παρακολουθούν τόν Σουλεϊμάν τόν Μεγαλοπρεπή πού προβάλλει η ελληνική; τηλεόραση καί ο οποίος κατά τή διάρκεια τής τυραννίας του αφάνισε εκατοντάδες ρωμέϊκα χωριά, άρπαξε δεκάδες χιλιάδες σκλάβους, τούς οποίους τούς είχε αλυσοδεμένους στίς γαλέρες του, έκανε γενίτσαρους μυριάδες ελληνόπουλα καί άρπαξε γιά τά χαρέμια του πλήθος από νεαρές Χριστιανές.

«Ευρισκομένων λοιπόν τών ανωτέρω εκεί καί ουδεμίαν ειδοποίηση λαβόντων διά τήν εις τήν Κόρινθον επιστροφήν τού Δράμαλη, καί ανέτοιμων όντων, αίφνης τούς ειδοποιούν αι σκοπιαί των, ότι πλήθος Τούρκων έφθασαν εις τάς Μυκήνας, εις τόν τάφον τού Αγαμέμνωνος, καί διευθύνονται εκεί. Έτρεξαν εκείνοι ευθύς καί κατέλαβον τάς οχυρωτέρας θέσεις καί συγχρόνως έφθασε καί η εμπροσθοφυλακή τού εχθρού, καί ώρμησεν αμέσως διά νά απεράση τά στενωπά εκείνα μέρη, άλλα τούς εκτύπησαν κατά μέτωπον ατρομήτως, ώστε μ’ όσας προσβολάς απεπειράθησαν νά κάμουν δέν ηδυνήθησαν νά κλονίσουν τήν καρτερίαν τους διά νά προχωρήσουν έν βήμα. Έφθασε καί τό μεγάλον κέντρον, υπέρ τάς είκοσι πέντε χιλιάδας πεζοί τε καί ιππείς καί ώρμησαν αγεληδόν διά νά περάσουν νά σωθούν από τόν κίνδυνον, παραιτήσαντες καί ζώα καί πλούτη καί πάν ό,τι έφερον μεθ’ εαυτών, νά σώσουν μόνον τήν ζωήν τους, ώστε μόλις εξέσπασαν εις έν μέρος καί απέρασαν εις τόν Άγιον Σώστην οκτώ ώς έγγιστα χιλιάδες καί έφθασαν είς τόπον ομαλόν καί διεσώθησαν εις τήν Κουρτέσαν.

Οι δέ λοιποί βλέποντες τήν σωρείαν τών πτωμάτων καί τήν εγκατάλειψιν τών ζώων καί πραγμάτων τους απεδειλίασαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε οπισθοδρόμησαν ατάκτως, τρέχοντες ποίος ν’ απεράση τόν άλλον νά διασωθή, χωρίς νά ρίψη πλέον ουδείς μήτε έν τουφέκι από τήν φρίκην τους. Εφονεύθηκαν υπέρ τάς δύο χιλιάδας καί πεντακόσιοι, τών οποίων τά πτώματα έμειναν εις τό Δερβενάκι. Πόσοι δέ επληγώθησαν, ουδείς οίδε, οι δέ νικηταί ήρπασαν τόσα πλούσια λάφυρα, ώστε εχόρτασαν καί αυτοί καί πολλοί χωρικοί, οίτινες υπήγον μετά τήν μάχην έπειτα μίαν εβδομάδαν, καί εύρισκον διάφορα πράγματα. Επήραν υπέρ τάς πέντε χιλιάδας άλογα καί μουλάρια, εκατόν περίπου καμήλους, άπειρα πολεμοεφόδια καί αποσκευάς όλα τά πέριξ εκείνα χωρία, ώστε δέν είχον τί νά τά κάμουν.

Ο δέ Κολοκοτρώνης, άμα ειδοποιηθείς ότι ο εχθρικός στρατός διευθύνεται πρός τό Δερβενάκι συμπαραλαβών μεθ’ έαυτού τούς ονομαζόμενους σωματοφύλακάς του, τούς οποίους ωνόμαζον οι στρατιώται βλαχοκούταβα καθότι δέν ευρίσκοντο ποτέ εις καμμίαν μάχην άλλ’ ήτον μόνον διά πιλάφι, έως διακόσιους πεζούς τε καί ιππείς ανέβη εις τό ανατολικόν όρος τού Αγιωργιού, απέχον μίαν καί ημίσειαν ώραν τών Δερβενακίων, ως ο προφήτης Ηλίας, καθώς επρομάντευσεν ο γέρων Μαυρομιχάλης, καί εθεώρει μέ τό κανοκιάλι, τήν τρομεράν καί φρικαλέαν εκείνην μάχην χωρίς νά δυνηθή νά δώση εις τούς ατρομήτους εκείνους μαχητάς ουδέ τήν παραμικράν συνδρομήν, αλλά τήν επιούσαν υπήγεν εκεί καί τούς ήρπασε κάμποσα λάφυρα.»
Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη (άσπονδου εχθρού καί διώκτη τού Κολοκοτρώνη)

Πηγή: agiasofia.com

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.