Στην Ορθοδοξία διασώζονται πανάρχαιες Ελληνικές θρησκευτικές παραδόσεις

Του Σπύρου Νόνικα

Η φύση αποτελεί τον καθοριστικό πα­ράγοντα σε οτιδήποτε συμβαίνει στον τόπο τούτο, που στους ιστορικούς χρό­νους ονομάστηκε Ελλάς. Όταν οι πρώτοι άνθρωποι στάθηκαν όρθιοι στα δύο τους πόδια σύντομα κατάλαβαν ενστικτωδώς ότι ήσαν ανίσχυροι, αδύναμοι και έρμαια τυχαίων φυσικών γεγονότων από τα οποία εξαρτώταν η επιβίωσή τους.

Σεισμοί και καταποντισμοί, βροχές και καταιγίδες, κρύο και ζέστη, το σκοτάδι της νύχτας, τα άγρια θηρία και πάνω απ’ όλα η πείνα, που τυχαία μόνον αντιμετω­πιζόταν, δημιούργησαν στον αρχέτυπο άνθρωπο το αίσθημα του δέους και της εξάρτησης από τους φυσικούς παράγον­τες που τον περιέβαλαν. Νύχτωνε και δεν ήξερε αν θα ξημερώσει. Πείναγε και δεν ήταν βέβαιος αν θα βρει τροφή. Κρύωνε και κρυβότανε στις σπηλιές για να ζεστα­θεί.

Τα στοιχεία της φύσεως θεοποιούνται

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό του, ότι αυτός ήταν ο κυρίαρχος του περιβάλ­λοντος, ούτε καν διανοήθηκε ότι ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Αντίθετα μά­λιστα, περιδεής και αβοήθητος, θεοποίησε τις φοβερές φυσικές δυνάμεις καθώς και την πλατύστηθη Γη που εντε­λώς ανεξήγητα του προσπόριζε τα προς το ζειν, και η οποία πότε πάγωνε και ξε­ραίνονταν και πότε πάλι ξαφνικά έθαλ­λε, χρωματίζονταν κι έβγαζε καρπούς απ’ τα σπλάχνα της για να χορταίνει την πείνα του.
Και το ανθρωπάκι θεοποίησε τη Γη, καθώς και τα στοιχεία της Φύσεως, τον Ήλιο και το Φεγγάρι, με το αλάνθαστο ένστικτο του πρωτόγονου ανθρώπου και του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων της Χαλκιδικής, που έζησε πριν 750.000 χρόνια στα μέρη μας. Και είχαν συντε­λεστεί όλα τίμια και αληθινά, γιατί δεν είχε ακόμη εφευρεθεί το αδίσταχτο ερ­γαλείο της λογικής. Ήταν η εποχή της φυσιο-λατρείας και του τοτεμισμού.

Ο Πολιτισμός του Σέσκλου

Ο παλαιολιθικός άνθρωπος εγκατέ­λειψε τον πλάνητα βίο του θηρευτή και συλλέκτη καρπών της φύσης προς επι­βίωση, όταν πριν 9000 χρόνια πέρασε στην παραγωγική εποχή που ονομά­στηκε Νεολιθική. Τότε ο άνθρωπος του τόπου μας ανακάλυψε την Γεωργία, έγινε καλλιεργητής, κτηνοτρόφος και ψαράς και σταμάτησε τον περιπατητικό βίο προς ανεύρεση τροφής. Η Νεολι­θική εποχή χρονολογείται στην περίοδο 7000-3000 π.Χ.
Την εποχή αυτή άνθισε σπουδαίος πο­λιτισμός στη Θεσσαλία, ο οποίος πήρε το όνομα “Πολιτισμός του Σέσκλου” με περισσότερο από 170 οικισμούς.
Ιδιαίτερα ο οικισμός του ίδιου του Σέσκλου παρουσιάζει αξιοζήλευτη πολεοδομία, αρχιτεκτονική και κεραμική που αποδείχνει το ανώτερο πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό του επίπεδο. Ανάμεσα στα πολλά αρχαιολογικά ευ­ρήματα υπάρχουν κάτι γυναικείες μορ­φές σε ψημένο πηλό με εξογκωμένα στήθη, διογκωμένη λεκάνη και πελώριους γλουτούς που πιθανότατα συμβολί­ζουν την “Θεά Γονιμότητα” και χρονο­λογούνται στο 5000 π.Χ. περίπου.
Από αισθητικής πλευράς προκαλούν τον θαυμασμό και σίγουρα δεν φιλοτε­χνήθηκαν για να τιμήσουν την γυναίκα αλλά την γονιμότητα που κρύβεται πίσω από το γυναικείο φύλο. Προφανώς ο νεολιθικός γλύπτης του Σέσκλου επη­ρεασμένος από το θαύμα της φύσεως να γεννοβολάει κάθε χρόνο κατά τρόπον ανεξήγητο, όπως η γυναίκα, μοιραίως οδηγήθηκε μέσα από αυτή την αυτόνομη αναγεννητική μαγεία και καρποφορία στην Θεοποίηση της Φύσης (όπως και ο προηγούμενος άνθρωπος της παλαιολι­θικής εποχής). Και η θεοποίηση αυτή εκφράστηκε καλλιτεχνικά μέσα από το “Είδωλο” της μάνας-γης, όπως το βλέ­πουμε στα προϊστορικά αγαλματίδια του Σέσκλου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι της περιοχής Σέσκλου, καθώς και άλλων περιοχών -βορειότερα στον Μακρύγιαλο Πιερίας (Μακεδονία), νοτιότερα στον Ορχομενό, Κορινθία, Νησιά Κυ­κλάδων, Κρήτη, Κύπρο κ.λπ.- ήσαν Πε­λασγοί, προφανώς αυτόχθονες, και μιλούσαν την πελασγική γλώσσα η οποία διατηρήθηκε ως ιδίωμα της ελλη­νικής μέχρι της κλασσικής αρχαιότη­τας.

Ιχνηλατώντας τον Κυκλαδικό Πολιτισμό

Ο Κυκλαδικός Πολιτισμός (όπως τον ονόμασε ο μεγάλος αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας) στην Πρωτοκυκλαδική του φάση (3200-2000 π.Χ.) δημιουργήθηκε χωρίς καμία αμφιβολία από τους Πελασ­γούς. Αυτός ο λαός βρέθηκε στο θαλάσ­σιο σταυροδρόμι μεταξύ ηπειρωτικής Ελλάδος και Μικράς Ασίας, και περαι­τέρω μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδος. Έχοντας ανακαλύψει οι Πε­λασγοί την τροπίδα (καρίνα) των πλοίων διέσχιζαν με ευκολία το Αιγαίο (και την Μεσόγειο) προς πάσαν κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ο Κυκλαδι­κός πολιτισμός και να γνωρίσει οικονο­μική ευημερία η περιοχή, καθώς και υψηλό πολιτιστικό επίπεδο.
Αψευδή μαρτυρία για το υψηλό επί­πεδο τέχνης και αισθητικής αποτελούν τα περίφημα κυκλαδικά “Ειδώλια” φτιαγμένα από μάρμαρο της Πάρου και της Νάξου που εύκολα δουλεύονταν με το σκληρό οψιανό της Μήλου. Τα εν λόγω ειδώλια που βρέθηκαν κυρίως στις Κυκλάδες, αλλά και σε άλλα νησιά του Αιγαίου καθώς και στην ηπειρωτική Ελ­λάδα, απεικονίζουν το ίδιο θέμα μέσα στην εξελικτική του πορεία. Δηλαδή ένα βιολόσχημο έως ανθρωπόμορφο ον, αλλά πάντοτε ως αφηρημένη τέχνη.

Πρωτοκυκλαδικής περιόδου αγάλματα από 2800-2300 π.Χ. Εγκυμονούσα γυναικεία μορφή Βρέθηκε στην Σίφνο.

Τελικά όταν οριστικοποιήθηκε και σταθεροποιήθηκε αισθητικά το “Ειδώ­λιο” γύρω στο 2500 π.Χ., αποτέλεσε ένα εκπληκτικό προϊόν υψηλοτάτης γλυπτι­κής τέχνης που η απεικονιζομένη μορφή “μόλις υπερβαίνει την πέτρα” καθώς λέει ο Ελύτης. Και η μορφή είναι πάντα η ίδια. Δηλαδή μία όρθια γυναικεία μορφή με σταυρωμένα χέρια σχεδόν δύο διαστάσεων. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τις βυζαντινές εικόνες (Ειδώλιο και ει­κών έχουν την ίδια ρίζα), οι οποίες και αυτές στερούνται βάθους και προοπτι­κής, εξασφαλίζοντας έτσι μίαν υπερβα­τική θρησκευτική αίσθηση για το εικο­νιζόμενο.
Τα ειδώλια βρέθηκαν σε μεγάλο αριθμό στα νεκροταφεία (ταφικά ανα­θήματα) αλλά και στα σπίτια, και είναι φανερή η ιστορική και πολιστική συνέ­χεια στον Ελλαδικό χώρο από την νεο­λιθική στην κυκλαδική εποχή.
Αν απορρίψουμε το έξωθεν επιβληθέν σύμπλεγμα του 3000 π.Χ., δηλαδή ότι η ελληνική προϊστορία δεν μπορεί να υπερβεί την 3η χιλιετία π.Χ., για να μην υπερκεράσει τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, τότε χωρίς δυσκολία αναγνωρίζουμε τον θρησκευτικό χαρακτήρα των κυκλαδι­κών ειδωλίων τα οποία συμβολίζουν και τιμούν την Θεά της γονιμότητας ή την Μητέρα Γαία, ως θρησκευτική συνέχεια της νεολιθικής εποχής του 7000-3000 π.Χ.

Οι Κυκλαδίτες Πελασγοί είχαν ανα­πτύξει τις θρησκευτικές τους δοξασίες σε βαθμό που να τιμούν τον Δία, σύμ­φωνα με τον Όμηρο, ο οποίος στην Ιλιάδα αναφέρεται στον Πελασγικό Δία. Όμως, με τα ειδώλιά τους, δεν παύουν να υμνούν με μεγάλη θρησκευτική ευαι­σθησία το θαύμα της γονιμότητας της Φύσης, μέσα από την τέχνη, η οποία την εποχή εκείνη έφθασε στο ύψιστο επί­πεδο από πλευράς αποδόσεως θείου σε­βασμού.
Η κυκλαδική γλυπτική των ειδωλίων έφθασε σε τέτοιο σημείο αισθητικής τε­λειότητας ώστε η γλυπτική της κλασσι­κής αρχαιότητας να είναι μεν απαρά­μιλλη ως τεχνική και τέχνη, να υστερεί όμως έναντι της κυκλαδικής από πλευ­ράς υπερβατικής ευαισθησίας, τουλάχι­στον στον τομέα της έκφρασης σεβα­σμού και προσδιορισμού του θείου. Ο κυκλαδίτης γλύπτης δεν διανοήθηκε να απεικονίσει τον Θεό κατ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, έστω και τέλεια ωραιοποιημένου. Γεγονός που αποδεί­χνει το υψηλότατο πολιτιστικό-θρη­σκευτικό-αισθητικό επίπεδο των κυκλα­διτών. Κι ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα η αφηρημένη τέχνη των Κυκλαδιτών απο­τελεί βασικό πρωτοποριακό ρεύμα γλυ­πτικής τέχνης με μπροστάρη τον διά­σημο Μουρ.

Οι Μινωϊκοί Θεοί

Ο λαμπρός Μινωϊκός πολιτισμός ανα­πτύχτηκε στην περίοδο 3000-1450 π.Χ. περίπου, παράλληλα χρονολογικά με τον Κυκλαδικό πολιτισμό. Ο Όμηρος και ο Στράβων (καθώς και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς) αναφέρονται στους πανάρ­χαιους κατοίκους της Κρήτης, τους Ετεόκρητες, οι οποίοι ήσαν φύλον Πε­λασγικόν, με λαλιάν ελληνο-Πελασγι­κή, όπως έχει προκύψει από τρεις κατα­πληκτικές επιγραφές, που βρέθηκαν στην Πραισό της Κρήτης και διαβάστη­καν. (Ίδια περίπτωση με τις Πελασγικές επιγραφές της Λήμνου).
Ο Στράβων, εξάλλου, αναφέρει: “Στα­φύλος …το νότιον ετεόκρητας, ων είναι πολίχνιον Πράσον, όπου το του Δι­κταίου Διός ιερόν” (Υ 475). Αλλά και κατά τον Όμηρο οι Ετεόκρητες ήσαν οι γηγενείς κάτοικοι της Κρήτης (ΟΔΥΣ. T 175). Σε πρόσφατες δε ανασκαφές στην Πραισό απεκαλύφθη ενεπίγραφος πλάκα με τον ύμνο των Κουρητών προς τον Δικταίο Δία, χωρίς να ξεχνάμε και τον Πελασγικό Δία τον οποίο επικαλεί­ται ο Αχιλλέας (ΙΛ. Π 233).
Βεβαίως, στην μυθοποιημένη ιστορία μας, δηλαδή στην “Ελληνική Μυθολο­γία”, γνωστόν τυγχάνει, ότι ο Δίας, γιος του Κρόνου και της Ρέας, είναι Κρητικής καταγωγής και ότι στην Κρήτη γεννή­θηκε και από εκεί άρχισε η εξέλιξή του. Όμως από πανάρχαιες επιγραφές στην ελληνο-πελασγική διάλεκτο προκύπτει, ότι υπάρχουν και οι πλείστοι των άλλων θεών από την Μινωϊκή και κυρίως την Μυκηναϊκή εποχή, η οποία αποτελεί την ευθεία πολιτική-πολιτιστική-θρη­σκευτική και ιστορική συνέχεια της Μι­νωϊκής.
Οι θεότητες στην Μινωϊκή περίοδο είναι διάφορες με κυρίαρχο τον Δία, χω­ρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα κάποια θεά γονιμότητας, όπως τούτο παρετηρήθη στον Πολιτισμό του Σέσκλου της Θεσ­σαλίας την 5η-6η χιλιετία π.Χ. και στην Κυκλαδική εποχή της 3ης χιλιετίας. Ό­μως είναι γνωστόν ότι τα ονόματα της Θεάς Αθηνάς και της Θεάς Αρτέμιδος έχουν αναγνωστεί σε επιγραφές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Οι δύο αυτές Θεές, μαζί με τη Θεά Δήμητρα, συνεξέφρασαν την πα­νάρχαια Θεά της Γονιμότητος στην συ­νέχεια της “Ελληνικής Ιεράς Ιστορίας” όπως θα δούμε παρακάτω, ήτοι στην Θεογονία του Ησιόδου.

Ο Ουρανός προφητεύει ότι ο Κρόνος θα χάσει την εξουσία από κάποιο από τα παιδιά του. Για το λόγο αυτό καταπίνει όποιο παιδί γεννάει η σύζυγός του Ρέα.

Η Θεογονία του Ησιόδου και οι αρχαιοελληνικοί Θεοί

Ευθύς εξ αρχής να ξεκαθαρίσουμε ότι, η Θεογονία του Ησίοδου είναι το αρ­χαιότερο γραπτό κείμενο Ελληνικής ιστορίας, και διόλου μυθολογίας, μετά την ιστορία που κρύβεται πίσω από τις λέξεις της ίδιας της Ελληνικής γλώσ­σας. Η Θεογονία ή αλλιώς η “Ιερά Ιστο­ρία των Ελλήνων” δεν είναι έργο του Ησιόδου, όπως ο ίδιος το βεβαιώνει, αλλά έργον προγενεστέρας εποχής, που καθ’ ημάς αρχίζει να υφαίνεται στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Η Θεογονία είναι έργο του Ιερατείου των Μουσών, συντεθέν στα Μουσεία (Κέντρα μελέτης και ερευνών) του Ελι­κώνος και της Βοιωτίας, και περιλαμβά­νει αυτούσιους ή διασκευασμένους τους παλαιούς περί των γενεαλογιών των Θεών ύμνους και τις περί των στοιχείων του κόσμου παραδόσεις. Διευκρινίζεται, δε, ότι η Θεογονία αποτελεί την συνέ­χεια της παλαιάς αρχεγόνου ποιήσεως της νεολιθικής εποχής (7000-3000 π.Χ.), η οποία ήτο θρησκευτικού χαρακτήρος και αναφέρεται στην χρυσή εποχή του δικαίου Παμβασιλέως Διός, όστις και θεοποιήθηκε, λόγω του ασύγκριτου με­γαλείου του, μαζί με την ομάδα των αρχαιο-ελληνικών Θεών του δικού του πε­ριβάλλοντος.
Οι αρχαιοελληνικοί Θεοί, δεν έπεσαν εξ ουρανού, αλλά είναι η φυσική συνέ­χεια και συνέπεια της θρησκευτικής αναζητήσεως των υψηλού αισθητικού και συναισθηματικού επιπέδου αυτο­χθόνων Πελασγών, οι οποίοι διεσπά­σθησαν στα γνωστά ελληνικά φύλα των Αχαιών, Δωριαίων, Ιώνων και Αιολών, και συνασπίστηκαν αργότερα για να συ­ναποτελέσουν την Ελληνική φυλή (Τρωϊκός πόλεμος). Δηλαδή οι Έλληνες είναι οι ίδιοι οι Πελασγοί με άλλο όνομα.
Κατά την Θεογονία, λοιπόν, τα πρώτα στοιχεία του κόσμου είναι: το Χάος, η Γαία και ο Έρως. Το Χάος είναι το αδρανές στοιχείο, ο Έρως είναι το δυνα­μικό στοιχείο και η Γαία η έκφραση της γονιμότητας του κόσμου του επιστητού και των φυσικών φαινομένων, των ορα­τών και των αοράτων.
Εκ της Γαίας, διά παρθενογεννήσεως, προέκυψαν ο Ουρανός, τα Όρη, η Θά­λασσα και ο Τυφών` εκ της ενώσεως της Γαίας και του Ουρανού γεννώνται, με­ταξύ άλλων, ο Κρόνος και η Ρέα και εξ αυτών ο Δίας, η Δήμητρα (Γη μήτηρ) και τρία ακόμη αδέλφια. Ο Δίας συνήψε εν­νέα γάμους, αλλά θα σταθούμε στον γάμο του με την Λητώ, η οποία γέννησε την Άρτεμη (και τον Απόλλωνα), καθώς και στην γέννηση της Αθηνάς από το κε­φάλι του ίδιου του Δία.
Μέσα από την πολλότητα των αρ­χαίων ελληνικών θεών ξεχωρίζουμε την Δήμητρα ως θεά της γεωργίας, την Άρτεμη ως θεά του κυνηγίου και την Αθηνά ως θεά και της γεωργίας για ειδικές καλ­λιεργητικές περιπτώσεις (οργώματος, σποράς, θερισμού, κλπ). Αυτές οι τρεις θεές είναι δισέγγονες της πανάρχαιας θεάς της γονιμότητας Γαίας και συνυ­πεύθυνες για το έργο που μόνη της διεκ­περαίωνε η προγιαγιά τους στον τομέα της γεωργίας. Και στη φάση αυτή, της διαιώνιας θρησκείας των πελασγοελλή­νων, επιβιώνει η λατρεία της φύσεως, με την διαφορά ότι αφού πέρασαν στην προσωποποίηση των παραγωγικών δυ­νάμεων της Γης και των στοιχείων της φύσεως (στοιχειών) κατά την νεολιθική και εν πολλοίς την πελασγική εποχή, έφθασαν στην θεία εξιδανίκευση των δυ­νάμεων της Γης, της γονιμότητας και της Φύσης γενικότερα, στην περίοδο που κατισχύει η Θεογονία του Ησιόδου, ως ιερά ιστορία των Ελλήνων. Και να το ξανατονίσουμε, ότι αυτοί οι αρχαιοελ­ληνικοί θεοί (κάπου 30.000) είναι εξιδα­νικευμένα και θεοποιημένα πρόσωπα της προϊστορίας μας.

Από την αρχαιοελληνική Θρησκεία στην Ελληνική Ορθοδοξία

Η αρχαιοελληνική θρησκεία διέ­γραψε μία θριαμβευτική πορεία 3000 ετών τουλάχιστον, δηλ. από το 2500 π.Χ. μέχρι το 500 π.Χ. και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργη και ανεξήγητη η παράδοση της σκυτά­λης στον Ελληνικού τύπου Χριστιανι­σμό, στην Ορθοδοξία. Οι αρχαίοι θεοί είχαν κουραστεί. Όμως η Ελληνική Ορ­θοδοξία, προς διάκριση από τις άλλες ορθοδοξίες που δεν είναι καθόλου ίδιες, δεν επεκράτησε αστραπιαίως, αλλά πήρε τουλάχιστον 500 χρόνια για να ολοκλη­ρωθεί η μετάβαση από την παλιά στη νέα θρησκεία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, οι Πατέρες της εκκλησίας, ο Θεοδόσιος και ο Ιουστινιανός, μαζί με τις Συνόδους έσπρωξαν/υποχρέωσαν τους Έλληνες προς την Ορθοδοξία με επίμονες και συ­στηματικές προσπάθειες, οι οποίες, όπως θα δούμε, από πλευράς θρησκευτικής και τε­λετουργικής δεν κατάφεραν να εξοστρα­κίσουν τον αρχαιοελληνικό τελετουρ­γικό και μυστηριακό τρόπο, αλλά τον υιοθέτησαν έστω και μεταμφιεσμένο.

Ο Σικελιανός έχει αφήσει ατέλειωτη μία τραγωδία, τον “Ασκληπιό”, που εκτυλίσσεται στον 5ο μ.Χ. και εμφανίζει την παλαιά και τη νέα θρησκεία να συ­νυπάρχουν, ενώ σε μερικές περιοχές της Ελλάδος συνυπήρχαν μέχρι και τον 10ο μ.Χ. αιώνα. Στο Βυζαντινό Μουσείο των Αθηνών αναπαρίσταται η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής του ορθοδόξου ναού από την παλαιοχριστιανική εποχή μέχρι των ημερών μας, από την οποία προκύπτει ότι ο ορθόδοξος Χριστιανικός ναός χτί­στηκε ακριβώς πάνω στην δομική φιλο­σοφία του αρχαίου ελληνικού ναού (πρόναος, κύριος ναός, ιερό με αγία τράπεζα ή βωμό). Ακόμη και η στέγη ήταν επί αιώνες η ίδια με αυτή του αρ­χαίου ναού, ενώ σε μερικούς απλούς και φτωχούς ορθοδόξους ναούς και ξωκ­κλήσια διατηρείται και σήμερα.

Αριστερά μολύβδινα αναθήματα του 7-3ου αιώνα π.Χ. από τον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος στην Σπάρτη -Δεξιά αναθήματα από σημερινό ορθόδοξο ναό

Ο τελετουργικός και μυστηριακός χα­ρακτήρας της ορθοδόξου χριστιανικής λειτουργίας, μαζί με το μέλος και την υμνωδία, την ιερατική αμφίεση, τα αφιε­ρώματα και το εορτολόγιο αποτελούν την θρησκευτική ιστορική συνέχεια του αρχαίου τυπικού. Ακόμη και ο τόπος ανεγέρσεως των αρχαίων και των ορθο­δόξων ναών είναι επιλεγμένος με τα ίδια φυσιολατρικά κριτήρια. Αμφότεροι έχουν κτιστεί και κτίζονται σε τοποθε­σίες απαράμιλλου φυσικού κάλλους και τοπίου, που αυτόματα ωθούν το θρη­σκευτικό συναίσθημα προς τα ύψη της υπέρβασης.

Ως προς το δογματικό μέρος της ορθο­δοξίας, παραθέτω την άποψη του σοφού Γιώργου Θεοτοκά, όπως διατυπώθηκε στο διαχρονικό του κείμενο “Το “Δαι­μόνιο” του Έλληνα”: “Θα έλεγε ίσως κανείς πως η Ελλάδα δεν αποκήρυξε ποτέ ολότελα τον προγονικό της παγανισμό, μα πως όταν δέχτηκε το χριστιανι­σμό, σαν προέκταση των αρχαίων μυ­στηρίων και του πλατωνισμού, προσάρ­μοσε απάνω της τα στοιχεία του εκείνα που μπορούσαν να συνυπάρξουν με τις παραδόσεις της.
Νομίζει κανείς, πως έγινε κάποιος υποσυνείδητος συμβιβασμός ανάμεσα στο λαό και στη νέα θρησκεία. Ο λαός πήρε από το χριστιανισμό ό,τι του φά­νηκε ωραίο ή χρήσιμο. Η θρησκεία απέφυγε να έρθει σε αντίθεση με τις βά­σεις της πνευματικότητας του λαού, τέ­τοιες που τις νοιώθουμε στα παλιά και στα νεώτερα γραφτά του έργα, ίσα-ίσα προσπαθώντας να ταιριάζει μαζί τους. Κι οι θεοί λάβανε μέρος σ’ αυτήν τη συ­νεννόηση.
Έχασαν βέβαια τα ονόματά τους κι ένα σημαντικό ποσοστό από την εξου­σία τους κι από το κύρος τους, κατόρθω­σαν όμως να διατηρήσουν ως ένα σημείο την προσωπικότητά τους και τη μυθολο­γία τους. Δεν είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τον Άρη κάτω από τη μορφή του αη-Γιώργη, θεού των ελληνικών στρα­τευμάτων, ή τον Ποσειδώνα πίσω από τον αη-Νικόλα, Θεό των ναυτών και των καραβιών. Ο Ιησούς της Ελλάδας έχει ορισμένες ομοιότητες με τον Απόλλωνα και τον Ορφέα. Ο Χάρων έγινε Χάρος”.
Ο Ακαδημαϊκός και καθηγητής της Λαογραφίας Κ. Ρωμαίος σε εκτεταμένη του μελέτη έχει αποδείξει, ότι το χρι­στιανικό εορτολόγιο και οι θρησκευτι­κές μας παραδόσεις (πανηγύρια κλπ) κυ­ριολεκτικώς περπατούν πάνω στα αντί­στοιχα ανάλογα της αρχαιοελληνικής θρησκείας και λατρείας και στις πανάρ­χαιες παραδόσεις.

Και δικαιώνεται ο διεισδυτικός Καβάφης όταν στο περί­φημο ποίημά του “Ιωνικόν” γράφει ότι:

“Κι αν εσπάσαμε τα αγάλματά των
κι αν εδιώξαμεν τους Θεούς από τους ναούς των
διόλου δεν απέθαναν γι’ αυτό οι θεοί”.

Όμως θα επικεντρώσω την προσοχή μου επί ενός θέματος αμιγώς δογματικού χαρακτήρος, όπως τούτο έχει υποπέσει στην αντίληψή μου και όπως βιώνεται στην Ελληνική ύπαιθρο. Για παρά­δειγμα στη Σίφνο υπάρχουν 232 ναοί, ναΐδρια, ξωκκλήσια και μοναστήρια (Μικροί Παρθενώνες). Από αυτά περισ­σότερα από 80 είναι αφιερωμένα και τι­μούν την Παναγία και μόλις 4 τον ίδιο τον Χριστό. Μάλιστα, δε, από τους 28 περισσότερο διακεκριμένους ναούς με δικέφαλο αετό στο δάπεδο, οι 14 εορτά­ζουν την Παναγία. Σε κάθε νομό, επαρ­χία και νησί της Ελλάδος, κατά προτί­μηση την καλοκαιρινή περίοδο και πάν­τως σπανιότατα τον χειμώνα, εορτάζον­ται μεγάλης ακτινοβολίας τετιμημένοι ναοί στο όνομα της μητέρας του Χρι­στού: Παναγία της Τήνου, του Μάλεβη, της Τσακωνίας, της Εκατονταπυλιανής της Πάρου, της Χρυσοπηγής της Σίφνου, την Παναγία του Σουμελά, του Μεγάλου Σπηλαίου κλπ.

 

Ακόμη και ο ναός της Παρθένου Αθηνάς επί της Ακροπόλεως των Αθηνών κατοικήθηκε από την Παρ­θένο Μαρία. Και απορώ και αναρωτιέ­μαι, πόσοι ναοί είναί αφιερωμένοι στο όνομα του ιδρυτή της Χριστιανικής Θρησκείας στον τόπο μας; Ελαχιστότα­τοι. Πηγαίνοντας και λίγο πιο πίσω, ο εθνικός ύμνος των Βυζαντινών αναφέ­ρονταν στην Υπέρμαχο Στρατηγό την Παναγία. Και το ένδοξο ελληνικό έπος του 1940 ετέλη υπό την σκέπη της Πανα­γίας.

Η εκκλησία μέσα σε έναν ναό της Αθηνάς που χτίστηκε το 480 π.Χ.. Ιδρύθηκε για να τιμήσει τη νίκη των Συρακουσών κατά των Καρχηδονίων στη μάχη της Ιμέρας,

Ο ναός βρισκόταν στην ακρόπολη της πόλης. εδώ πλευρά της εκκλησίας όπου οι δωρικοί κίονες στέκονται ακόμα, έχει μετατραπεί σε χριστιανικό ναό το 700 μ.Χ.

Η απάντηση στο ερώτημα είναι εύ­κολη για τους ορώμενους όχι τα αόρατα αλλά τα ορατά έξω από δογματικούς φα­νατισμούς. Ο θρησκευτικός προσανατο­λισμός των κατοίκων του τόπου τούτου από την παλαιολιθική, και οπωσδήποτε από την νεολιθική εποχή, ήταν συνυφα­σμένος με το θείο θαύμα της ελληνικής φύσεως και εκφρασμένος μέσα από την ανεξήγητη γονιμότητά της, που προσήγ­γιζε την έκφρασή της μέσα από την διαιώνια γυναικεία μορφή της αναπαρα­γωγής. Δεν γινότανε αλλιώς.
Το Χρι­στιανικό δόγμα υποχρεώθηκε να αποδε­χθεί, λίαν ευφυώς, την αξεπέραστη πραγματικότητα, να πάρει τον χαρα­κτήρα της Ελληνικής Ορθοδοξίας και να πιστέψουν οι Έλληνες στην άφθαρτη διαιώνια μητέρα, να την προσωποποιή­σουν, να την εξιδανικεύσουν και εν τέλει να την θεοποιήσουν, προσδίδοντας το όνομα όχι της Αγίας Μαρίας των Λατί­νων και της Μαίρης των Προτεσταντών, αλλά της Παν-αγίας μητρός του Θεού, της Θεοτόκου.
Οι Καθολικοί έχουν την γαλανομάτα Μαντόνα στις τρισδιάστατες εικόνες τους και τα ειδωλολατρικά αγάλματά της, οι δε Προτεστάντες την αγνοούν προκλητικά. Η Ελληνική Ορθόδοξη Παναγία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του χριστιανικού μας δόγματος, ως αναγκαία φυσική συνθήκη του θρησκευ­τικού συναισθήματος των Ελλήνων, που θέλει να την ταυτίσει με την Θεία Φυ­σική δημιουργία και την ανεξιχνίαστη αρχή της.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΞΙΣΤΟΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΤΡΩΪΚΟΎ ΠΟΛΈΜΟΥ …ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΕΤΕΙ ΣΤΟ ΔΡΩΜΕΝΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ … ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΒΟΗΘΑ Η ΑΘΗΝΑ

Φυσιολατρεία: η διαιώνια Θρησκεία των Ελλήνων

Μέσα από τις διαφορετικές της εκ­φράσεις η διαιώνια θρησκεία των Ελ­λήνων (Πελασγοελλήνων) είναι μία: H Φύση. Οι βασικές της μορφές από την νεολιθική εποχή της 8ης χιλιετίας π.Χ. μέχρι σήμερα έχουν κοινές ρίζες, που αρδεύονται από το απαράμιλλο κάλλος και θείο θαύμα της Ελληνικής Φύσεως. Η φύση που μας φιλοξενεί, η γη, η θά­λασσα, ο αγέρας, τα βουνά, ο ήλιος και το στερέωμα είναι όλο πνεύμα. Ζούμε σε μία πνευματοποιημένη φύση για τους ορώμενους τα ορατά και τα αόρατα. Το συναίσθημα ξεχειλίζει και κατισχύει της κοινής λογικής.

Στα πλαίσια του φυσικού τούτου θείου δώρου, ήταν επόμενο να εμπεδωθεί το διαιώνιο λαϊκό θρησκευτικό συναίσθη­μα, όλων των εποχών, πέραν παντός δογ­ματισμού και να ταυτιστεί με την διη­νεκή γιορτή των χρωμάτων, του φωτός, των συναισθημάτων και της αυτόματης προσέγγισης του Θείου. Ο διαχρονικός άνθρωπος του τόπου μας αυτόνομα, ενστικτωδώς και κατά θείαν επιταγήν πέ­ρασε από την φυσιο-λατρεία της εποχής του αρχέτυπου, στην προσωποποίηση της Θεάς Γονιμότητας με τα αγαλματί­δια της νεολιθικής εποχής.

Ακολούθησε η άκρως ευαισθητοποιημένη Θεά – Γαία των εκπληκτικών κυκλαδίτικων ειδω­λίων, για να επικυρωθεί και σφραγιστεί η κοινή Θρησκευτική και λατρευτική πορεία των Πελασγών – Προελλήνων με την ιερά ιστορία των Ελλήνων της Θεο­γονίας. Εδώ σαφώς το πρωταρχικό στοι­χείο είναι η πανάρχαια Θεά Γαία και οι δισέγγονες Δήμητρα, Αθηνά, Άρτεμις και εκατοντάδες Μούσες και Νύμφες που εξέφραζαν την εξιδανικευμένη προ­σωποποίηση της φύσεως στην απέραντη πολλαπλότητά της.

Ρώμη Κολώνες της εποχής του Τραΐανού έχουν ενταχθεί σε χριστιανικό ναό

Ο φανατισμός και η εμπάθεια έως κα­ταστροφής των Γαλατοχριστιανών, κυ­ρίως του 5ου μ.Χ. αιώνος, εναντίον κάθε “ελληνικού”, έχει εμποδίσει και εμπο­δίζει ακόμη να διακρίνουμε, ότι πίσω από την Ελληνική Ορθοδοξία κρύβεται και συνεχίζεται ζώσα η διαιώνια Θρη­σκεία της Φυσιο-λατρείας των Ελλήνων που πάντα θέλουν θηλυκού γένους τον Θεό τους.
Και επιμένουν να τον τιμούν και να τον εορτάζουν πανηγυρικά μέσα στην επανάσταση των λουλουδιών και της αν­θοφορίας των χρωμάτων, της καλοκαιρι­νής συγκομιδής και του κατακλυσμιαίου καλοκαιρινού φωτός που είναι όλο πνεύμα.
Η Ορθοδοξία μέσα από το τυπικό και τελετουργικό και την μυστηριακή της μαγεία, διέσωσε αυτούσιο, ό,τι πανάρ­χαιο υπάρχει στις θρησκευτικές μας πα­ραδόσεις από την νεολιθική και κλασ­σική εποχή, φτάνοντας στο σημείο όχι μόνο να προσωποποιήσει ιδανικά το θείο, αλλά και να το εξιδανικεύσει, δια της Παναγίας (και των Αγίων) σε ανώ­τατο βαθμό εξοικείωσης για τον άνθρω­πο. Και όλα ταύτα μακράν του δογματι­κού χαρακτήρος του δυτικού Χριστιανι­σμού και των ευθυνών του για το σημε­ρινό μας χάλι, όταν η ορθοδοξία ουδε­μίαν συμμετοχή έχει.

(Περιοδικό “Τότε…”, τ. 48, Μάιος-Ιούν. 1994)[1]
ΦΩΤ:ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.