Οι Τουρκοκύπριοι διαμορφώνονται ως μια διακριτή πληθυσμιακή οντότητα στο νησί μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1571

 Σώτος Κτώρης
Στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή, ο ΠτΔ επιβεβαίωσε πως, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, συμφωνήθηκε η δημογραφική πτυχή κατά τρόπο που να διατηρούνται αναλλοίωτες οι παραδοσιακές πληθυσμιακές αναλογίες. Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης θα πρέπει να υπάρξει μια συνοπτική, έστω, αναφορά στη δημογραφική «πορεία» της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην περίοδο 1571-1960.

Η «προέλευση» των Τουρκοκυπρίων
Οι Τουρκοκύπριοι διαμορφώνονται ως μια διακριτή πληθυσμιακή οντότητα στο νησί μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1571. Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής μεταφέρεται στο νησί σημαντικός αριθμός τουρκόφωνων μουσουλμάνων από τις κεντρικές επαρχίες της Ανατολίας. Η πληθυσμιακή ενίσχυση των κατακτηθεισών περιοχών συνιστούσε μια πάγια πρακτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας η οποία αποσκοπούσε, αφενός στον πολιτικό έλεγχο των κατακτηθέντων εδαφών μέσω της παρουσίας συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών, αφετέρου στην οικονομική αναζωογόνηση των νέων «κτήσεων», απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση των φορολογικών εσόδων της Υψηλής Πύλης.
Παράλληλα, στο νησί παρέμεινε και σημαντικός αριθμός μελών του οθωμανικού στρατού που συμμετείχαν στην εκστρατεία κατάκτησης της Κύπρου. Κατά τις πιο αξιόπιστες πηγές, στο νησί παρέμειναν τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες παρότι, κατά την «Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου» του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού, ο αριθμός υπερέβαινε τις είκοσι χιλιάδες. Τέλος, υπήρξαν και εξισλαμισμοί ανάμεσα, κυρίως, στα μέλη της λατινικής κοινότητας. Με την έλευση των Οθωμανών η τοπική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ουσιαστικά διαλύθηκε, στα μέλη της, δεν της αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της κοινοτικής συγκρότησης, γι’ αυτό άλλωστε και υπήρξαν στόχοι εντονότερων διακρίσεων, διώξεων και περιορισμών που συνέβαλαν στη μαζικότερη προσχώρησή τους στο ισλάμ. Πολλοί Λατίνοι και Μαρωνίτες ασπάστηκαν το ισλάμ, όχι μόνο για να σώσουν τη ζωή τους, αλλά και για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους και την πρότερη κοινωνική τους θέση στο νέο σύστημα εξουσίας.

Ρωμιοί και εξισλαμισμοί
Σε αντίθεση με τους Λατίνους, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου επανάκτησε τη θρησκευτική της κυριαρχία την οποία είχε απολέσει κατά τη Φραγκοκρατία, καθώς και οικονομική και πολιτική ισχύ, αφού της μισθώθηκε το δικαίωμα της συλλογής των φόρων από τους ορθόδοξους χριστιανούς, καθώς και το προνόμιο της απευθείας επικοινωνίας με την Υψηλή Πύλη. Το μιλλέτ των Ρωμιών διέθετε μια σχετική κοινοτική αυτονομία μέσα από τους δικούς του θεσμούς ως προς τη θρησκεία, την εκπαίδευση και την απονομή δικαιοσύνης. Αυτά επεξηγούν, εν μέρει, τους περιορισμένους εξισλαμισμούς ορθοδόξων χριστιανών. Όσοι εξισλαμίζονταν, το έπρατταν, κατά κανόνα, για να απαλλαγούν από τη βαριά φορολόγηση και για να αποκτήσουν τη δυνατότητα ανέλιξης στην οθωμανική γραφειοκρατία, κατά συνέπεια και κοινωνική άνοδο. Το 1821 το φαινόμενο λαμβάνει εντονότερη μορφή λόγω της εξόντωσης των χριστιανών κληρικών και προκρίτων, γεγονός που συνέβαλε στον εκφοβισμό του χριστιανικού πληθυσμού και ώθησε αρκετούς σε προσωρινή αποστασία. Και πάλι, όμως, δεν εφαρμόστηκε μια πολιτική βίαιου εξισλαμισμού. Ενώ το εύρος των εξισλαμισμών στην Κύπρο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, εντούτοις οι διαθέσιμες πηγές συνηγορούν πως το φαινόμενο στην Κύπρο δεν έλαβε μαζικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με ό,τι συνέβηκε στην Κρήτη όπου, στην απουσία ενός ισχυρού ορθόδοξου θεσμού, το σύνολο σχεδόν των Τουρκοκρητικών υπήρξαν εξισλαμισθέντες ελληνόφωνοι χριστιανοί οι οποίοι, μέσω της θρησκευτικής μεταστροφής, πέτυχαν να καταλάβουν θέσεις ισχύος στο οθωμανικό σύστημα εξουσίας.

1878: Η «επάνοδος» των κρυπτοχριστιανών
Μέχρι και το 1831 οι πιο αξιόπιστες αναφορές για τον πληθυσμό του νησιού προέρχονται από ξένους προξένους, περιηγητές, εκπροσώπους της οθωμανικής γραφειοκρατίας και ορθόδοξους αξιωματούχους. Οι πλείστες αναφορές συγκλίνουν πως, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού παρουσίαζε μια συνεχή αυξητική τάση. Αυτό επιβεβαιώνεται στην πρώτη επίσημη απογραφή της οθωμανικής διοίκησης του 1831, όπου το ποσοστό των Κυπρίων – μουσουλμάνων ανερχόταν στο 34%. Τα δεδομένα θα μεταβληθούν μετά τη δεκαετία του 1830 και ειδικότερα μετά την υπαγωγή της Κύπρου στη βρετανική διοίκηση. Με τη δεύτερη οθωμανική απογραφή το 1841, οι μουσουλμάνοι μειώθηκαν στο 30,4%, ενώ με την πρώτη βρετανική απογραφή το 1881 το ποσοστό τους περιορίστηκε στο 24,4%. Στη συρρίκνωση της πληθυσμιακής παρουσίας των μουσουλμάνων της Κύπρου συνέβαλαν δύο παράγοντες. Πρώτον, με την έλευση των Βρετανών εγκατέλειψε το νησί η διοικητική και στρατιωτική γραφειοκρατία της μουσουλμανικής κοινότητας. Η πιο πολυπληθής ομάδα, ωστόσο, αφορούσε τους ελληνόφωνους κρυπτοχριστιανούς οι οποίοι, παρά την εικονική τους προσχώρηση στο ισλάμ διατήρησαν τη μνήμη, άρα και τη χριστιανική τους ταυτότητα και γι’ αυτό άλλωστε επανήλθαν στον χριστιανισμό. Κάποιοι εξ αυτών επανέκαμψαν κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, 1839 -1876, όταν εισάγεται η ανεξιθρησκία και οι συνθήκες διαβίωσης των ραγιάδων – χριστιανών βελτιώθηκαν αισθητά, ενώ οι υπόλοιποι επανήλθαν αμέσως μετά το 1878. Ο επακριβής αριθμός αυτών των ατόμων δεν μπορεί να προσδιοριστεί αλλά, όπως δείχνει η πληθυσμιακή μεταβολή της περιόδου 1831-1881, ενδεχομένως να αφορούσε κάποιες χιλιάδες. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κοινότητας Λιοπετρίου, στην επαρχία Αμμοχώστου, όπου το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού είχε προσχωρήσει, στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, στο ισλάμ. Σύμφωνα με τα φορολογικά κατάστιχα της Εκκλησίας της Κύπρου για τα έτη 1825 και 1830, δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά σε φορολογηθέντες χριστιανούς της κοινότητας Λιοπετρίου, ενώ στην απογραφή του 1881 όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας αναφέρονται ως χριστιανοί. Ανάλογες περιπτώσεις παρατηρούνται και σε άλλες περιοχές του νησιού.

Λινοβάμβακοι – ελληνόφωνοι Οθωμανοί
Μια, σχετικά, αξιόπιστη ένδειξη της εθνοθρησκευτικής «προέλευσης» των Κυπρίων – μουσουλμάνων ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με την απογραφή του 1881, η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων δήλωσαν ως μητρική τους γλώσσα την τουρκική (94,6%), ενώ μόνο 2.454 άτομα ή 5,4 % δήλωσαν την ελληνική. Με την απογραφή του 1901 ο αριθμός των ελληνόφωνων μουσουλμάνων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (2.278 ή 4,4%), ενώ με την απογραφή του 1946 θα περιοριστούν στους 1.080 ή ποσοστό 1,34%. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από τον ελληνοκυπριακό Τύπο της εποχής, με την εφημερίδα «Στασίνος» να δημοσίευε το 1883 την προσωπική μαρτυρία περιηγητή σύμφωνα με την οποία «Ήκουσα ότι μωαμεθανοί τινες λαλούσι μόνον ελληνιστί, αλλ’ εγώ δεν εύρον τούτους».
Με την έλευση των Βρετανών, επομένως, ο αριθμός των ελληνοφώνων που δεν ήσαν χριστιανοί περιορίζεται αισθητά, λόγω της «επανόδου» των κρυπτοχριστιανών, ενώ σε αυτούς που παραμένουν περιλαμβάνονται δύο διαφορετικές ομάδες. Εν πρώτοις, οι ελληνόφωνοι Λινοβάμβακοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν λατινικής και μαρωνίτικης καταγωγής, και οι οποίοι αποτελούσαν μια ιδιότυπη κοινωνική ομάδα που ενσυνείδητα ασπαζόταν τόσο το μουσουλμανικό, όσο και το χριστιανικό θρησκευτικό τυπικό. Ο αριθμός τους κατά τον Βρετανό διοικητή Ρόλαντ Μίτσελ δεν υπερέβαινε, το 1878, τα 1.200 άτομα και ενώ αυτοί ήταν διάσπαρτοι σε πολλές περιοχές της Κύπρου, πιο συγκεντρωμένοι εντοπίζονταν στην περιοχή της Τηλλυρίας και σε κοινότητες ανατολικά και βορειοανατολικά της Λεμεσού. Οι υπόλοιποι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν, πιθανότατα, εξισλαμισθέντες της πρώιμης οθωμανικής περιόδου, οι οποίοι αποτελούσαν, πλέον, οργανικό κομμάτι της οθωμανικής/μουσουλμανικής κοινότητας της Κύπρου (π.χ. Βρέτσια, Γαληνόπορνη, Λουρουτζίνα).
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα αναδύθηκε ένας έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ελίτ των δύο κοινοτήτων για την εθνική ενσωμάτωση των Λινοβαμβάκων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία από τη μια, το Εβκάφ και Τουρκοκύπριοι προύχοντες από την άλλη, επιδόθηκαν σε μια έντονη προσπάθεια εθνοθρησκευτικού προσηλυτισμού των Λινοβαμβάκων μέσω της ανέγερσης θρησκευτικών μνημείων και σχολείων στην περιοχή της Τηλλυρίας και της στελέχωσής τους με κληρικούς/χότζες και εκπαιδευτικούς. Στον ελληνοκυπριακό Τύπο της εποχής είναι διάσπαρτες οι αναφορές για κοινότητες που «διασώθηκαν» ή «ετούρτζιεψαν» οριστικά, καθώς και ονομαστικές αναφορές σε Λινοβάμβακους, που είτε επανήλθαν στον χριστιανισμό, είτε ασπάστηκαν αμετάκλητα το ισλάμ (Χασάν Χαραλαμπή, Αλή Γιωργούδη, Μεχμέτ Γιαννή). Η «κοινότητα» των Λινοβαμβάκων θα εκλείψει όταν τα μέλη της, στο πλαίσιο της διαδικασίας εθνικοποίησης των θρησκευτικών ταυτοτήτων, θα ενσωματωθούν οριστικά στην τ/κ και την ε/κ κοινότητα.

1901-1960: Ανυποληψία, μετανάστευση, περιχαράκωση
Στην περίοδο 1901-1946 το ποσοστό των Τουρκοκυπρίων μειώνεται από 21,6% σε 17,9% του συνολικού πληθυσμού, ενώ των Ελληνοκυπρίων ανεβαίνει από 77,1% σε 80,2%. Η δημογραφική αποψίλωση της τ/κ κοινότητας υπήρξε έντονη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν περιέλθει στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σε κοινωνική και οικονομική ανυποληψία. Η άλλοτε κυρίαρχη κοινότητα της Κύπρου διέθετε πλέον ελάχιστη συμμετοχή στην οικονομική και εμπορική δραστηριότητα του νησιού και περιορισμένο ρόλο στα πολιτικά πεπραγμένα. Εξαρτημένοι από τη γεωργία και την υπεραντιπροσώπευσή τους στη δημόσια υπηρεσία, οι Τουρκοκύπριοι πλήττονταν από την παρατεταμένη ανομβρία και την πολιτική λιτότητας των αποικιακών διοικήσεων. Οι οικονομικές δυσχέρειες ώθησαν πολλούς Τουρκοκύπριους στα χέρια των τοκογλύφων, και άλλους στην πώληση των περιουσιών τους και στη μετανάστευση στην Τουρκία. Στη διόγκωση, ωστόσο, του μεταναστευτικού φαινομένου συνέβαλε, πρωτίστως, η πολιτική της Τουρκίας για την Κύπρο. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η Άγκυρα αποποιήθηκε των βλέψεών της για το νησί και ενεθάρρυνε τους Τουρκοκυπρίους να εγκατασταθούν στην τουρκική ενδοχώρα, η οποία είχε πληθυσμιακά αποδεκατιστεί στη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Υπολογίζεται πως εφτά χιλιάδες, περίπου, Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν σε αυτή την περίοδο το νησί.
Η πληθυσμιακή αιμορραγία της τ/κ κοινότητας τερματίζεται εντελώς στα μέσα της δεκαετίας του ’40. Σε αυτό συνέβαλε η ανάδυση μιας δυναμικής πολιτικής ελίτ που προχώρησε στην κοινοτική συγκρότηση των Τουρκοκυπρίων. Στην απογραφή του 1960, οι Ελληνοκύπριοι ανέρχονται στο 77,1% και οι Τουρκοκύπριοι στο 18,2%. Η αμελητέα ποσοστιαία ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων οφείλεται ουσιαστικά στο εντονότερο μεταναστευτικό ρεύμα που παρατηρείται, για οικονομικούς λόγους, ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους. Η επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων στη δεκαετία του ’50, δεν συμβάλλει στη διόγκωση των μεταναστευτικών ροών. Επιταχύνει, εντούτοις, τη διαδικασία πληθυσμιακής «αποξένωσης» των δύο κοινοτήτων, αφού τα μεικτά χωριά περιορίζονται σε 114 από 252 που ήταν το 1931.
Εν κατακλείδι, στη διάρκεια της ιστορικής τους παρουσίας στην Κύπρο η δημογραφική παρουσία των Τουρκοκυπρίων κυμάνθηκε από 17,9% έως 34%. Με αυτά υπόψη και προσμετρώντας πως, τα τελευταία 41 χρόνια, σημαντικός αριθμός εποίκων εγκαταστάθηκε στο νησί, γίνεται αντιληπτό πως εφόσον υλοποιηθεί η διαβεβαίωση του ΠτΔ, ότι την ιθαγένεια του ομοσπονδιακού κράτους θα λάβουν 803.000 Ε/Κ (78,5%) και 220.000 Τ/Κ (21,5%), αυτή θα συνιστά μια απρόσμενα θετική εξέλιξη για την ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Πηγή: Πολίτης

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.