Ο Κωνσταντίνος Θ’, 1042 – 1055 Ο Μονομάχος – ο οποίος από την απομόνωση της εξορίας βρέθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο να συμβασιλεύει με τις δύο γηραλέες αυτοκράτειρες (Ζωή και Θεοδώρα), καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Κατά τον Ζωναρά, ο Μονομάχος υπήρξε την ώραν υπέρλαμπρος, ωραίος σαν τον Αχιλλέα, χωρίς όμως να διαθέτει και κάποια από τις αρετές του ομηρικού ήρωα. Υπήρξε άνθρωπος εύθυμος, ομιλητικός, εκλεπτυσμένος, ευγενικός και συμπαθητικός. Αγαπούσε τις χαρές και τις απολαύσεις της ζωής και διακατέχονταν από τη διακαή επιθυμία να ζήσει βίον φιλήδονον και απολαυστικόν (Μιχαήλ Ψελλός). Προκειμένου να πραγματοποιήσει αυτές τις επιθυμίες του, κατασπαταλούσε το δημόσιο χρήμα με πλήρη ασυνειδησία. Συγχρόνως, διασπάθιζε το δημόσιο χρήμα σε γενναίες παροχές προς τους ευνοούμενους και προς τις ευνοούμενες.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Θ΄ΜΟΝΟΜΑΧΟ

H ευημερία και η παντοδυναμία του βυζαντινού κράτους κατά τη βασιλεία της μακεδονικής δυναστείας μετατράπηκε σταδιακά σε περίοδο κρίσης. Κύρια αιτία στάθηκε η έλλειψη ισχυρής


προσωπικότητας στον αυτοκρατορικό θρόνο. ‘Aνδρες ανίσχυροι, ανίκανοι, συχνά εξαρτημένοι από τις γυναίκες τους ή κάποιον ευνούχο του παλατιού, του οποίου μοναδικός σκοπός ήταν το προσωπικό όφελος, διοίκησαν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα το κράτος. Παράλληλα, βαθιά ηθική κρίση άρχισε να μαστίζει τον πνευματικό κόσμο, γεγονός που αποκτά εξέχουσα σημασία στο μέτρο που πνευματικοί άνθρωποι χειρίζονταν τις κρατικές υποθέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής αποτελεί ο Mιχαήλ Ψελλός.
Στην περίοδο αυτή το Βυζάντιο αντιμετώπισε ένα τεράστιο πρόβλημα, καθώς μια έντονη διαμάχη για την πολιτική εξουσία ξέσπασε ανάμεσα στους γραφειοκράτες και τους στρατηγούς (στην ουσία ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και την επαρχία), που στάθηκε καθοριστική για τη διαδοχή στο θρόνο αλλά και όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις, φθείροντας ανεπανόρθωτα το κράτος.

Οι κατακτήσεις του Bασιλείου B’ (976-1025) είχαν δημιουργήσει αναμφισβήτητα ένα γενικό συναίσθημα υπεροχής απέναντι στους εχθρούς του κράτους. Έτσι οι Βυζαντινοί, που είχαν κουραστεί από τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις, θεωρώντας ότι τα σύνορα ήταν πλέον ασφαλή, αλλά και λόγω της διαμάχης πολιτικών και στρατιωτικών, πίστεψαν ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητη μεγάλη στρατιωτική δύναμη και άρχισαν να καταργούν σιγά σιγά το θεσμό των αγροτών-στρατιωτών και να μειώνουν τα στρατεύματα, αντικαθιστώντας τα με μισθοφόρους. Το αποτέλεσμα ήταν να παραμεληθεί ο στρατός και το κράτος να βρεθεί εξαρτημένο από μισθοφορικά σώματα.

Οι μισθοφόροι είχαν επαγγελματική πείρα, μετακινούνταν εύκολα, ήταν ανεξάρτητοι από την εσωτερική πολιτική του κράτους, αλλά ταυτόχρονα στοίχιζαν ακριβά και δεν ήταν πάντα αξιόπιστοι. Συχνά γίνονταν αδίστακτοι, λεηλατούσαν και ερήμωναν τις περιοχές τις οποίες πληρώνονταν για να υπερασπιστούν. Αρκετές φορές μάλιστα πήραν το μέρος των Τούρκων, ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 11ου αιώνα.
Κι ας δούμε συγκεκριμένα παραδείγματα της έντονης διαμάχης για την εξουσία και το πώς ανέβαιναν και κατέβαιναν αυτοκράτορες εκείνη την περίοδο (γύρω στους 14 άλλαξαν μέσα σε 60 περίπου χρόνια).

O Kωνσταντίνος Η’ είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από το 963. Ωστόσο, την εξουσία ανέλαβε μετά το θάνατο του αδελφού του Bασιλείου Β’ (976-1025). Του άρεσε το καλό φαγητό, οι γυναίκες, τα ζάρια, το κυνήγι άγριων θηρίων, οι ιπποδρομίες ακόμα και η πάλη. Έτσι, συνέχισε την άσωτη ζωή του και μετά την άνοδό του στο θρόνο. Ήταν άνθρωπος ικανός αλλά μοχθηρός και ασυγκίνητος μπροστά στις ανάγκες του λαού.

Σε ό,τι αφορά στην εσωτερική πολιτική του, σημαντικό και επαχθές μέτρο που εφάρμοσε ήταν η είσπραξη όλων των καθυστερημένων φόρων των πέντε τελευταίων χρόνων. Το μέτρο έπληξε όχι μόνο τους φτωχούς αλλά και τους δυνατούς, που σύμφωνα με το θεσμό του αλληλέγγυου, υποχρεώθηκαν να πληρώσουν τους φόρους για τους άπορους γείτονές τους. Oι αντιδράσεις ήταν αναπόφευκτες και ο νέος αυτοκράτορας αναζήτησε και τιμώρησε όλους εκείνους που θεωρούσε πιθανούς εχθρούς του και πιθανούς επαναστάτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι χωρίς να διαβαθμίζει τα αδικήματα, τους τιμωρούσε όλους με τύφλωση. Στα θύματά του συγκαταλέγονταν πολλές από τις σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής. Αντικατέστησε επίσης τους περισσότερους από τους ικανούς στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους του Βασιλείου Β’ με ανθρώπους από το περιβάλλον του.

Σε ό,τι αφορά στην εξωτερική πολιτική, ο Κωνσταντίνος δεν ενδιαφερόταν ιδιαιτέρα για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Προσπαθούσε να λύσει τα προβλήματα που παρουσιάζονταν με τη διπλωματία. Μόνο σε όσα σημεία της αυτοκρατορίας συνέχισαν να υπηρετούν οι ικανοί αξιωματούχοι και στρατηγοί της προηγούμενης περιόδου κατορθώθηκε να αντιμετωπιστούν οι εχθρικές επιθέσεις.

Σε ηλικία 73 ετών ο Κωνσταντίνος, όντας άρρωστος, όρισε για διάδοχό του έναν πολιτικό αξιωματούχο, που, όπως φάνηκε, δεν ήταν ιδιαίτερα ικανός για τον αυτοκρατορικό θρόνο. Πρόκειται για τον έπαρχο της πόλης, Ρωμανό Αργυρό,(ΡΩΜΑΝΟΣ Γ’ Ο ΑΡΓΥΡΟΣ Η ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ (1028-1034). δες ΕΔΩ ) που, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος, υποχρεώθηκε να χωρίσει και να παντρευτεί μία από τις τρεις κόρες του αυτοκράτορα, την 52άχρονη Zωή.

Έτσι λοιπόν με τον εντελώς ανίκανο αδερφό του σπουδαίου Βασιλείου του Β’. Ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία τριών ετών! ως πορφυρογέννητος και από μικρός έμαθε να ζει με κραιπάλες και ασωτίες. Τις συνέχισε και όταν ο Βασίλειος πέθανε και βρέθηκε μόνος στο θρόνο. Και μόλις κατάλαβε ότι πεθαίνει, στα 73 του, αποφάσισε να βρει άντρα για τις κόρες του, να μείνει η αυτοκρατορία σε αντρικά χέρια…
Τρεις κόρες είχε. Η μία είχε κιόλας πάει σε μοναστήρι, μπουχτισμένη από όσα έβλεπε στο Ιερό Παλάτιον…
Και οι άλλες δύο τα είχαν τα χρονάκια τους. Η μία έρεπε προς το μοναστικό βίο και αυτή. Η άλλη είχε καλύτερα πράγματα να κάνει από το να παντρευτεί, για τη Ζωή μιλάω. Αναγκάστηκε όμως να ακούσει τον πατερούλη και να δεχτεί τον γαμβρό, τον 60χρονο Ρωμανό. Τρεις μέρες μετά το γάμο ο πατέρας ήσυχος έκλεισε τα μάτια του και ο σώγαμπρος βρέθηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου!!!

Άραβες αιχμάλωτοι, που μετά τη νίκη του Νικηφόρου Καραντινού επί του αραβικού στόλου, έχουν γονατίσει ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ Αργυρού Ο Ρωμανός Γ’ υπήρξε μονάρχης συνετός αλλά είχε την ατυχία να ανέλθει στο θρόνο σε μεγάλη ηλικία. Η μόνη του δράση στα εσωτερικά της Αυτοκρατορίας υπήρξε η κατάργηση του «αλληλέγγυου», η επιεικής είσπραξη των φόρων, η απαλλαγή χρεών πολλών πολιτών και η διανομή άφθονων χρημάτων σε ναούς και Μοναστήρια (εξ’ ου κατά κάποιους και το προσωνύμιο).

Πού να ήξερε ο φουκαράς τι τον περίμενε… Από τη Ζωή… Που υποχρεώθηκε και να χωρίσει για να την παντρευτεί… Ίδια η τύχη με του Αγαμέμνονα όταν γύρισε από στις Μυκήνες. Στο λουτρό τον έπνιξε. Με τη βοήθεια του νεαρού εραστή της.

Αζάζιον. Βυζαντινό φρούριο στη Συρία. Βρισκόταν κοντά στο Χαλέπι και πάνω στη μεθόριο του βυζαντινού κράτους με την επικράτεια των Αράβων. Η στρατηγική του θέση οδήγησε και τις δύο παρατάξεις σε πολύνεκρες μάχες. Το φρούριο κυριεύτηκε από τους Άραβες στην πρώτη κατακτητική εξόρμηση τους τον 7ο αι. μ.Χ. (638). Επανήλθε στον βυζαντινό έλεγχο επί αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά και ξαναπέρασε οριστικά σε αραβικά χέρια το 1030, όταν ο αυτοκράτορας Ρωμανός Γ’ Αργυρός αναγκάστηκε να το εκκενώσει κατά την υποχώρησή του προς την Αντιόχεια.αλλά οι Βυζαντινοί στρατηγοί κατάφεραν να ανακτήσουν την κατάσταση στη συνέχεια, αναγκάζοντας τους Άραβες του Χαλέπιου και να ανδιπλωθούν το 1031.

Χαρακτηριστικό της εποχής ήταν οι συχνές δολοπλοκίες μέσα στο παλάτι ( Το διακύβευμα της εξουσίας ήταν τεράστιο….) Αποτέλεσμα αυτών ήταν και ο σφοδρός έρωτας που αναπτύχθηκε ανάμεσα στην ώριμη σε ηλικία και παραμελημένη από το Ρωμανό αυτοκράτειρα Zωή και το νεαρό Μιχαήλ, αδελφό του ευνούχου Iωάννη Oρφανοτρόφου. Ο τελευταίος θέλησε με τη σχέση αυτή να ικανοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα. Οι αντιδράσεις στο παλάτι για το ειδύλλιο της αυτοκράτειρας σταμάτησαν ξαφνικά.

Η οικογένεια των Παφλαγόνων χρωστούσε την άνοδό της στο θρόνο κυρίως στις ικανότητες του ευνούχου Ιωάννη Ορφανοτρόφου. Στην εικόνα, ο Ιωάννης Ορφανοτρόφος παραλαμβάνει ιερά λείψανα από τον Κωνσταντίνο Δαλασσηνό, μικρογραφία από τη χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη, cod. Vitr. 26-2, fol. 207v, β΄ μισό 13ου αι., Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Όπως πιστεύεται, αιτία στάθηκε η δολοφονική ενέργεια κατά των ισχυρών αντιπάλων της Ζωής, αλλά και του ίδιου ίσως του αυτοκράτορα, που βαριά άρρωστος, πέθανε. Το 1034 και ενώ ο Ρωμανός βρισκόταν ακόμη μέσα στο παλάτι νεκρός, η Ζωή χωρίς να τηρήσει τα προσχήματα έπεισε τον πατριάρχη, με μια δωρεά από πενήντα λίτρες χρυσού, να στέψει το Μιχαήλ Δ’ αυτοκράτορα.
Η Ζωή δε σταμάτησε εδώ.
Όταν λοιπόν ανέβασε τον εραστή της στο θρόνο, ο αυτοκράτορας έχασε αμέσως κάθε ενδιαφέρον για τη Ζωή, ενώ το γεγονός ότι έπασχε από επιληψία και αργότερα και από υδρωπικία, τον εμπόδισε να πραγματοποιήσει αξιόλογο έργο. Η αρρώστια και η πίστη του ότι μόνον ο Θεός μπορούσε να τον βοηθήσει τον οδήγησαν σε κοινωφελή έργα, όπως η ίδρυση πτωχοκομείου στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη λήψη ευνοϊκών μέτρων για την Εκκλησία.

Ο Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από τις 11 Απριλίου του 1034 έως τον θάνατό του στις 10 Δεκεμβρίου του 1041. Όφειλε την ανάδειξή του στην αυτοκράτειρα Ζωή, κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η’ και σύζυγο του Ρωμανού Γ’ Αργυρού

Aπό την αρχή παραμέρισε τους εχθρούς του και ανέθεσε τα περισσότερα αξιώματα σε φίλους, συγγενείς και συμπατριώτες του. Στην πραγματικότητα την εξουσία ασκούσε ο αδελφός του αυτοκράτορα Ιωάννης, άνθρωπος ικανός αλλά και εξαιρετικά ιδιοτελής. Ο Ιωάννης πήρε σκληρά φορολογικά μέτρα με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες του κρατικού ταμείου για την άμυνα, αλλά και για την κάλυψη δαπανών από τις θεομηνίες που έπληξαν την αυτοκρατορία, όπως ένας σεισμός που κατέστρεψε τη Σμύρνη.
H φορολογική πολιτική του Iωάννη διατάραξε όμως και τις εξωτερικές σχέσεις του Βυζαντίου κυρίως με τους Βουλγάρους, στους οποίους ζητήθηκε να πληρώνουν τους φόρους τους σε χρήμα, και όχι πλέον σε είδος, κάτι που τους δημιουργούσε οικονομικά προβλήματα.

Η τύφλωση του Βούλγαρου Π.Δελεάνου από τον Βούλγαρο ηγεμόνα Alausonius εκ μέρους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Ανατολής ,στο παλάτι του κατά την εξέλιξη της επανάστασης του πρώτου

Ταυτόχρονα ο Ιωάννης επέβαλε Έλληνα αρχιεπίσκοπο στην Αχρίδα, σε αντίθεση με το Βασίλειο Β’ (976-1025) που είχε επιτρέψει την εκλογή Βούλγαρου, σεβόμενος το βουλγαρικό λαό…..Μια
διπλωματική κίνηση…..(Γιατί δεν είναι δυνατόν ο Βασίλειος Β΄ «Βουλγαροκτόνος» να το έκανε αυτό για άλλο λόγο..Αυτοί που έσφαζαν τους υπηκόους του ; Και που πήγαν να καταλύσουν την αυτοκρατορία 😉 …… Tο αποτέλεσμα τελικά ήταν να προκληθεί το επαναστατικό κίνημα του Πέτρου Δελεάνου ή Οδελεάνου ενάντια στους Βυζαντινούς (Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ).Εδώ φαίνεται και η προηγούμενη διπλωματία του Βασιλείου Β¨του Βουλγαροκτόνου . Ο αυτοκράτορας κατάφερε τελικά να καταπνίξει την επανάσταση το καλοκαίρι του 1041, όντας ήδη βαριά άρρωστος.

Ο Μιχαήλ Δ΄ ένθρονος κατανικά τους Βούλγαρους.

Έτσι, αφού συνεννοήθηκε με τη Ζωή και τον αδελφό του Ιωάννη, άφησε διάδοχό του τον ανιψιό του Μιχαήλ Ε’. Ο Μιχαήλ Δ’ πέθανε την ίδια χρονιά στη μονή Αγίων Αναργύρων, όπου διέταξε να τον μεταφέρουν καθώς ήταν γεμάτος ενοχές για το θάνατο του προκατόχου του, Ρωμανού Γ’.
Έτσι η Ζωή βρέθηκε στα 65 της χρόνια με ένα “υιοθετημένο” γιο και διάδοχο του θρόνου, τον Μιχαήλ τον Ε’. Και ο οποίος αποφάσισε να την παραμερίσει:

Ο Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης ανέβηκε στο θρόνο το 1041, μόνο για τέσσερις μήνες, χωρίς να προσφέρει κάποιο ιδιαίτερο έργο. Έφερε το επίθετο Καλαφάτης λόγω της απασχόλησής του στο παρελθόν σε ναυπηγεία, όπου καλαφάτιζε μαζί με τον πατέρα του πλοία.(κατά μία άποψη.) Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να πάρει με το μέρος του την τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών, από την οποία και προερχόταν, πότε μοιράζοντας αξιώματα και πότε κάνοντας δωρεές.
Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η σύλληψη και εξορία του θείου του Ιωάννη Ορφανοτρόφου και της συναυτοκράτειρας Ζωής. Έτσι ο Μιχαήλ Ε’ παρέμεινε μονοκράτορας.

Οι Παφλαγόνες ήταν οικογένεια της Μικράς Ασίας καταγόμενη από την Παφλαγονία. Οι εκπρόσωποί της ήταν ταπεινής καταγωγής και ποτέ δεν συμπεριλήφθηκαν στα ανώτερα στρώματα της βυζαντινής αριστοκρατίας. Χρωστούσαν την επιτυχία τους στη θέση του ευνούχου Ιωάννη, γνωστού με το παρωνύμιο Ορφανοτρόφος, ο οποίος από την εποχή του Βασιλείου Β΄ (976-1025) είχε καταλάβει σημαντικά αξιώματα στην αυλή της Κωνσταντινούπολης. Από την οικογένεια αυτή προήλθαν δύο Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγών και Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης. Όμως η προσπάθεια των Παφλαγόνων να δημιουργήσουν δυναστεία απέτυχε μετά την εκθρόνιση και την τύφλωση του Μιχαήλ Ε΄ το 1042. Έπειτα από αυτό, τα μέλη της οικογένειας των Παφλαγόνων απώλεσαν την κοινωνική θέση τους και σύντομα εξαφανίσθηκαν από το ιστορικό προσκήνιο.

Σπάνιο βυζαντινό ιστάμενον νόμισμα της Ζωής και της Θεοδώρας (Απρίλιος – Ιούνιος 1042).
Χρυσός, 4,41 γρ, διάμετρος 25 χιλ. Συλλογή Dumbarton Oaks, Ουάσινγκτον, ΗΠΑ.

Η καθαίρεση όμως της Ζωής, η οποία προερχόταν από τη νόμιμη στην εξουσία δυναστεία, προκάλεσε τις έντονες και βίαιες αντιδράσεις του λαού, που κάλεσε την αδελφή της Ζωής, τη μοναχή ως τότε Θεοδώρα, και την έστεψε αυτοκράτειρα στην Αγία Σοφία. Οι επιθέσεις του λαού ήταν τόσο σφοδρές ακόμη και εναντίον του παλατιού, που ο Μιχαήλ προσπάθησε να τις κατευνάσει ανακαλώντας τη Ζωή από την εξορία.

Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης – Γιος του πατρίκιου και ναυάρχου Στέφανου και ανιψιός, μέσω της μητέρας του Μαρίας Παφλαγόνος, του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄, ανήλθε στο θρόνο χάριν της Ζωής της Πορφυρογέννητης Αυτοκράτειρας, η οποία και τον είχε υιοθετήσει ύστερα από παραινέσεις του Ιωάννη Ορφανοτρόφου και του Μιχαήλ Δ΄. Του απέσπασε όρκους στο ναό της Αγίας Σοφίας ότι θα την σεβαστεί ως μητέρα του και δέσποινα και στην συνέχεια τον έστεψε αυτοκράτορα.
Πρώτη του πολιτική πράξη ήταν η απομάκρυνση του ίδιου του Ορφανοτρόφου και ως κύριο σύμβουλό του όρισε τον νοβελίσσιμο Κωνσταντίνο και τον προεβίβασε στην θέση του Δομέστικου των Σχολών της Ανατολής.
Προσπάθησε να προσεγγίσει την στρατιωτική αριστοκρατία και αυτό φάνηκε με την απελευθέρωση του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη από την φυλακή, που τον είχε κλείσει ο Ορφανοτρόφος. Κατά τους συγγραφείς Σκυλίτζη και Ψελλό ο Ορφανοτρόφος είχε προτείνει στον Μιχαήλ την απομάκρυνση της Αυγούστας.
Αυτός όμως, ενώ φερόταν στην αρχή με σεβασμό προς την ευεργέτιδά του, αργότερα νόμισε ότι δεν είχε πλέον την ανάγκη της και κατά διαταγή του εξορίστηκε στη νήσο Πρίγκηπο τον Απρίλιο του [1042], με την πρόσθετη μάλιστα εντολή να καρεί μοναχή. Η δικαιολογία ήταν ότι η αυτοκράτειρα Ζωή θέλησε να τον δηλητηριάσει. Όταν ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης Αναστάσιος ανέγνωσε στην πλατεία του Κωνσταντίνου τη σχετική Διαταγή (προκήρυξη), στην οποία ο Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης προσπαθούσε να δικαιολογήσει στο λαό τους λόγους της καταδίκης της Ζωής, ακούσθηκε κραυγή από το συγκεντρωμένο πλήθος: «Ημείς σταυροπάτην και καλαφάτην Βασιλέα ου θέλομεν αλλά την αρχέγονον και ημετέραν μητέρα Ζωήν» Στη φωνή αυτή απάντησε σύσσωμος ο παριστάμενος λαός:«Ανασκαφείη τα οστά του Καλαφάτου» και με αυτό δόθηκε το σύνθημα ένοπλης στάσης. Το πλήθος συσπειρώθηκε γύρω από τον πατριάρχη Αλέξιο, τον οποίο θέλησε να απομακρύνει από τον θρόνο ο Μιχαήλ.

Χρυσό ιστάμενον μάλλον του Μιχαήλ Ε’: ο αρχάγγελος Μιχαήλ και ο αυτοκράτορας κρατούν το λάβαρον

Η Σύγκλητος και ο στρατός επανέφεραν την Θεοδώρα από την μονή Πετρίου και την ανευφήμησαν αυτοκράτειρα στο ναό της Αγίας Σοφίας με την αδελφή της Ζωή. ο Μιχαήλ Ε’ για να κατευνάσει το πλήθος επανέφερε τη Ζωή και την περιέβαλλε με αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά τα κουρεμένα μαλλιά της Ζωής εξαγρίωσαν το πλήθος που επιτέθηκε με βέλη και πέτρες.

Ο λαός της Πόλης επιτίθεται στον Καλαφάτη

Χρειάστηκε να επέμβει ο στρατός για να καταπνιγεί η εξέγερση. Το πλήθος έξαλλο έτρεξε και κατέστρεψε τις περιουσίες των Παφλαγόνων που είχαν πλουτίσει ως αργυραμοιβοί (τοκογλύφοι). Ο Μιχαήλ Ε΄ και ο Κωνσταντίνος κατέφυγαν στην μονή Στουδίου, αλλά ύστερα από διαταγή της Θεοδώρας τυφλώθηκαν και εξορίστηκαν…..(Από την κραυγή-σύνθημα της στάσης εκείνης έμεινε στην ιστορία ως Καλαφάτης).
[[Ιωάννη Σκυλίτζη: Σύνοψις Ιστοριών΄, Τhurn, rincepss edition, Βόννη- Μιχαήλ Ψελλού: Xρονογραφία, εκδόσεις Αγριώστις-Κανάκη, Αθήνα 1996- Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τόμ. 13ος, σελ. 680]

Θεοδώρα . 1055-1056 μ.Χ.. τεταρτηρόν νόμισμα.(χάλκινο νόμισμα ) Προτομή του Χριστού, κρατώντας Ευαγγέλια και αναγραφή IC XC, εστεμμένη προτομή της Θεοδώρας, κρατώντας σκήπτρο

Ωστόσο, το τέλος του αυτοκράτορα υπήρξε τραγικό. Mε διαταγή της Θεοδώρας και της Zωής καθαιρέθηκε, τυφλώθηκε και εξορίστηκε.
Το γεγονός αυτό έχει μεγάλη σημασία σε ό,τι αφορά στη διαδοχή στο θρόνο. Η Θεοδώρα και η Ζωή, που ήταν γόνοι της μακεδονικής δυναστείας, παρέμεναν στη συνείδηση του λαού ως οι νόμιμοι δικαιούχοι του αυτοκρατορικού θρόνου, παρά το γεγονός ότι και ο Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης ήταν νόμιμος αυτοκράτορας.
Οι δύο αδελφές κυβέρνησαν για πολύ λίγο καιρό το βυζαντινό κράτος, από τις 21 Απριλίου μέχρι τις 12 Ιουνίου του 1042. Η έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων οδήγησε τη Ζωή στην αναζήτηση νέου συζύγου. H εξηντάχρονη αυτοκράτειρα παντρεύτηκε τελικά τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, γόνο μιας από τις καλύτερες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης.

Sinaiticus gr. 364 Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος, αυτοκράτειρα Ζωή και Θεοδώρα

Δεν ήταν τόσο οι διοικητικές ικανότητες που της έλειπαν όσο, που φοβόταν μην πάρει η αδερφή της η Θεοδώρα τα ηνία και δεν μπορεί η ίδια να καλοπερνά. Αυτό ώθησε τη Ζωή να ξαναπαντρευτεί σε τέτοια ηλικία και μάλιστα σε τρίτο γάμο. Λέγεται μάλιστα πως άλλον είχε βάλει στο μάτι στην αρχή, και μάλιστα παντρεμένο. Μαθημένη και από τον πρώτο της άντρα που τον υποχρέωσαν να χωρίσει για να την παντρευτεί… Το έμαθε όμως η γυναίκα αυτού του άλλου και προτίμησε να τον φαρμακώσει παρά να την τον αρπάξει η μέγαιρα. Έτσι η Ζωίτσα στράφηκε στον Κων/νο το Μονομάχο… Αυτός ήταν και ο τελευταίος της σύζυγος, αφού πέθανε εκείνη πριν απ’ αυτόν. Γύρω στα 1050. Κι αφού την πάτησε πανηγυρικά μαζί του.

Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος

Ο Κωνσταντίνος Θ Μονομάχος μα την Αυγούστα Ζωή με το αυτοκρατορικό πλοίο φθάνουν στο Παλάτιον

Την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κυβέρνησε από το 1042 μέχρι το 1055 ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος. Ήταν άνθρωπος με αριστοκρατική καταγωγή, γοητευτικός και με εκλεπτυσμένη συμπεριφορά. Αποστρεφόταν τη σοβαρότητα και τις κακές ειδήσεις και επιθυμούσε να περάσει τα χρόνια της βασιλείας του ειρηνικά. Ο Μιχαήλ Ψελλός λέει μάλιστα ότι έρεπε από τη φύση του στις ηδονές και στις απολαύσεις.
Ο αυτοκράτορας εγκατέστησε την ερωμένη του Mαρία Σκλήραινα στο παλάτι και της έδωσε τον τίτλο της σεβαστής, παρά τις αντιδράσεις του λαού υπέρ της νόμιμης διαδόχου Ζωής. Για να κερδίσει την εύνοια των Κωνσταντινουπολιτών έδωσε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό αξιωμάτων και χρημάτων. Για τον ίδιο λόγο πρόσφερε θεάματα στην Πρωτεύουσα, φέρνοντας από την Αίγυπτο ζώα εξωτικά που προκάλεσαν μεγάλο θαυμασμό. Η σπάταλη ζωή του αυτοκράτορα, που σχολίασαν πολλοί συγγραφείς, όπως ο Ιωάννης Σκυλίτζης και ο Κεκαυμένος, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στο κρατικό ταμείο και οδήγησε στην επιβολή βαριάς φορολογίας.

Ο γάμος της Ζωής με τον Κωνσταντίνο Θ’

Χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής του Μονομάχου ήταν αφενός η αδιαφορία του αυτοκράτορα για τις υποθέσεις του κράτους, αφετέρου οι ραδιουργίες, η ηθική διαφθορά και η κακοπιστία ανάμεσα στους συμβούλους του. Tο κλίμα αυτό προκάλεσε σειρά εξεγέρσεων.
Eίναι ενδεικτικό ότι στα 32 χρόνια διακυβέρνησης του Μονομάχου σημειώθηκαν 30 στάσεις, ενώ πολλοί ήταν οι στρατηγοί που εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν ή τυφλώθηκαν. Τόσο ο Γεώργιος Μανιάκης όσο και ο Θεόφιλος Ερωτικός, κυβερνήτης της Κύπρου, αλλά και ο Λέοντας Τορνίκιος, που έφτασε μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, στασίασαν, χωρίς όμως επιτυχία.

Τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα του κράτους σταδιακά αυξήθηκαν και ο Κωνσταντίνος αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να τα αντιμετωπίσει. Ωστόσο, το κράτος συνέχιζε να απολαμβάνει τους καρπούς της ισχυρής βασιλείας του Βασιλείου Β’ (976-1025), με αποτέλεσμα η κακή διοίκηση να μη γίνεται εμφανής σε όλη της την έκταση. Από τα σημαντικότερα στοιχεία της εσωτερικής πολιτικής του Μονομάχου ήταν η εισαγωγή του θεσμού της πρόνοιας, σύμφωνα με τον οποίο παραχωρούνταν μεγάλες εκτάσεις μαζί με τους φόρους τους σε πολίτες, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους.Ο θεσμός υπήρξε καθοριστικός για την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του βυζαντινού κράτους.

Την εποχή αυτή εισήχθη πιθανότατα και η εκμίσθωση των κρατικών φόρων σε ιδιώτες, (Μια καινοτομία ) με εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα για τους φορολογούμενους λόγω της εκμετάλλευσής τους από τους εκμισθωτές. H αντιπαράθεση των γραφειοκρατών της Κωνσταντινούπολης με τους στρατιωτικούς αξιωματούχους εντάθηκε. Η πολιτική του Μονομάχου ευνόησε τους πρώτους, στους οποίους έδωσε φορολογικές απαλλαγές και άλλα προνόμια. Ταυτόχρονα, μείωσε τη στρατιωτική δύναμη του κράτους. Πολλοί άξιοι στρατηγοί απολύθηκαν και η οικονομική υποστήριξη στα στρατεύματα των θεμάτων ελαττώθηκε. Ο αυτοκράτορας υποχρέωσε επίσης ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα να εξαγοράσουν τη στρατιωτική υπηρεσία τους με σκοπό να συγκεντρώσει χρήματα.
Έφτασε να απογυμνώσει την περιοχή της Ιβηρίας (Καυκάσου) και της βυζαντινής Μεσοποταμίας από το στρατό και να καταστήσει το κράτος σε μεγάλο ποσοστό εξαρτημένο από τους μισθοφόρους. Στην εποχή αυτή σημειώθηκε υποτίμηση του χρυσού νομίσματος, που ωστόσο δεν οφειλόταν στη οικονομική κρίση αλλά στην αύξηση των χρηματικών συναλλαγών, καθώς η οικονομία του βυζαντινού κράτους αποκτούσε ολοένα και περισσότερο νομισματικό χαρακτήρα.

Ο αυτοκράτορας πραγματοποίησε πολλά κοινωνικά και κοινωφελή έργα, όπως ίδρυση νοσοκομείων, γηροκομείων, πτωχοκομείων. Έδωσε οικονομική ενίσχυση στην Εκκλησία και σε μοναστικά ιδρύματα και το όνομά του συνδέεται τόσο με την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη όσο και με τη Νέα Μονή στη Χίο.

Κωνσταντίνος Θ’ και Ζωή-Υπέρθυρον ψηφιδωτό του 11ου αι. από τον ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως

Νέα Μονή Χίου- Το μοναστηριακό συγκρότημα της Νέας Μονής, το επιφανέστερο μνημείο των μεσαιωνικών χρόνων στη Χίο, ιδρύθηκε στα μέσα του 11ου αι. με αυτοκρατορική χορηγία. Η Ζωή και η Θεοδώρα, κόρες του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η΄ και ανιψιές του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, καθώς και ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος, τρίτος σύζυγος της Ζωής, στάθηκαν οι χορηγοί για την κατασκευή του μνημείου.
Η ίδρυση της μονής συνδέεται με μοναστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία στη θέση όπου κτίσθηκε το Καθολικό είχε βρεθεί από τρεις Χιώτες ασκητές θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, κρεμασμένη σε κλάδο μυρσίνης. Οι ασκητές, Νικήτας, Ιωάννης και Ιωσήφ, προφήτευσαν ότι ο εξόριστος τότε στη Λέσβο Κωνσταντίνος Μονομάχος θα ανέβαινε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και σε αντάλλαγμα της προφητείας τους απέσπασαν από τον μελλοντικό αυτοκράτορα την υπόσχεση πλουσιοπάροχης δωρεάς για την ανέγερση ναού στη θέση της μυρσίνης. Μετά την ανάρρηση του Μονομάχου στο θρόνο, η υπόσχεσή του πραγματοποιήθηκε και τότε ανοικοδομήθηκε το Καθολικό και στη συνέχεια διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά. Το 1049 έγιναν τα εγκαίνια του ναού και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μετά το θάνατο του Μονομάχου το 1055, επί της βασιλείας της Θεοδώρας (1055-1056).

Νέα Μονή Χίου

Ο Μονομάχος προίκισε το μοναστήρι με ειδικές προσόδους, κτήματα, με το δικαίωμα να έχει πλοίο και το ευνόησε με φορολογικές απαλλαγές και με την καθιέρωση του δικαιώματος να είναι αυτοδέσμευτο και αυτεξούσιο. Τα προνόμια αυτά επικυρώθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν από τους επόμενους αυτοκράτορες, με αποτέλεσμα η Νέα Μονή να είναι ένα από τα πιο ονομαστά και πλούσια μοναστήρια του Αιγαίου μέχρι τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, οπότε και άρχισε η παρακμή του.

Σημαντικό υπήρξε εξάλλου το ενδιαφέρον του αυτοκράτορα και για την παιδεία, όπως φανερώνει η ίδρυση ανώτατης κρατικής σχολής στη μονή Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων. Ο βυζαντινός στρατός κατάφερε με πολύ μικρές απώλειες να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του τόσο στα ανατολικά όσο και στα δυτικά σύνορα κατά τη βασιλεία του Μονομάχου.
Εδαφικά το βυζαντινό κράτος αυξήθηκε λίγο, με την παράδοση, το 1044, του Ανίου και της Μεγάλης Αρμενίας, μετά το θάνατο του Ιωβασενίκη, που κυβερνούσε τις χώρες αυτές. Η παράδοση αυτή αποτελούσε ωστόσο συμφωνία που είχε κάνει ο Bασίλειος Β’ (976-1025) και όχι επιτυχία του Μονομάχου. Η επίθεση των Aράβων στην Ιταλία και η κατάκτηση των εκεί βυζαντινών κτήσεων αντιμετωπίστηκε από το στρατηγό Γεώργιο Mανιάκη. Ο άξιος στρατηγός θα είχε ολοκληρώσει την αποστολή του, αν δεν τον ανακαλούσαν στην Κωνσταντινούπολη λόγω των γνωστών συκοφαντιών εις βάρος του και των ραδιουργιών που επικρατούσαν. Το Σχίσμα, το 1054, αποτελεί ένα από τα γεγονότα που σημειώθηκαν κατά τη βασιλεία του Μονομάχου.

Σχίσμα των Εκκλησιών
Κατά το προτελευταίο έτος της μετριότατης βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου, συνέβη το οριστικό Σχίσμα ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, Ορθόδοξη Ανατολική αφενός, Δυτική Ρωμαιοκαθολική αφετέρου. Το γεγονός αυτό δεν υπήρξε ένα απλό εκκλησιαστικό ή πολιτικό επεισόδιο αλλά μέγα γεγονός πανχριστιανικής, πανευρωπαϊκής και παγκόσμιας σημασίας. Καθόρισε τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών επί αιώνες, επηρέασε καταλυτικά τις μεταξύ Βυζαντίου και κρατών της Δυτικής Ευρώπης πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις και καθόρισε αρνητικά τις πολιτικές και ιστορικές τύχες του Βυζαντίου και γενικότερα της Ευρώπης, Ανατολικής και Δυτικής. Το σχίσμα του 1054 δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία αλλά το αποκορύφωμα της διαιρέσεως του χριστιανικού κόσμου που υπήρχε από τον 9ο αιώνα. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το πολύπλοκο και δυσερμήνευτο αυτό ιστορικό γεγονός θα πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή τα ποικίλα αίτια που το προκάλεσαν. Μπορούμε να τα διακρίνουμε α) σε θεολογικά (δογματικά), β) σε εκκλησιαστικά (λειτουργικά και διοικητικά), γ) σε πολιτικά και δ) σε ιδεολογικά (πολιτιστικά).

Προβλήματα και συγκρούσεις

Προβλήματα και συγκρούσεις υπήρξαν και στις σχέσεις με τους Ρώσους και τους Πετσενέγκους στα Bαλκάνια. Οι τελευταίοι μάλιστα κατάφεραν να αποσπάσουν, ύστερα από αλλεπάλληλες νίκες, τόσο χρήματα και εδάφη όσο και τίτλους για τους άρχοντές τους. Η οριστική απόσπαση του σερβικού κράτους της Ζέτας το 1042, (Είχε μόλις ανέβει στον θρόνο και ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων καταστάσεων) ήταν ένα από τα αρνητικά αποτελέσματα της πολιτικής του Μονομάχου. Η ανεπιτυχής στρατιωτική πολιτική του αυτοκράτορα συνέβαλε όμως και στην αύξηση των τουρκικών επιδρομών στην Ανατολή.

Σύγκρουση του Ρωμέϊκου στρατού της αυτοκρατορίας με Πετσενέγους -Ιωαν. Σκυλίτζη.

Ο τρίτος σημαντικός αντίπαλος που είχε να αντιμετωπίσει το Βυζάντιο κατά την εποχή του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου ήταν οι Πατσινάκες ή Πατζινάκες ή Πετσενέγοι. Ήταν λαός τουρκικής καταγωγής, νομαδικός και πολεμοχαρής.
Κατά την πρώιμη περίοδο του ιστορικού του βίου ήταν εγκατεστημένος στη Νότια Ρωσία, δυτικά από την Κασπία Θάλασσα, μεταξύ των ποταμών Ουράλη και Βόλγα. Από εκεί πιεζόμενοι από τους Ούζους που ήταν και αυτοί τουρκικό έθνος, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν δυτικότερα και να εγκατασταθούν στην περιοχή βόρεια από το Δούναβη (10ος αιώνας), αφού απώθησαν τους Ούγγρους.
Κατά τη διάρκεια του δέκατου αιώνα, η βυζαντινή διπλωματία χρησιμοποιούσε συχνά τους Πατσινάκες κατά των Βουλγάρων, των Ούγγρων και των Ρώσων. Όμως, από τότε που ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος υπέταξε ολοκληρωτικά τη Βουλγαρία (1018), η κατάσταση ως προς τα βόρεια σύνορα του βυζαντινού κράτους άλλαξε ριζικά γιατί τώρα δεν υπήρχε πια η ενδιάμεση περιοχή που χώριζε το βυζαντινό κράτος από τις ορδές των Πατσινακών.

Το 1026 ο άρχοντας του Σιρμίου και δούκας της Βουλγαρίας απέκρουσε τους Πατσινάκες. Το 1033 και το 1036 επιχείρησαν καταστρεπτικές επιδρομές στη Μυσία, στη Θράκη και στη Μακεδονία. Κατά την εποχή της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’, το βυζαντινό κράτος ανέπτυξε σημαντική στρατιωτική και διπλωματική δράση κατά των Πατσινακών. Και ιδού πώς:
Ενας από τους στρατιωτικούς ηγέτες των Πατσινακών, ονόματι Κεγένης, επαναστάτησε εναντίον του αρχηγού του Τυράχ, αλλά επειδή ηττήθηκε κατέφυγε με ένα μέρος των ομοφύλων του στον Κωνσταντίνο Θ’ προσφέροντας τη φιλία του και υποσχόμενος να βαπτιστεί Χριστιανός και να βοηθήσει τον αυτοκράτορα.
Ο Κωνσταντίνος Θ’ δέχτηκε την ανέλπιστη συμμαχία του Κεγένη και του παραχώρησε εδάφη και τρία φρούρια στο Δούναβη. Συγχρόνως, τον εκάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη όπου του έγινε μεγαλοπρεπής υποδοχή και του απονεμήθηκε ο τίτλος του πατρικίου. Ο Κεγένης, αφού εγκαταστάθηκε στα βυζαντινά εδάφη άρχισε επιδρομές κατά των ομοφύλων του που κατοικούσαν βόρεια από το Δούναβη. Έτσι αποκορυφώθηκε ο εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα στους αρχηγούς αυτού του βαρβαρικού λαού.
Κατά το Δεκέμβριο του 1048 ο ηγεμόνας των Πατσινακών, Τυράχ, επωφελούμενος από την αποκρυστάλλωση (πάγωμα) του ποταμού Δούναβη, πέρασε τον ποταμό και άρχισε τη λεηλασία και την καταστροφή της Μυσίας (σημερινής περίπου Βουλγαρίας και της Θράκης). Τότε τα στρατεύματα των θεμάτων Βουλγαρίας και Μακεδονίας μαζί με τον Κεγένη και τους συμπολεμιστές του κατενίκησαν τους επιδρομείς.
Ο ίδιος ο Τυράχ συνελήφθη αιχμάλωτος μαζί με δεκάδες χιλιάδες συμπολεμιστές του. Οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου βαπτίστηκε Χριστιανός και έτυχε μεγάλων τιμών και αξιωμάτων. Εν τω μεταξύ, ο αιμοχαρής Κεγένης πρότεινε καθολική σφαγή των αντιπάλων του βαρβάρων, αλλά οι Βυζαντινοί θεώρησαν μια τέτοια πράξη βαρβαρική και ανόσια και προτίμησαν να τους εγκαταστήσουν στις έρημες πεδιάδες της Βουλγαρίας, της Σαρδικής, της Ναϊσσού και της Ευτζαπέλου.
Πολλούς Πατσινάκες χρησιμοποίησε η αυτοκρατορία ως μισθοφόρους στη Μικρά Ασία κατά των Σελτζούκων Τούρκων. Οι παραπάνω επιτυχίες των Βυζαντινών δεν κατόρθωσαν να αποσοβήσουν τελικά τη νέα διάβαση των Πατσινακών νότια από το Δούναβη σε πλουσιότερες περιφέρειες. Ο Κωνσταντίνος Θ’ αντιλήφθηκε τη σημασία του από Βορρά κινδύνου και προσπάθησε να τον αποτρέψει.
Εστειλε τότε εναντίον των ενωμένων τώρα Πατσινακών πολυάριθμο στρατό επικεφαλής του οποίου ήταν ονομαστοί στρατηγοί. Οι Βυζαντινοί παρά τις αρχικές τους επιτυχίες δεν μπόρεσαν, τελικά, να τους αναχαιτίσουν για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί ο αριθμός τους ήταν εξαιρετικά μεγάλος (800.000 κατά τον Κεδρηνό) και δεύτερον γιατί έλειπε από τους Βυζαντινούς η ενιαία καλή διοίκησις (Κ. Αμαντος). Σε τρεις μάχες που έγιναν στη Διάμπολη και στο Διακενέ (το 1049) και στην Αδριανούπολη (το 1050) τα βυζαντινά στρατεύματα έπαθαν βαριές απώλειες. Τελικά, το 1053 ο Κωνσταντίνος Θ’ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη έναντι χρηματικών χορηγιών και απονομής τιμητικών τίτλων στους πιο εξέχοντες ηγέτες των Πατσινακών.

Επίσης οι Σελτζούκοι Τούρκοι, συγκεντρώνοντας διάφορες πολεμικές ομάδες, δημιούργησαν μεγάλη δύναμη και αποτελούσαν αυξανόμενο κίνδυνο για τις περιοχές προς τις οποίες κινούνταν, ανάμεσα στις οποίες το Βυζάντιο και η Αρμενία. O βυζαντινός στρατός, αν και αρκετά μειωμένος λόγω της αντιστρατιωτικής πολιτικής του Μονομάχου, κατόρθωσε να διατηρήσει τα αρμενικά σύνορα αμετάβλητα.

Ένα εμβληματικό κόσμημα με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο και τους συν αυτώ.

Στα σημαντικότερα είδη μικροτεχνίας του Βυζαντίου ανήκουν αντικείμενα διακοσμημένα ή κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου από σμάλτο. Τα πολύτιμα αυτά έργα τέχνης χρησιμοποιούνταν στο αυτοκρατορικό περιβάλλον καθώς επίσης και στον εκκλησιαστικό χώρο. Ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος (913-959) περιγράφει στο έργο του “Έκθεσις της βασιλείου τάξεως” σμάλτα που χρησιμοποιούνταν ως διπλωματικά δώρα προς ξένους ηγέτες, ως διακοσμητικά για το παλάτι, ακόμη και ως εξαρτήματα της ιπποσκευής των αυτοκρατορικών ίππων.
Γνωρίζουμε μάλιστα και την ύπαρξη ενός αυτοκρατορικού εργαστηρίου που βρισκόταν στην περιοχή του Μεγάλου Παλατίου. Στέμματα, διαδήματα και διαφόρων ειδών κοσμήματα διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας, το μεγαλύτερο όμως μέρος των αντικειμένων από σμάλτο προοριζόταν για εκκλησιαστική χρήση: σταυροθήκες, καλύμματα ιερών βιβλίων, δισκοπότηρα και μικρές εικόνες. Η τεχνική με την οποία κατασκευάζονταν τα βυζαντινά σμάλτα ήταν η εξής: σε μια λεπτή πλάκα από χρυσό δημιουργούσαν σχέδια με λεπτά ελάσματα χρυσού και τα κενά γεμίζονταν με υαλόμαζα σε σκόνη, στην οποία πρόσθεταν μέταλλα και οξείδια μετάλλων που έδιναν στο γυαλί διαφορετικές αποχρώσεις. Ολόκληρη η πλάκα τοποθετούνταν μέσα σε ειδικά σκεύη πάνω σε φωτιά, έτσι ώστε να λιώσει η υαλόμαζα.

ΣΤΕΜΜΑ Ή ΔΙΑΔΗΜΑ

To περίφημο στέμμα του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου (1042-1055),εξαιρετικό δείγμα βυζαντινής μικροτεχίας, με τις παραστάσεις του αυτοκρατορικού ζεύγους, θεωρείται διπλωματικό δώρο προς τη σύζυγο του βασιλιά Ανδρέα της Ουγγαρίας (1046-61).Το στέμμα του Κωνσταντίνου του Μονομάχου, μετά από μεγάλη επιστημονική συζήτηση, θεωρείται σήμερα αυθεντικό. Έχει υποστηριχθεί επίσης ότι δεν επρόκειτο για στέμμα που φοριόταν στο κεφάλι, αλλά για διάδημα που φοριόταν στο χέρι, όταν επέστρεφε ο αυτοκράτορας νικητής από πολεμική εκστρατεία. Σε αυτή την περίπτωση, οι δύο χορεύτριες αντιπροσώπευαν είτε Νίκες είτε την Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη (Ρώμη και Κωνσταντινούπολις εν τω ονόματί σου αγγαλιάσονται). Σήμερα αποθησαυρίζεται στο Εθνικό Μουσείο της Ουγγαρίας, στη Βουδαπέστη.

Το χρυσό στέμμα του Κωνσταντίνου Μονομάχου. Εικονίζεται ο ίδιος, η γυναίκα του Ζωή και η αδελφή της Θεοδώρα.
Ακόμα εικονίζονται δύο χορεύτριες, ίσως Νίκες, και οι αρετές που θα έπρεπε να έχει ο αληθινός ηγεμόνας:
την ΑΛΗΘΕΙΑ και την ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ.

Η πίσω πλευρά του στέμματος του Κωνσταντίνου Μονομάχου.

Πλήρης ανάπτυγμα του στέμματος του Κωνσταντίνου Μονομάχου. Η ΑΛΗΘΕΙΑ (δεξιά) και η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ (αριστερά) στις άκρες του στέμματος.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ
Ο ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ.

ΖΩΗ Η ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΑ.

ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΑ.

ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ (ΝΙΚΗ;).

Η ΑΛΗΘΕΙΑ.

Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ.

ΕΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ

Η θανατηφόρα “πλευρίτιδα” του αυτοκρτορα Κωνσταντίνου του Θ΄ του Μονομάχου.

Μια Ιατροϊστορική Αναφορά

Συγγραφείς:
Γρηγόρης Στρατάκος,
Φώτης Βλαστός

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Στην παρούσα εργασία εξετάζεται η ασθένεια και ο θάνατος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, τρίτου συζυγου της πορφυρογέννητης αυγούστας Ζωής. Ο Κων/νος μετά την άνοδό του στο θρόνο εμφάνισε τα συμπτώματα μιας χρόνιας αρθροπάθειας η οποία επέλαυνε σε ώσεις και κατέλειπε βαριές αναπηρίες και παραμορφώσεις των άκρων του. Μετά από 12 έτη συνεχούς επιδείνωσης της αρθρίτιδός του, παρουσίασε βαριά αναπνευστική δυσχέρεια που αποδόθηκε από τους γιατρούς του σε πλευροπνευμονική λοίμωξη και η οποία λίγες μέρες αργότερα τον οδήγησε στο θάνατο. Η νόσος του αυτοκράτορα εξετάζεται διαφοροδιαγνωστικά και συμπεραίνεται ότι μάλλον επρόκειτο για ρευματοειδή αρθρίτιδα με συστηματικές εκδηλώσεις και επινέμηση του αναπνευστικού, πιθανότατα με αμφοτερόπλευρη υπεζωκοτική συλλογή. Η συμμετοχή του αναπνευστικού και η εγκατάσταση αναπνευστικής ανεπάρκειας, ευθύνονται για το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου, που συνέβη το 1055, αφήνοντας το θρόνο του Βυζαντίου χωρίς ουσιαστική διαδοχή και βάζοντας τέρμα στη λαμπρή Μακεδονική δυναστεία.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΑΧΟΥ

Από τα μέσα του δεκάτου ως τα μέσα του ενδεκάτου αιώνα, η βυζαντινή αυτοκρατορία βρίσκεται στο απόγειο της δόξας της. Μια σειρά κατακτήσεων και επεκτάσεων σε όλους τους τομείς καθιστούν το Βυζάντιο, κάτω από το σκήπτρο της Μακεδονικής δυναστείας, την αδιαφιλονίκητη μεγάλη δύναμη της εποχής του.
Από τις τρεις κόρες του Κωνσταντίνου του Η΄, η μεγαλύτερη, η Ευδοκία, είχε παραμορφωμένο το πρόσωπο από την ευλογιά και είχε φορέσει το μοναχικό ένδυμα. Ο γηραιός βασιλιάς, μόλις στην επιθανάτια κλίνη του, αποφάσισε να παντρέψει τη δεύτερη κόρη του Ζωή, με τον έπαρχο της Κωνσταντινουπόλεως Ρωμανό Αργυρό. Η Ζωή παντρεύεται και ανεβαίνει στο θρόνο ως “γαληνοτάτη” Αυγούστα σε ηλικία 52 ετών, το 1028.

Τον πρώτο της σύζυγο Ρωμανό τον Γ΄ τον Αργυρό θα τον δηλητηριάσει και θα τον εξοντώσει χάριν του δευτέρου συζύγου της Μιχαήλ Δ΄ του Παφλαγόνα. Αυτός όμως πάσχει από βαριά επιληψία και πεθαίνει “υδροπικός”. Μεσολαβεί ένα διάστημα ολιγόμηνης εξορίας που της επιβάλλει ο θετός γιός της Μιχαήλ Καλαφάτης τον οποίο και αυτόν δεν αργεί να εκτοπίσει γιά να ξαναβασιλεύσει ως συναρχόντισσα με την μικρότερη αδελφή της Θεοδώρα. Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1042 νυμφεύεται σε τρίτο γάμο, αυτή τη φορά τον κατά 24 χρόνια νεότερό της Κωνσταντίνο τον Θ΄ τον επικαλούμενο Μονομάχο1.

Αφορμή του άρθρου αυτού στάθηκαν οι πληροφορίες που διασώζονται στα έργα χρονικογράφων της εποχής και ιδιαίτερα του σοφολογιοτάτου Μιχαήλ Ψελλού (ιατρού και λογίου της αυτοκρατορικής αυλής και αυτοκρατορικού γραμματέα) σχετικά με την ασθένεια και το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου και της ευνοούμενής του σεβαστής Μαρίας Σκλήραινας. Ο θάνατος και των δύο αυτών προσώπων βύθισε σε πένθος την αυλή και επηρέασε την εξέλιξη της δυναστείας και την τύχη της αυτοκρατορίας.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

“Εύχου μη εμπεσσείν σε εις χείρας ιατρού, ει και σφόδρα εστίν επιστήμων… Είπερ ουν θέλης εμπεσσείν εις χείρας ιατρών, φαγών αρίστω εις κόρον, απέχου δείπνων, και ουκ οχλήσει σε ύλη εγκειμένη τω στόμαχώ σου. Αλλά και ει επέλθη σοι αρρωστια, νήστευσον και ιαθήση χωρίς ιατρού”2.

Παρά τις σοφές συστάσεις του Κεκαυμένου, οι βυζαντινοί συχνά έπεφταν στα χέρια των γιατρών. Ακόμα και οι ευγενείς του “ιερού παλατίου” δεν ξέφευγαν από την κοινή μοίρα και υφίσταντο τόσο τις διάφορες ασθένειες όσο και τις ανεπαρκείς θεραπευτικές πράξεις των ιατρών της εποχής τους.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος, ευπατρίδης συγκλητικός και εκπρόσωπος της βυζαντινής αριστοκρατίας, ανήλθε στο θρόνο ως τρίτος σύζυγος της Αυγούστας Ζωής το 1042. Εκείνος βρισκόταν σε ηλικία 42 ετών και εκείνη διήνυε ήδη το 64 έτος της. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1047, μας λέγει ο Ψελλός, ο αυτοκράτορας εμφάνισε την πρώτη βαριά κρίση αρθρίτιδας που τον εξέθεσε δημοσίως. Πονούσε τόσο πολύ ώστε τα χέρια του ήταν παράλυτα και τα πόδια του μετά βίας μπορούσε να τα κινήσει. Το κακό όμως είχε αρχίσει αρκετά χρόνια νωρίτερα.

Ήδη από τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του, το 1042, ο Κωνσταντίνος είχε αρχίσει να υποφέρει στις αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών του και να παρουσιάζει παραμορφώσεις τους, σε βαθμό μάλιστα που να αμαυρώνεται γρήγορα το “κάλλος” του. Οι αυλικοί και ο λαός, σύμφωνα με τις αξίες που κρατούσαν στην εποχή, απέδιδαν τη νόσο στη φιλήδονη και αμαρτωλή ζωή που ζούσε ο αυτοκράτορας.

Ο Κωνσταντίνος ο Θ΄ διατηρούσε ανοικτά ερωτικό δεσμό με την όμορφη και έξυπνη Μαρία Σκλήραινα στην οποία είχε απονείμει τον τίτλο της “σεβαστής”. Η Μαρία γόνος της αρχοντικής οικογενείας των Σκληρών, φιλοδοξούσε να ανεβεί στο θρόνο στο πλευρό του Κωνσταντίνου μόλις πέθαινε η υπέργηρη αυγούστα Ζωή. Δεν πρόλαβε ωστόσο να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες της αφού το 1045 μια αιφνίδια κρίση “άσθματος” απέβη γι’ αυτήν μοιραία.

Η αρθριτική νόσος του αυτοκράτορα συνεχώς χειροτέρευε. Παρουσίαζε εξάρσεις και υφέσεις. Αρχικά προσέβαλλε τα κάτω άκρα σε βαθμό που έπρεπε να μεταφέρεται σε ειδική τροχήλατη καρέκλα. Λίγο αργότερα οι πόνοι επεκτάθηκαν στα άνω άκρα, στις αρθρώσεις των αγκώνων και στις πηχεοκαρπικές καθώς και στους ώμους. Εν συνεχεία άρχισαν οι παραμορφώσεις των αρθρώσεων: “Είδον εγώ τους ευφυείς εκείνω δακτύλους απαρνησαμένους το οικείο σχήμα, αντικαμφθέντας δε εις εσοχάς τε και εξοχάς, ως μηδέ του τυχόντος περιδράττεσθαι δύνασθαι. Των δε ποδών αυτώ συγκαμφθέντων, ώσπερ τι ωλέκρανον το γόνυ εξώγκοτο. Ένθεν τοι ουδέ στάσιμον είχε την βάσιν, ούθ’ όλως εξώρθοτο, αλλά κλινοπετής τα πολλά ην, οπότε δε χρηματίζειν αιροίτο, ξυναρμοζόμενός τε και ξυμπλαττόμενος”3.

Η Αυγούστα Ζωή, παρά τα μυστικά φίλτρα νεότητας που παροιμιωδώς κατασκεύαζε, πέθανε τελικά από γήρας και εξάντληση το 1050, σε ηλικία 74 ετών. Το γεγονός αυτό όμως δεν ευνόησε καθόλου τον 50χρονο αυτοκράτορα, ο οποίος έμεινε μόνος μεν, ανίκανος δε για τη διοίκηση του κράτους. Οι πόνοι του χειροτέρευαν συνεχώς και οι κρίσεις της αρθρίτιδας γίνονταν συχνότερες, διαρκούσαν δε όλο και περισσότερο. Για το λόγο αυτό είχε κατασκευάσει σε κάποιο χώρο στο Ιερό Παλάτιο μια θερμαινόμενη πισίνα, όπου πολλές φορές την ημέρα έπαιρνε το λουτρό του, πασχίζοντας με τη λουτροθεραπεία να απαλλαγεί από τους πόνους του. Χωρίς να το αντιληφθεί -μας λέγει ο Μ. Ψελλός4- πήρε κρύωμα στα πλευρά (“πληγήν εξ αέρος επι την πλευράν εισδεξάμενος”) και ενώ αρχικά η κατάσταση δεν φαινόταν σοβαρή, άρχισε τις επόμενες μέρες “το δηλητήριο να απλώνεται σε όλα τα σπλάγχνα”. Έντονα πλευριτικά άλγη έδωσαν στους γιατρούς του την πεποίθηση ότι το “μόλυσμα” είχε επεκταθεί και στον υπεζωκότα. Οι πόνοι χειροτέρευαν καθημερινά και ο αυτοκράτορας ούτε να κυβερνήσει μπορούσε, ούτε να σκεφθεί για τη διαδοχή. Τις επόμενες μέρες, μας πληροφορεί ο πάντα ακριβής και παρατηρητικός Μιχαήλ Ψελλός, ο βασιλεύς εμφάνιζε σύγχυση με προοδευτική βύθιση της διανοίας και παρουσίασε παραλήρημα (“την γλώτταν επεπλάνητο”). Στη συνέχεια, αφού συνήλθε για μικρό χρονικό διάστημα και απέκτησε συνείδηση της βαρύτητας της καταστάσεώς του, παρέδωσε βαρύθυμος την ψυχή του στις 11 Ιανουαρίου του 1055, σε ηλικία 55 περίπου ετών. Τον ενταφίασαν στη Μονή των Μαγγάνων που ο ίδιος είχε κτίσει5.




ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Ποιο ήταν λοιπόν το νόσημα που ταλαιπώρησε τον φιλόδοξο βασιλιά και πώς αυτό σχετίζεται με το θάνατό του;

Ο Caughey σχολιάζει τη νόσο του αυτοκράτορα βασιζόμενος στις ασαφείς και ατελείς περιγραφές χρονικογράφων όπως ο I. Σκυλίτζης, ο Μ. Γλύκας και ο Μ. Αταλειάτης, οι οποίοι την αναφέρουν ως “ποδάγρα” και εκ τούτου συμπεραίνει ότι μάλλον επρόκειτο περι κρίσεως ουρικής αρθρίτιδος6. Ωστόσο, η περιγραφή της αρθρίτιδας του αυτοκράτορα όπως διεξοδικά δίδεται από τον Μ. Ψελλό και τον I. Ζωναρά, μοιάζει χωρίς αμφιβολία με ρευματοειδή αρθρίτιδα που επελαύνει σε ώσεις, προκαλεί συμμετρική φλεγμονή των περιφερικών αρθρώσεων και καταλείπει αναπηρίες και παραμορφώσεις των άκρων. Οι κρίσεις σταδιακά πυκνώνουν και αντιμετωπίζονται δυσκολότερα ώσπου η νόσος είναι πλέον γενικευμένη.

Είχε άραγε επινεμηθεί το αναπνευστικό; Είναι λογικό να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε την αναπνευστική νόσο του αυτοκράτορα με την αρθρίτιδά του.
Η συχνότερη εκδήλωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας στο θώρακα είναι η ορογονίτιδα με ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη συλλογή εξιδρωματικού υπεζωκοτικού υγρού. Η ρευματοειδής πλευρίτιδα είναι συχνότερη σε μεσήλικες άνδρες και συνήθως ακολουθεί τις εκδηλώσεις από τις αρθρώσεις. Τα συμπτώματα σχετίζονται ή με τη συλλογή (δύσπνοια) ή με τις συστηματικές εκδηλώσεις (άλγος, πυρεξία). Τι σήμαινε η διάγνωση “πλευρίτιδα” για τους Βυζαντινούς ακτουαρίους (ιατρούς); Ήταν άραγε μόνο η διαπίστωση πλευριτικού τύπου άλγους και των φυσικών σημείων της συλλογής ή περιελάμβανε και το σύμπτωμα της δυσπνοίας; Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι πυρετός δεν αναφέρεται από τους χρονικογράφους ενώ αντιθέτως γίνεται σαφώς λόγος για τη δυσκολία του να αναπνεύσει και για τη βύθιση της διάνοιάς του. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η τελευταία οφείλετο σε μια εκτεταμένη πλευριτική συλλογή με προϊούσα αναπνευστική ανεπάρκεια, η οποία απ’ ότι φαίνεται ήταν και η τελική αιτία θανάτου.
Το ενδεχόμενο της παρεγχυματικής πνευμονικής προσβολής από την ρευματοειδή αρθρίτιδα με ανάπτυξη ινωδοποιού κυψελιδίτιδος και προοδευτικά επιδεινούμενη αναπνευστική ανεπάρκεια δεν μπορεί να αποκλειστεί τόσο εξαιτίας της φύσης της ρευματικής νόσου όσο και λόγω της ηλικίας του ασθενούς. Ωστόσο φαίνεται λιγότερο πιθανή λόγω του ιστορικού που εμφανίζει τον αυτοκράτορα να νοσεί από τους πνεύμονες οξέως μετά από το λουτρό του στην ειδικά θερμαινόμενη πισίνα.
Η μικροβιακή πνευμονία και η παραπνευμονική συλλογή είναι ένα ενδεχόμενο πολλώ μάλλον που η ρευματοειδής αρθρίτις προδιαθέτει σε αυτού του είδους τις πλευροπνευμονικές λοιμώξεις πιθανώς προκαλώντας διαταραχές στην άμυνα του ξενιστή. Εναντίον της στρέφεται το γεγονός της απυρεξίας του αυτοκράτορα.
Τέλος, αν πάρουμε κατά λέξη την αναφορά του Ψελλού (πληγήν εξ αέρος), μπορούμε να προσθέσουμε στη διαφορική διαγνωστική μας και το ενδεχόμενο ενός πνευμοθώρακος, επιπλοκή της τήξεως ενός ρευματοειδούς πνευμονικού οζίου, τα οποία τείνουν να σχηματίζονται κοντά στον υπεζοκώτα και συχνά δημιουργούν στο εσωτερικό τους κοιλότητες7. Μια βαριά ρευματοειδής αρθρίτις, χωρίς αγωγή, θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιες επιπλοκές, που σήμερα θεωρούνται σπάνιες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος έζησε τα περισσότερα χρόνια του υποφέροντας από αρθροπάθεια9, έως ότου, μετά 12 έτη βασιλείας, η φύσις -κατά τον χρονογράφο και ποιητή Μανασή- του εζήτησε να της επιστρέψει τον πηλό του σώματος που του είχε δώσει: “ ως δε κατήπειγον αυτόν αι παλαμναίοι νόσοι και τον πηλόν του σώματος η φύσις επεζήτει τα κατά γνώμην θέμενος μεθίσταται του βίου έτεσι δυοκαίδεκα το κράτος διηθήνας”8
Η ασθένεια και ο θάνατος του Κωνσταντίνου καθώς και ο αιφνίδιος θάνατος της ευνοούμενής του Μαρίας Σκλήραινας άφησαν την αυτοκρατορία χωρίς ουσιαστική διαδοχή. Η ανύπαντρη αδελφή της Ζωής, η Αυγούστα Θεοδώρα ανέλαβε το 1055, για έναν περίπου χρόνο, τη διακυβέρνηση του κράτους και ανετράπη στη συνέχεια από τον στρατιωτικό εξωδυναστικό Μιχαήλ τον ΣΤ΄, ο οποίος έβαλε τέλος στη λαμπρή δυναστεία των Μακεδόνων. Τα χρόνια που θα ‘ρχονταν θα ήταν πια χρόνια παρακμής και αποδιοργάνωσης για την αυτοκρατορία που έμελλε να αλωθεί από τους Φράγκους στα 1204.

ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ

[[Ιωάννη Σκυλίτζη: Σύνοψις Ιστοριών΄, Τhurn, rincepss edition, Βόννη-
Μιχαήλ Ψελλού: Xρονογραφία, εκδόσεις Αγριώστις-Κανάκη, Αθήνα 1996-
Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τόμ. 13ος, σελ. 680
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
© Εφορεία Αρχαιοτήτων Χίου
Ηλία Λάσκαρη: Βυζαντινοί αυτοκράτορες-Εκδόσεις: Βυζαντίς -Αθήνα 1995
Βυζαντινών Ιστορικά -http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/06/blog-post_8031.html
Ιστοσελίδα «Λειψανοθήκη»
-Φωτογραφίες του κοσμήματος- Genevra Kornbluth ιστορικός της τέχνης και φωτογράφος. Κατέχει διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας ΚαρολίναςΗ.Π.Α. και έχει υπηρετήσει ως Διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου της Μεσαιωνικής Τέχνης.
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
ΠΗΓΕΣ Β’ ΓΙΑ ΤΟ : Η θανατηφόρα “πλευρίτιδα” του αυτοκρτορα Κωνσταντίνου του Θ΄ του Μονομάχου.

Πνεύμων 2000, 13 (1): 84-88
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΡΟΓΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ |
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ελένη Γλυκατζή-Αρβελέρ, “Η πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας” Εκδ. Ψυχογιός 1992, σ. 174.
  2. Κεκαυμένος, Στρατηγικόν. Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια, Δημ. Τσουγγαράκη, Αθήνα 1993. 3. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία. Μετάφραση Βρ. Καραλής, εκδ. Άγροστις 1992.
  3. Nόννα Δ. Παπαδημητρίου, Νοσήματα και Ατυχήματα στις αυτοκρατορικές οικογένειες του Βυζαντίου, Αθήνα 1996.
  4. Ιωάννης Ζωναράς, Epitome Historiarum cum Caroli Ducangii suisque Annotationibus, ed. Lud. Dindorfius, BSGRT, 1870-71, I-VΙ.
  5. Caughey D. The arthritis of Constantine ΙΧ. Αnn Rheum Dis 1974, 33:77-80.
  6. Crofton and Douglas’s Respiratory diseases, fourth edition, Blackwell ed., Oxford 1989, σ. 1023.
  7. Κωνσταντίνος Μανασσής, Breviarium Historiae Metricum, ed I. Bekker CSHB, 1837.
  8. John Lascaratos “Arthritis” in Byzantium- unknown information from non medical literary sources. Αnn Rheum Dis 1995, 54:951-957.

Σημαντικά ιστορικά βοηθήματα είναι:

  1. Geοrge Ostrogorsky Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους I-ΙΙΙ Εκδ. Στ. Βασιλόπουλος Αθήνα 1979.
  2. Tamara Talbot Rice, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών. Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1988.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΒΑΣΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

  1. Θεωρείται ότι οι αδελφοί είχαν πολλούς συγγενείς από την πλευρά και των δύο γονέων τους. Βλ. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (Bonn 1853), σελ. 11. Πρβ. Litavrin, G.G., “Vosstanie v Konstantinopole v aprele 1042 g.”, Vizantijskij Vremennik 33 (1972), σελ. 40.

  2. Ιωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 390. Πρβ. Litavrin, G.G., “Vosstanie v Konstantinopole v aprele 1042 g.”, Vizantijskij Vremennik 33 (1972), σελ. 39.

  3. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, Renauld, É. (ed.), Michael Psellus, Chronographie ou histoire d’un siècle de Byzance (976-1077) 1 (Paris 1926), σελ. 44-45. Περισσότερες λεπτομέρειες για τον Ιωάννη Ορφανοτρόφο βλ. στο Janin, R., “Un ministre byzantin. Jean l’Orphanotrophe”, Échos d’Orient 30 (1931), σελ. 431-442.

  4. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 391, τον Ρωμανό Αργυρό τον έπνιξαν οι οπαδοί των Παφλαγόνων. Ο Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, Renauld, É. (ed.), Michael Psellus, Chronographie ou histoire d’un siècle de Byzance (976-1077) 1 (Paris 1926), σελ. 50-52, αναφέρει και αυτός ότι η ευθύνη για το θάνατο του Ρωμανού Γ΄ αποδιδόταν στη Ζωή, τον Μιχαήλ και τον Ιωάννη Ορφανοτρόφο.

  5. Ιωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 393-396.

  6. Ιωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 393. Πρβ. Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, Büttner-Wobst, Th. (ed.), Ioannis Zonarae epitomae historiarum libri XVIII 3 (Bonn 1897), σελ. 588.

  7. Ιωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 395, 404. Σε αντίθεση με τον Σκυλίτζη, ο οποίος αποτιμά ιδιαίτερα αρνητικά τη διακυβέρνηση του Μιχαήλ Δ΄, ο Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, Renauld, É. (ed.), Michael Psellus, Chronographie ou histoire d’un siècle de Byzance (976-1077) 1 (Paris 1926), σελ. 57-58, βλέπει στο πρόσωπό του έναν ικανό ηγεμόνα.

  8. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι ο ευνούχος Κωνσταντίνος είχε κτήματα στο θέμα Οψικίου. Βλ. Ιωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 416-417. Εικάζεται ότι τα κτήματα που απέκτησε είχαν δημευθεί από αντιπάλους του αυτοκράτορα οι οποίοι ανήκαν στη βυζαντινή αριστοκρατία. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για τα δημευμένα κτήματα του Γουδέλη, του Βαϊανού και του Προβατά. Βλ. Litavrin, G.G., “Vosstanie v Konstantinopole v aprele 1042 g.”, Vizantijskij Vremennik 33 (1972), σελ. 41. Πρβ. Cheynet, J.-C, Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210) (Byzantina Sorbonensia 9, Paris 1990), σελ. 224-225.

  9. Λόγω της διαφορετικής σειράς αφήγησης των γεγονότων στους Βυζαντινούς συγγραφείς, δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια πότε ανακηρύχθηκε καίσαρας ο Μιχαήλ. Αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει αμέσως μετά το θάνατο του Νικήτα (1034) ή περί το 1040, λίγο πριν από το θάνατο του Μιχαήλ Δ΄. Βλ. λεπτομέρειες στο Krsmanović, B., Uspon vojnog plemstva u Vizantiji XI veka (Beograd 2001), σελ. 80-81.

  10. Το παρωνύμιο του Μιχαήλ Ε΄ (Καλαφάτης) προερχόταν από το παλαιό επάγγελμα του πατέρα του του Στεφάνου, επικεφαλής του στόλου που εστάλη στη Σικελία επί Μιχαήλ Δ΄. Καλαφάτης (αραβ. qalafat) είναι ο τεχνίτης που κλείνει, με πίσσα ή στουπί, τα κενά ανάμεσα στις σανίδες κατά τη ναυπήγηση ενός πλοίου.

  11. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις Ιστοριών, Thurn, I. (ed.), Ioannis Skylitzae Synopsis Historiarum (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 5, Berlin – New York 1973), σελ. 416-417, ο Κωνσταντίνος εξορίστηκε στα κτήματά του στο θέμα Οψικίου και ο Γεώργιος στο θέμα Παφλαγονίας.

  12. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (Bonn 1853), σελ. 11-12. Πρβ. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, Renauld, É. (ed.), Michael Psellus, Chronographie ou histoire d’un siècle de Byzance (976-1077) 1 (Paris 1926), σελ.90-91.

  13. Λεπτομέρειες για την εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη, η οποία διήρκεσε από τις 19 έως τις 21 Απριλίου 1042, βλ. στο Litavrin, G.G., “Vosstanie v Konstantinopole v aprele 1042 g.”, Vizantijskij Vremennik 33 (1972), σελ. 33-46.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Θ΄ ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 11ου ΑΙΩΝΑ

Ο Κωνσταντίνος Θ΄ διετέλεσε αυτοκράτορας του Βυζαντίου από τις 11 Ιουνίου 1042 έως τις 11 Ιανουαρίου 1055 και έμεινε γνωστός ως Κωνσταντίνος ο Μονομάχος. Ήταν επίγονος του Βασιλείου Β΄ και έγινε δέκτης πολλών και οξύτατων κριτικών. Οι σύγχρονοι αλλά και μεταγενέστεροι βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι τον παρουσίασαν με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο επιρρίπτοντάς του μεγάλες ευθύνες τόσο για τα προβλήματα της εποχής του όσο και για τα δεινά που υπέστη η αυτοκρατορία μετά το θάνατό του. Οι αιτιάσεις εναντίον του ήταν ποικίλες και άγγιζαν κάθε πλευρά της πολιτικής του τακτικής. Κατηγορήθηκε κατά βάση για άσκοπες και μεγάλες δαπάνες που επιβάρυναν την οικονομική κατάσταση του κράτους και δημιούργησαν περαιτέρω προβλήματα. Επιπλέον αποδοκιμάστηκε για την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που υιοθέτησε κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του, για τις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του, τον εκχρηματισμό των στρατευμάτων, αλλά και τη διάλυση του θεματικού στρατού των συνόρων. Κάποιοι μελετητές δε διστάζουν να του αποδώσουν έντονα αρνητικούς χαρακτηρισμούς και να τον κατηγορήσουν ευθαρσώς.
Συνεπώς πρόκειται για μια προσωπικότητα, η οποία προκάλεσε πολλές συζητήσεις, πυροδότησε έντονες διαφωνίες και απασχόλησε ποικιλοτρόπως τους ιστορικούς. Στη συγκεκριμένη εργασία μελετάται η εικόνα του Κωνσταντίνου Θ΄ μέσω της διερεύνησης των πηγών, που αναφέρονται σε αυτόν. Παρουσιάζονται οι απόψεις ιστορικών, όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιωάννης Σκυλίτζης και Ιωάννης Ζωναράς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έρευνά μας έχει το γεγονός πως υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις, προσωπικές συμπάθειες ή εμπάθειες και ταυτόχρονα αξιόπιστα έργα.
Η Χρονογραφία του Μιχαήλ Ψελλού εμπεριέχει αρκετά αξιόλογα στοιχεία για την προσωπικότητα του Κωνσταντίνου, ενώ παράλληλα παρατηρεί κανείς στοιχεία εμπάθειας, υποκειμενικότητας και διάθεσης για κολακεία. Από την άλλη, ο Μιχαήλ Ατταλειάτης δείχνει να τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αν και δεν είχε ευεργετηθεί από αυτόν όπως ο Ψελλός. Βέβαια εξίσου μεγάλη σημασία έχουν και οι θέσεις των νεότερων μελετητών, καθώς προσεγγίζουν τον Κωνσταντίνο και τις ενέργειές του με μια μεγάλη χρονική απόσταση.

Πιο αναλυτικά, στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας γίνεται μια πρώτη παρουσίαση του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, με συγκεκριμένες αναφορές στην κατάσταση της μακεδονικής δυναστείας πριν από την εμφάνισή του, καθώς και στις συνθήκες επιστροφής του από την εξορία μέχρι την ανάληψη του αυτοκρατορικού θρόνου. Στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας, κρίνεται η σταδιοδρομία του Κωνσταντίνου Θ΄ στον αυτοκρατορικό θρόνο και συγκεκριμένα η άσκηση της πολιτικής εξουσίας, αλλά και η στρατιωτική και οικονομική τακτική που υιοθέτησε. Παράλληλα αναφέρονται οι περιπτώσεις των συνωμοσιών και των επαναστάσεων, τις οποίες κλήθηκε να περιστείλει. Έτσι σκιαγραφείται ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά και ο τρόπος αντίδρασης του αυτοκράτορα. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο παρουσιάζονται ακόμη και πληροφορίες ή φήμες για την προσωπική ζωή του Κωνσταντίνου, οι οποίες είχαν αντίκτυπο και στην αυτοκρατορική του εξουσία, από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία του κράτους μέχρι και το θάνατό του. Στο τελευταίο κεφάλαιο επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση των ιστοριογραφικών αναφορών που διαμορφώνουν την εικόνα του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, τόσο των παλαιότερων όσο και των νεότερων. Οι συγκεκριμένες αναφορές αξιοποιήθηκαν ως πρωτογενές υλικό για την εκπόνηση της συγκεκριμένης εργασίας,
παράλληλα με τη χρήση της δευτερογενούς βιβλιογραφίας.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Θ΄ ΜΟΝΟΜΑΧΟΥ

Η κατάσταση της μακεδονικής δυναστείας

Η βυζαντινή αυτοκρατορία γνώρισε μια εποχή ιδιαίτερης ακμής και ανάπτυξης κατά την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας με χαρακτηριστικές ωστόσο αλλαγές στην πολιτική τακτική της αυλής και έμφαση στην εξουσία του αυτοκράτορα1. Από το 867 έως το 1056 τα ηνία της εξουσίας κρατούσαν άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με προβλήματα οι αυτοκράτορες της εν λόγω δυναστείας.
Επρόκειτο για μια εποχή μεταρρυθμίσεων, αλλαγών, επεκτατικών πολέμων και εσωτερικών αναδιοργανώσεων όχι μόνο λόγω των συνθηκών ή των αναγκών, αλλά και λόγω της επιθυμίας του εκάστοτε αυτοκράτορα να αφήσει την προσωπική του σφραγίδα στην ιστορία της αυτοκρατορίας. Η συγκεκριμένη δυναστεία πήρε την ονομασία της από το γενάρχη της, τον Βασίλειο Α’, ο οποίος είχε καταγωγή από το θέμα της Μακεδονίας2 και βασίλευσε από το 867 έως το 886. Η εποχή της Μακεδονικής δυναστείας (867- 1056) χωρίζεται σε δύο χρονικές περιόδους. Η πρώτη διαρκεί από το 867, όταν ιδρύθηκε η δυναστεία από τον Βασίλειο τον Α’ τον Μακεδόνα, έως το 1025, όταν πέθανε ο Βασίλειος Β’, γνωστός για την επεκτατική πολιτική του και την ενεργή προώθηση της αυτοκρατορικής ιδεολογίας. Η δεύτερη περίοδος είναι συντομότερη, καθώς διαρκεί από το 1025 έως το 1056, χρονολογία θανάτου της Θεοδώρας, η οποία
ήταν η τελευταία αυτοκράτειρα της Μακεδονικής Δυναστείας που ανέβηκε στο θρόνο3. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως η εικόνα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και οι μηχανισμοί της μεταβάλλονται ακόμη και κατά τη διάρκεια της άσκησης εξουσίας από τους αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας.

Διαπιστώνεται με βάση τις πηγές και τις μαρτυρίες πως η μεθοδευμένη, στρατιωτική και άκρως επεκτατική πολιτική των αυτοκρατόρων του 10ου αιώνα – Λακαπηνός, Φωκάς, Τσιμισκής- μετριάζεται και τη θέση της παίρνει μια τακτική που εστιάζει στην αποφυγή προβλημάτων. Βέβαια, παρά τη χαλαρή και ρέπουσα στη διασκέδαση διάθεση των μετέπειτα αυτοκρατόρων παρουσιάζεται άνθηση στον τομέα του πολιτισμού, καθώς υψηλές προσωπικότητες και λαμπρά πνεύματα της εποχής στελεχώνουν το παλάτι4. Είναι πάντως αναμφισβήτητο πως κατά την
περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας το Βυζάντιο μετατρέπεται σε ένα κράτος με ισχυρή συγκεντρωτική δύναμη, αυστηρές και απόλυτες δομές. Η ίδια η ιεραρχία του και ο τρόπος διακυβέρνησης έχει ένα χαρακτήρα αυστηρό και όλοι οι τομείς λειτουργούν υπό μία αρχή τόσο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής όσο και σε θέματα εσωτερικής οργάνωσης.

Η εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις αραβικές επιδρομές. Επιπλέον, έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργούσαν οι επιθέσεις των Βουλγάρων, ενώ στα πλαίσια της ενίσχυσης της βυζαντινής δύναμης προχώρησαν σε συμμαχία με τους Ρώσους. Κατά συνέπεια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επί Μακεδόνων δεν είναι απλώς ένα υπολογίσιμο και δυνατό κράτος, αλλά έχει μεγαλώσει και εδαφικά σε σύγκριση με το παρελθόν5. Στον εσωτερικό διοικητικό μηχανισμό γίνεται αναδιοργάνωση και υιοθετούνται πιο αυστηρές πρακτικές.
Οι δημοσιονομικής φύσεως αλλαγές έχουν ως στόχο τη βελτίωση της θέσης των αδυνάτων και υπάρχει μια τάση για πιο δίκαιη νομοθεσία και πιο ορθολογική άσκηση της εξουσίας. Ταυτόχρονα υπάρχουν και άλλες αξιόλογες παράμετροι, όπως η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, η εδαφική και πληθυσμιακή επέκταση των πόλεων, καθώς και η συνακόλουθη ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων6. Το τελευταίο, συνίστατο στην επανάκτηση και μάλιστα σε έντονο βαθμό των θαλάσσιων επικοινωνιών από το Βυζάντιο, κυρίως μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες το 961 7.
Όσον αφορά στις οικονομικές δραστηριότητες, βασική πηγή εσόδων για το κράτος είναι οι φόροι, που επιβάλλονται κατά βάση στους αγρότες. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί πως το κράτος και η Εκκλησία φροντίζουν από κοινού για την περιφρούρηση των δικαιωμάτων όλων των ελεύθερων καλλιεργητών, αλλά και για τον περιορισμό της μεγάλης ιδιοκτησίας8.
Χαρακτηριστική είναι η ποικιλότροπη ενίσχυση του αγροτικού πληθυσμού9, καθώς γίνεται μια αξιόλογη προσπάθεια να περιοριστεί η δύναμη των «δυνατών». Μάλιστα κατά την περίοδο αυτή η Εκκλησία και οι αυτοκρατορικές οικογένειες, που ήλεγχαν μεγάλες εκτάσεις γης, χάνουν την επιρροή και την εξουσία τους, καθώς ο αυτοκράτορας ορίζει νέα μέτρα, σύμφωνα με τα οποία δεσμεύει τη δύναμή τους και περιορίζει την επεκτατική τους τάση. Ένα τέτοιο μέτρο είναι η αρχή της προτίμησης10.
Όλα τα παραπάνω δρομολογούνται τόσο στα πλαίσια νέων οικονομικών μέτρων όσο και στα πλαίσια νομοθετικών αλλαγών. Πιο συγκεκριμένα, βελτιώθηκε η θέση των αγροτών με την έκδοση των «Νεαρών» (922-1002) και τη συνέχιση της εφαρμογής τους ακόμη και την εποχή της Μακεδονικής δυναστείας, μέσω των οποίων περιφρουρούνταν τα συμφέροντα των μικρών και μεσαίων καλλιεργητών. Συνεπώς, μέσα από μια σειρά νέων νόμων και αναθεωρήσεων οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας αποδεικνύουν όχι μόνο την ικανότητά τους σε θέματα διοικητικά, αλλά και την ικανότητά τους να αφουγκράζονται το κοινό αίσθημα και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε περιστάσεις.
Βέβαια, όπως είναι φυσικό, η υιοθέτηση συγκεκριμένων τακτικών δεν ήταν εύκολη και δε συνοδευόταν πάντα από επιτυχία. Συχνά παρατηρούνταν αδυναμίες και ασυνέπειες στην εφαρμογή των μέτρων και αυτός που υφίστατο τις ζημίες και τις επιπτώσεις ήταν ο λαός και πιο συγκεκριμένα ο αγροτικός πληθυσμός, καθώς αποτελούσε το υποχείριο της μεγάλης εγγείου ιδιοκτησίας.

Όλες οι αυτοκρατορικές οικογένειες λογοδοτούν στον αυτοκράτορα, τον υπηρετούν και του αναγνωρίζουν την απόλυτη εξουσία, ενώ στο πεδίο της μάχης οι στρατηγοί οι οποίοι είναι γόνοι αυτών των οικογενειών ευθύνονται για τις νίκες και αποκομίζουν μεγάλο κομμάτι του επαίνου. Ταυτόχρονα, όλοι οι έχοντες αξιώματα είτε στη διοίκηση είτε στο στρατό δηλώνουν πίστη στον αυτοκράτορα, τον αρχηγό του κράτους11. Αυτό γίνεται φανερό ακόμη και σε περιόδους εξεγέρσεων, κατά τις οποίες στέκονται δίπλα στον αυτοκράτορα και τον στηρίζουν, χωρίς να εποφθαλμιούν τη θέση του ή να σχεδιάζουν ανεξάρτητη ηγεμονία.
Κατά την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας η πνευματική ανάταση και αναγέννηση έδωσε νέα πνοή στον πνευματικό τομέα, όχι μόνο μέσω της υπεράσπισης της δικαιοσύνης, αλλά και μέσω καινοτόμων θεσμών για τη φορολογία και τις συναλλαγές12. Όπως είναι φυσικό αυτές οι συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη και άνοδο του πνευματικού επιπέδου επιβεβαιώνοντας πως η περίοδος της Μακεδονικής δυναστείας ήταν περίοδος ακμής για το Βυζάντιο και γενικότερης ευμάρειας σε πολλά επίπεδα13.

Η εμφάνιση του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου στο προσκήνιο

Η βυζαντινή αυτοκρατορία από τα μέσα του 10ου ως τα μέσα του 11ου αιώνα διανύει μια περίοδο ακμής, ανάπτυξης και γενικότερης ευημερίας, η οποία οφείλεται κατά βάση στις εδαφικές επεκτάσεις και στις επιτυχίες στο πεδίο της μάχης. Σε συνδυασμό με την εσωτερική αναδιοργάνωση αυτές οι στρατιωτικές επιτυχίες βοηθούν το Βυζάντιο να αποκτήσει τα πρωτεία ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να προσεγγιστεί η προσωπικότητά του και να ερμηνευτούν οι κινήσεις του πολύπλευρα και με βάση το κλίμα της εποχής. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη πως ήταν ένας αυτοκράτορας που όχι μόνο επηρεάστηκε από τις συνθήκες, αλλά καθόρισε και ο ίδιος τη διαμόρφωση συγκεκριμένων καταστάσεων. Αυτό οφείλει κάθε μελετητής να μην το λησμονεί14. Μάλιστα η σύντομη διάρκεια της βασιλείας του15 δε στάθηκε εμπόδιο στη δυναμική άσκηση εξουσίας σε συγκεκριμένους τομείς και πάνω από όλα στη δημιουργία ποικίλων αντιδράσεων για το άτομό του.

Ο μικρότερος αδελφός του Βασιλείου Β΄ ήταν ο Κωνσταντίνος Η΄, ο οποίος κατά τα πρώτα χρόνια της μακεδονικής δυναστείας άσκησε την εξουσία μαζί με τον αδερφό του. Ο Κωνσταντίνος Η’ είχε τρεις κόρες, εκ των οποίων η μεγαλύτερη, η Ευδοκία, ασθένησε από τον ιό της ευλογιάς και ήταν μοναχή. Η δεύτερη κόρη του, η Ζωή, παντρεύτηκε με τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, Ρωμανό Αργυρό, σύμφωνα με την επιθυμία του μεγάλου πλέον σε ηλικία Κωνσταντίνου. Η Ζωή, έγγαμη πλέον, έγινε αυτοκράτειρα σε ηλικία 52 ετών το 1028 16. Ωστόσο, με προτροπή του δεύτερου συζύγου της, του Μιχαήλ Δ΄ του Παφλαγόνα, οργάνωσε σχέδιο, για να δηλητηριάσει τον Ρωμανό. Στο μεταξύ ο Μιχαήλ άφησε την τελευταία του πνοή και η Ζωή, αφού επανήλθε από την εξορία την οποία της είχε επιβάλει ο θετός της υιός, Μιχαήλ Καλαφάτης, ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας μαζί με την αδερφή της, Θεοδώρα. Μετά από κάποιους μήνες, το καλοκαίρι του 1042, η Ζωή νυμφεύτηκε τον Κωνσταντίνο Θ΄17.

Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος από την πλευρά της μητέρας του είχε συγγένεια με την οικογένεια των Τορνικίων, μια οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην περιοχή της Αδριανούπολης. Ο πατέρας του, Θεοδόσιος Μονομάχος, κατείχε ανώτερη θέση στο δικαστικό τομέα, όπως και αρκετά από τα μέλη της οικογένειας των Μονομάχων κατά τον 11ο αιώνα. Μάλιστα ο Μιχαήλ Ατταλειάτης μας πληροφορεί για την καταγωγή και την προέλευση του Κωνσταντίνου Θ΄, καθώς επισημαίνει ότι η Ζωή και η Θεοδώρα, αφού συμβασίλευσαν για μια χρονική περίοδο, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Θ΄ να επιστρέψει από την εξορία18, καθώς τον θεωρούσαν: «ἀριστοκρατικόν ἄνδρα καὶ θρέμμα τῆς πόλεως»19.
Επίσης στο έργο του Ατταλειάτη τονίζεται πως η γενιά του Μονομάχου ήταν ευγενική και ο χαρακτηρισμός που τον συνοδεύει είναι: «ἀνήρ πολιτικός καὶ γένους ἐπισήμου»20.
Μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα δε διαθέτουμε πολλά στοιχεία για την οικογένεια των Μονομάχων και έτσι δεν μπορούμε εύκολα να τοποθετηθούμε για το βαθμό επιρροής τους στα πράγματα της αυτοκρατορίας είτε πολιτικά είτε κοινωνικά21.
Παρά το γεγονός του θανάτου της Ζωής το 1050, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος κυβέρνησε από το 1042 μέχρι το 1055 νόμιμα22 και ήταν ο μοναδικός από τα μέλη της οικογένειας του, που μπόρεσε να επιβιώσει μέσα στα ανάκτορα παρά το αρνητικό προς αυτόν κλίμα. Ταυτόχρονα τον βοήθησαν ιδιαιτέρως τα φυσικά προτερήματά του, καθώς ήταν ένας άνθρωπος με γοητεία και είχε λεπτούς τρόπους.
Ήταν διακριτικός και εκλεπτυσμένος, ενώ αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν να βασιλεύσει ειρηνικά. Μάλιστα άνθρωποι από τον κύκλο του Βασιλείου Β’ και του Κωνσταντίνου Η’ τον κρατούσαν σε απόσταση από οποιοδήποτε υψηλό αξίωμα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το ότι δεν απέκτησε κάποιον τίτλο, παρά τους γάμους που συνήψε. Βέβαια σε καμία περίπτωση οι εν λόγω άνθρωποι δεν τον απείλησαν ούτε τον έβλαψαν23.
Σύμφωνα με το έργο του Ψελλού24, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος ήταν άνθρωπος με αρκετά θετικά χαρακτηριστικά και ισχυρή προσωπικότητα. Δε χαρακτηριζόταν από αλαζονεία ή μνησικακία. Δεν ήταν ποτέ εκνευρισμένος, ποτέ υπερβολικός, ποτέ δεν παρουσίαζε τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους ούτε μιλούσε με στόμφο.
Ακόμη και αυτούς που τον κατέκριναν ή τον κατηγορούσαν τους προσέγγιζε ήρεμα και φιλικά. Αγκάλιαζε τους πολίτες με αγάπη και κατανόηση και αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία είναι πως ήταν ειλικρινής απέναντί τους, δεν υποκρινόταν, δε μηχανευόταν τρόπους, για να τους κερδίσει. Σκοπός του ήταν να τους ευχαριστήσει, γι’ αυτό και μιλούσε πάντα με γλυκύτητα έχοντας χαρούμενη όψη. Είναι χαρακτηριστικό πως, ακόμη και όταν ένα θέμα ήταν σοβαρό, ο Κωνσταντίνος κατάφερνε να κρύψει την ανησυχία του και να εμφανιστεί χαμογελαστός.
Όπως είναι φυσικό, ένας τέτοιος άνθρωπος μόνο με αντίστοιχα χαρούμενους και αισιόδοξους ανθρώπους μπορούσε να συνυπάρξει.
Έτσι, το περιβάλλον του αποτελούνταν από άτομα απλά και χαρούμενα25.

Το κομμάτι της μόρφωσης του Κωνσταντίνου Θ΄, σύμφωνα με όσα μας παραδίδει ο Ψελλός, αποτελεί μειονέκτημα για τον ίδιο ως άτομο, αλλά όχι για το ρόλο του ως αυτοκράτορα. Μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μορφωμένος, ωστόσο πολύ συχνά απηύθυνε προσκλήσεις σε λογίους της εποχής, οι οποίοι τιμούσαν με την παρουσία τους το παλάτι26. Μάλιστα κατά τη θητεία του ως αυτοκράτορα ήταν πολλοί οι μορφωμένοι και επιφανείς άνθρωποι από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας που βρέθηκαν πλάι του και ανέλαβαν καθήκοντα.
Γενικότερα ο Κωνσταντίνος, ο οποίος προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Πόλης, διακρινόταν για τη φιλομάθειά του, την αγάπη του για τα γράμματα και την παιδεία. Μάλιστα ο ίδιος συνήθιζε να συνθέτει σχέδη27. Η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχεδών, καταδεικνύει τόσο ότι επρόκειτο για άτομο που είχε πνευματικά ενδιαφέροντα όσο και ότι αυτή ήταν μια συνήθης απασχόληση των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων.28 Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι πως κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Κωνσταντίνου πολλοί τομείς της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής αναπτύχθηκαν.
Ήταν εμφανής η καλλιέργεια ενός κλίματος, το οποίο θα επέτρεπε σε άτομα –ενίοτε και αξιόλογα- να ανελιχθούν και να υπηρετήσουν την αυτοκρατορία. Αυτή η νοοτροπία εντοπίζεται σε αποσπάσματα λόγων του Μιχαήλ Ψελλού, όπου ο Κωνσταντίνος Μονομάχος εξαίρεται για την απόδοση τιμών και αξιωμάτων στον «ἐξ ἑκάστης ἐπιστήμης ἢ τέχνης ἤ τινος ἄλλης δυνάμεως τὸ ἐξαίρετον ἔχοντα»29. Ωστόσο, όπως αναφέρεται και παρακάτω, παραμένουν αδιευκρίνιστοι οι λόγοι, για τους οποίους ο Κωνσταντίνος τιμούσε με αξιώματα συγκεκριμένα άτομα.

Τέλος, σχετικά με την προσωπική ζωή του Κωνσταντίνου Θ΄ πληροφορούμαστε πως συνήψε συνολικά τρεις γάμους και οι σύζυγοι προέρχονταν από επιφανείς οικογένειες της εποχής εκείνης. Για την πρώτη σύζυγο δεν έχουμε πολλά στοιχεία, παρά μόνο ότι προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια της αυτοκρατορικής αυλής, χωρίς να ξέρουμε λεπτομέρειες για το όνομα του οίκου ή για το γένος30. Η δεύτερη σύζυγος του Κωνσταντίνου είχε καταγωγή από δύο επιφανείς οικογένειες, την οικογένεια των Σκληρών και την οικογένεια των Αργυρών.

Η μητέρα της ήταν η Πουλχερία, αδερφή του Ρωμανού Γ’ Αργυρού, και ο πατέρας της ήταν ο Βασίλειος Σκληρός. Όπως είναι φυσικό, ο συγκεκριμένος γάμος εξασφάλισε στον Κωνσταντίνο κύρος και ανώτερη κοινωνική θέση. Στις 11 Ιουνίου 1042 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε την Ζωή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, και ο γάμος τους ήταν ο τρίτος και για τους δυο. Σύμφωνα με τη Νεαρά του 920 ήταν αντίθετο στο νόμο κάποιος να παντρευτεί τρίτη φορά, παρά μόνο αν η ηλικία του ήταν κάτω των 40 ετών και δεν υπήρχαν τέκνα από τους προηγούμενους γάμους.

Είναι σαφές πως όταν παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος, ήταν ήδη 40 ετών, ενώ η Ζωή ήταν 64. Αυτό ήταν ενάντια στα πιστεύω του πατριάρχη Αλεξίου, ο οποίος δε συμμετείχε στην τέλεση του γάμου τους, λόγω των αρνητικών αντιδράσεων και τα προβλημάτων που ανέκυψαν μετά τον τέταρτο γάμο του Λέοντα Στ’. Ωστόσο, για να μη δοθεί έκταση στο θέμα, δέχτηκε να τελέσει τη στέψη του αυτοκράτορα, χωρίς να ασχοληθεί περαιτέρω με το ζήτημα του τρίτου γάμου και για τους δύο συζύγους 31.Ο γάμος του Κωνσταντίνου του Θ΄ με τη Ζωή του εξασφάλισε τον αυτοκρατορικό θρόνο από το 1042 ως το 1055 32

Η άνοδος του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου στον αυτοκρατορικό θρόνο

Η άνοδος του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου πραγματοποιήθηκε μετά από προσωπικές αποφάσεις και επιλογές της συζύγου του, Ζωής. Σύμφωνα με τον Ατταλειάτη ο Μιχαήλ Ε’ «ἐβασίλευσε δὲ ὁ Μιχαὴλ οὗτος μῆνας μόνους πέντε»33 και κατόπιν ανατράπηκε. Τότε, κοινή άποψη όλων ήταν πως η Ζωή, η οποία είχε αυτοεξοριστεί σε μια μονή, θα επέστρεφε και θα διεκδικούσε την εξουσία. Βέβαια εκείνη την περίοδο οι οπαδοί και οι υποστηρικτικοί κύκλοι της αδελφής της, της Θεοδώρας, είχαν κάνει έντονη την παρουσία τους και ήλεγχαν τα πράγματα34. Η απόφαση που ελήφθη από τις δύο αδερφές ήταν να συμβασιλεύσουν:«Τῆς δὲ δεσποίνης ἐκ τῆς ὑπερορίας ἐπανελθούσης καὶ τὴν βασιλείαν αὖθις ἀναλαβούσης, συνέρχεται ταύτῃ καὶ ἡ ὁμαίμων ἐκτός ναοῦ, καὶ γίνεται συμφυία καὶ ἀλληλουχία ὥσπερ τοῦ αἵματος οὕτω δὴ καὶ τῆς κατὰ τὴν βασιλείαν κοινωνικῆς διαθέσεως, καὶ αὐτοκράτορες ἄμφω θαυμασίως ἀναγορεύονται»35.

Για ένα διάστημα μικρότερο των δύο μηνών (Απρίλιος-Ιούνιος 1042) 36 η Θεοδώρα και η Ζωή ασκούσαν από κοινού την εξουσία37. Οι δύο γυναίκες σταδιακά αντιλήφθηκαν πως δεν είναι ικανές να διοικήσουν την αυτοκρατορία και αποφάσισαν να παραχωρήσουν την εξουσία σε έναν άνδρα. Μάλιστα, αυτή τους η απόφαση ήταν που τις ώθησε να ανακαλέσουν από την εξορία τον Κωνσταντίνο. Μέσα από διάφορα συνοικέσια έψαχναν τον κατάλληλο γαμπρό για την Ζωή, ώσπου τελικά αποφασίστηκε αυτός να είναι ο Κωνσταντίνος.

Το θέμα της ανάκλησης του Κωνσταντίνου Μονομάχου από την εξορία38 αναφέρεται από τον Ψελλό39 και απασχόλησε ιδιαιτέρως τον Σκυλίτζη, ο οποίος το περιγράφει εξαιρετικά παραστατικά και γλαφυρά40. Τελικά επελέγη ο Κωνσταντίνος ως κατάλληλος γαμπρός και σε αυτό βοήθησε η ευγενική καταγωγή του, η επιφανής κωνσταντινουπολίτικη οικογένειά του και φυσικά η συγγένεια που είχε εξ αγχιστείας με τον Ρωμανό Γ’ Αργυρό41.
Η Θεοδώρα επιθυμώντας η ίδια να μείνει παρθένα και να μη νυμφευτεί, έδωσε την ευκαιρία στην Ζωή να παντρευτεί αυτή τον Κωνσταντίνο:
«καὶ χρόνον τινὰ δι’ ἑαυτῶν ἰθύνασαι τὴν ἀρχὴν, τῆς ὑπερορίας ἀνακαλοῦνται Κωνσταντῖνον τὸν Μονομάχον, ἀριστοκρατικὸν ἄνδρα καὶ θρέμμα τῆς πόλεως, ὕποπτον δὲ ὄντα διὰ τὴν ἀρχήν, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ τῶν πρώην κρατούντων φυγαδευόμενον. καὶ παραχωρεῖ πάλιν τῆς συζυγίας ἡ Θεοδώρα τῇ αὐταδέλφῃ Ζωῇ καὶ τὸν ἄζυγα βίον αἱρεῖται, ὃν ἐκ παίδων καὶ μέχρι γήρως τῆς ἐσχάτης ἡμέρας ἐξήσκησεν»42

Σύμφωνα με τα όσα διηγείται ο Ψελλός, όταν η εξουσία περιήλθε στην Αυγούστα, η ίδια συνειδητοποίησε την ανάγκη ενός συζύγου43, ο οποίος θα προερχόταν από το άμεσο περιβάλλον της αυλής. Κρίθηκε πως ο Κωνσταντίνος ήταν ο ιδανικός γαμπρός. Εντύπωση προκαλεί η τελετή άφιξής του, όπως μας την περιγράφει ο Ψελλός, καθώς τα πάντα ήταν μεγαλοπρεπή. Η διαδικασία ήταν λαμπρή, η αυτοκρατορική φρουρά ήταν παρατεταγμένη και όλος ο λαός ήταν παρών σε κάτι που θύμιζε γιορτή.

Με αυτόν τον τρόπο έγινε δεκτός με τιμές και δόξα ο Κωνσταντίνος στα ανάκτορα. Βέβαια, η ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο ταυτόχρονα όριζε και το τέλος της μονοκρατορίας.44
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσίαση της πολιτικής ανέλιξης του Κωνσταντίνου από τον Ψελλό. Συγκεκριμένα αφιερώνει μεγάλο κομμάτι του έργου του στον τρόπο με τον οποίο ανέλαβε την εξουσία. Τονίζει πως δεν επρόκειτο για κάποιον τυχαίο, αλλά για έναν άνδρα με φυσική ομορφιά και πλούτη, ο οποίος ήταν περιζήτητος και αρεστός γαμπρός σε όλη την αυτοκρατορία. Μάλιστα η γοητεία, η ομορφιά και η νεότητά του αποτέλεσαν τους λόγους, για τους οποίους ο αυτοκράτορας Ρωμανός επιθυμούσε να τον παντρέψει με την κόρη της αδελφής του Πουλχερίας, η οποία ήταν πρώην σύζυγος του Βασιλείου Σκληρού. Μάλιστα, γι’ αυτόν το λόγο ο Κωνσταντίνος δεν ανέλαβε κάποιο ανώτερο αξίωμα μετά τη σύναψη του γάμου.
Πάντως ήταν ένα άτομο χαμογελαστό και προσφιλές, γι’ αυτό και η αυτοκράτειρα συχνά τον καλούσε κοντά της. Βέβαια, αυτές οι συναντήσεις και η στενή επικοινωνία έδωσαν την αφορμή σε μερικούς να τον κατακρίνουν και να τον κατηγορήσουν πως έχει απώτερο σκοπό την απόκτηση του θρόνου.45
Ο Ατταλειάτης επίσης ασχολείται με τον τρόπο ανάληψης της εξουσίας από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο και επισημαίνει στο έργο του πως η ίδια η ιστορία έδειξε το ποιόν αυτού του ανθρώπου. Ήταν ένας άνδρας, ο οποίος φανερά ευεργέτησε και βοήθησε το λαό, καθώς παραχώρησε αξιώματα, τίτλους και δώρα σχεδόν σε όλους τους πολίτες. Αυτό και μόνο έδειχνε τη γενναιόδωρη και ευγενική συμπεριφορά του ειδικά σε σχέση με τον προκάτοχό του: «Εὐεργετικώτερος δὲ τοῦ προβεβασιλευκότος ὁ Μονομάχος ἀποδειχθείς, καὶ πάντας σχεδὸν βασιλικοῖς ἀξιώμασι καὶ δωρήμασι φιλοτίμοις ἀποσεμνύνας, ἠγάθυνε τὸ ὑπήκοον»46. Από την άλλη μεριά ο Σκυλίτζης αναφέρει ότι παρείχε αξιώματα στους συγκλητικούς και χρυσάφι στο λαό47.




Βέβαια, η διακυβέρνηση μιας αυτοκρατορίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση και τα πρώτα νέφη φάνηκαν από την αρχή για τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, καθώς τα προβλήματα ήταν πολλά και δυσεπίλυτα. Σύμφωνα με τον Σκυλίτζη αυτό επιβεβαιωνόταν και από κακούς οιωνούς.48 Αυτό το κακό προμήνυμα αναφέρεται και από τον Ατταλειάτη, ο οποίος μιλά για ένα τρομερό σύννεφο με βροντές που ερχόταν από τη Δύση και κινούνταν απειλητικά προς τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο, καθώς ήθελε να τον καταστρέψει και να του πάρει το θρόνο :«Ἐξαίφνης δὲ νέφος ἐκ τῆς ἐσπέρας ἐγείρεται τετριγός καὶ ὀλέθριον καὶ πανωλεθρίαν αὐτῷ καὶ τῆς βασιλείας ἀπέλασιν ἀπε

Η εξωτερική μορφή του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή και ανάλυση της εξωτερικής του εμφάνισης του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου. Πέρα από την αριστοκρατική του προέλευση- η οποία του προσέδιδε κάποιο κύρος- μεγάλη σημασία δινόταν στη γοητεία που απέπνεε. Ο συνδυασμός όμορφων χαρακτηριστικών και πνευματικών αρετών τον καθιστούσε ιδιαιτέρως ενδιαφέρον άτομο.50
Σύμφωνα με όσα παραδίδει ο Ψελλός, ο Κωνσταντίνος είχε εξαιρετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, ήταν όμορφος, καλαίσθητος, είχε καλοσχηματισμένο και δυνατό σώμα. Η συμμετρία ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε ακόμη και στα άκρα του, καθώς δεν είχε ούτε μακριά χέρια ούτε μακριά πόδια. Στην ουσία χωρίς να είναι μεγαλόσωμος είχε ισχύ και πυγμή.
Μάλιστα, τα χέρια του ήταν έτσι σχηματισμένα και διέθεταν τέτοια δύναμη, ώστε να σπάει και το παραμικρό αντικείμενο μόνο με το σφίξιμο της γροθιάς του. Επιπλέον, η ρώμη που διέθετε του έδινε την ευκαιρία να ασχολείται με διάφορα αθλήματα, όπως οι ιππικοί αγώνες, καθώς ήταν άριστος σε αυτούς, οι αγώνες δρόμου, το πένταθλο.
Όλα αυτά απαιτούσαν ευκινησία και ταχύτητα, χαρακτηριστικά που είχε ο αυτοκράτορας. Όπως αναφέρει ο Ψελλός στην Χρονογραφία: «ἄγαλμα κάλλους ἐκεῖνον ἡ φύσις […] ταύτην δὲ τὴν ἰσχύν οὐκ ἐν μήκεσι χειρῶν, οὐδὲ ἐν μεγέθεσι τῶν ἄλλων μερῶν ἢ μελῶν φέρουσα ἔκλεισεν, ἀλλ’ ἐν καρδίας».51
Το κάλλος του Κωνσταντίνου, μάλιστα, συγκρίνεται από τον Ψελλό με αυτό του Νηρέα και του Αχιλλέα. Τα μαλλιά του παρομοιάζονται με τις ακτίνες του ήλιου και το κεφάλι του με τον ίδιο το λαμπρό ήλιο: «κάλλεσι μέν ἄν ἠλίου τὴν κεφαλήν εἴκασεν, οἷα δή τισιν ἀκτῖσι ταῖς θριξί διαλάμπουσαν». Βέβαια, η εξωτερική αρμονία και ομορφιά συνοδευόταν από ένα φιλήσυχο χαρακτήρα, έναν ήρεμο και ευγενικό τρόπο ομιλίας και ένα χαμόγελο που κέρδιζε όσους τον έβλεπαν : «ἥ τε γὰρ γλῶσσα τούτῳ ἀστεῖον εἶχε τὸ φθέγμα καὶ ὁμιλοῦντι θέλγη προσείπετο, εἰ δέ γε προσμειδιάσειε, χαρίτων εὐθὺς εἶδες ἀκήρατα θήρατρα.».52 Επρόκειτο, δηλαδή, για έναν άνδρα που συνδύαζε άρτια σωματική εμφάνιση με προτερήματα του χαρακτήρα και καλούς τρόπους συμπεριφοράς. Όπως είναι φυσικό, η κοινωνική του θέση ενισχυόταν από αυτά τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς του που τον συνόδευαν.

Βέβαια, πρέπει να επισημανθεί πως αυτή η εξαιρετικής ποιότητας και αρμονίας εξωτερική εμφάνιση του Κωνσταντίνου άρχισε γρήγορα να αλλοιώνεται. Αφορμή στάθηκε η βαριάς μορφής αρθρίτιδα που τον προσέβαλε προκαλώντας παραμορφώσεις στα άκρα και στις αρθρώσεις του53. Όπως παραδίδει και ο Μιχαήλ Ψελλός, όμως, η πορεία της ασθένειας ήταν ταχεία και εντελώςκαταστροφική για την εικόνα του αυτοκράτορα: «εἶδον ἐγὼ τοὺς εὐφυεῖς ἐκείνῳ δακτύλους ἀπαρνησαμένους μὲν τὸ οἰκεῖον σχῆμα, ἀντικαμφθέντας δὲ <εἰς> εἰσοχάς τε καὶ ἐξοχὰς, ὡς μηδὲ τοῦ τυχόντος περιδράττεσθαι δύνασθαι· τῶν δὲ ποδῶν αὐτῷ συγκαμ φθέντων, ὥσπερ τι ὠλέκρανον τὸ γόνυ ἐξώγκωτο· ἔνθεν τοι οὐδὲ στάσιμον εἶχε τὴν βάσιν, οὔθ’ ὅλως ἐξώρθωτο, ἀλλὰ κλινοπετὴς τὰ πολλὰ ἦν, ὁπότε δὲ χρηματίζειν αἱροῖτο, ξυναρμοζόμενός τε καὶ ξυμπλαττόμενος»54.

Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Θ΄ ΜΟΝΟΜΑΧΟΥ

Η εσωτερική πολιτική του Κωνσταντίνου Θ΄

Ο τρόπος σκέψης και όλες οι ενέργειες του Κωνσταντίνου μπορούν να ιδωθούν μέσα από τη ρήση του «ἡρεμεῖ μὲν νῦν τὸ ἀντίπαλον, εἰρηνεύει δὲ τὸ ὑπήκοον, πολλή δὲ γαλήνη τὰ Ῥωμαίων κατέχει οὐδὲν ἐστι τὸ ἀνθέλκον τὰς ἡμετέρας φροντίδας», η οποία συμπυκνώνει τη λογική του αλλά και την οπτική γωνία υπό την οποία δρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του55.

Ο Κωνσταντίνος σύμφωνα με την Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ αποτέλεσε θέμα διαφωνίας και συγκρουόμενων απόψεων για τους περισσότερους χρονογράφους και ιστορικούς, καθώς προχώρησε σε καινοτόμες λύσεις και αλλαγές, οι οποίες κρίθηκαν είτε υπερβολικές είτε μη απαραίτητες. Κατά συνέπεια συχνά κατακρίθηκε ο τρόπος διακυβέρνησής του. Παράλληλα και οι νεότεροι μελετητές της βυζαντινής ιστορίας διατυπώνουν ποικίλες απόψεις σχετικά με τις αποφάσεις και τις κινήσεις του Κωνσταντίνου.56

Μεγάλο πρόβλημα για το κράτος αποτελούσε η ανικανότητα του Μονομάχου να χειριστεί τα οικονομικά θέματα, καθώς σπαταλούσε τα χρήματα απερίσκεπτα, με αποτέλεσμα να αδειάσουν τα ταμεία του κράτους. Για να αντιμετωπίσει το οικονομικό αδιέξοδο, ο αυτοκράτορας επέβαλε βαριά φορολογικά μέτρα. Βέβαια, επισημαίνεται στο έργο του Ατταλειάτη πως ο Κωνσταντίνος στα πολιτικά ήταν έμπειρος και ήξερε με ποιον τρόπο να κερδίζει την εύνοια του λαού. Ήταν γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος αυτοκράτορας. Παρά τις προσπάθειές του να κερδίζει σε μάχες, δεν ενδιαφερόταν τόσο για τον πόλεμο.
Πιο πολύ τον ένοιαζε η καλοπέραση και οι έρωτες. Ήταν ένας χαρακτήρας ευχάριστος, αστείος και γι’ αυτό του άρεσε οτιδήποτε είχε να κάνει με γελωτοποιούς, διασκέδαση και ψυχαγωγία της στιγμής: «πλείονι δὲ ῥοπῇ τῆς τρυφῆς ἀντεχόμενος καὶ τῶν ἀφροδισίων μὴ ἀπεχόμενος. ἔμελε δ’ αὐτῷ καὶ ἀστεϊσμῶν καὶ τῶν ἐν μίμοις γελοιασμῶν καὶ τῆς ἐπικαίρου ῥαστώνης, καὶ οἷς ἡ ζωτικὴ ψυχὴ συνέζευκται τὲ καὶ συνεριζῶται».57
Ένα από τα ενδιαφέροντα του Κωνσταντίνου ήταν τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα. Έτσι αφιέρωσε πολλά χρήματα και χρόνο στην ανέγερση καινούριων κτιρίων. Αυτό το οποίο αγαπούσε όμως πιο πολύ από όλα ήταν το μοναστήρι, μέσα στο οποίο έχτισε και έναν πολύ όμορφο ναό, τον οποίο είχε αφιερώσει στον Άγιο Γεώργιο: «καὶ ἀνοικοδομάς συνεχεῖς ἔχων ἐν ταύταις φροντίδας κατεκένου συχνάς […]τὸ δὲ τῶν ὅλων ἁπάντων ὑπερέχον καὶ προτιμώμενον αὐτῷ τὸ φροντιστήριον ἦν, εἰς ὃ καὶ τὸ περικαλλὲς ἱερὸν ἀνηγέρθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἐν μάρτυσι περιωνύμου ἀγίου Γεωργίου»58.

Ο ναός ξεπέρασε σε κάλλος, αισθητική και πολυτέλεια όλα τα προηγούμενα. Αν και αυτός δεν ήταν ο αρχικός στόχος του Κωνσταντίνου, απορροφήθηκε τόσο από το εν λόγω έργο, ώστε αποφάσισε να του δώσει μια άλλη, πιο λαμπρή μορφή. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ποικιλία και την υψηλή ποιότητα της διακόσμησης του ναού, ο οποίος μάλιστα άφηνε άφωνο και εμβρόντητο κάθε επισκέπτη59. Μάλιστα ο Κωνσταντίνος ίδρυσε και ανώτατη κρατική σχολή στη μονή Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων60. Πάντως είναι γεγονός πως οι προσπάθειες του Κωνσταντίνου για την αναμόρφωση της παιδείας δε στάθηκαν ικανές για να του προσδώσουν την επιτυχία. Θεωρήθηκε κατώτερος των περιστάσεων και των απαιτήσεων της εποχής.

Η αρχή του τέλους επήλθε με τη διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου, καθώς
«τὴν βασιλείαν τῶν Ῥωμαίων διέφθειρε καὶ ἠρήμωσεν»61 και «ἐξ ἐκείνου τοῦ βασιλέως… τὰ Ῥωμαίων ἤρξατο φθίνειν πράγματα»62. Μάλιστα από την αρχή της βασιλείας του, σύμφωνα με τον Ψελλό, ο Κωνσταντίνος επέδειξε αδυναμία στη διαχείριση των πολιτικών και στρατιωτικών υποθέσεων με βιαστικές και απερίσκεπτες κινήσεις, οι οποίες τελικά αποδείχτηκαν μοιραίες. Στην προσπάθειά του να γίνει αρεστός και να ευεργετήσει τους πολίτες, μοίρασε αδιακρίτως αξιώματα και τίτλους ακόμη και σε κάποιους που τον εκμεταλλεύονταν και ξόδεψε αλόγιστα μεγάλα χρηματικά ποσά. Έτσι, η ίδια η εσωτερική οργάνωση και δομή διαλύθηκε, κάτι που ο λαός αγνοούσε, καθώς βίωνε μια κατάσταση ευθυμίας και συνεχούς γιορτής.
Κατά συνέπεια, οι απειλές και οι κίνδυνοι που ελλόχευαν δεν έγιναν αντιληπτοί και δεν τους δόθηκε η δέουσα σημασία63. Ο Ψελλός επιθυμεί να παρουσιάσει την εικόνα της αυτοκρατορίας γλαφυρά και παραστατικά, διατυπώνοντας μια εκτενή παρομοίωση. Έτσι μας πληροφορεί πως ακριβώς όπως ένα ζώο που έχει καλή σωματική κατάσταση και είναι δυνατό και υγιές δεν είναι εύκολο με τα πρώτα χτυπήματα ή τα πρώτα συμπτώματα μιας ασθένειας να πεθάνει, έτσι και η αυτοκρατορία βρισκόταν ακόμη σε καλή κατάσταση, επομένως η παρακμή άρχισε σταδιακά, ώσπου στο τέλος ήρθε η καταστροφή64, επισημαίνοντας πως ο αυτοκράτορας ευθυνόταν για την παρακμή και την αρχή του τέλους
Ο Ψελλός επισημαίνει πως ο Κωνσταντίνος επιζητούσε τις ηδονές και τις απολαύσεις. Η νομιμότητα της βασιλείας της Ζωής, ακόμα και μετά το 1050, έτος θανάτου της, τον κάλυπτε. Ωστόσο, η Ζωή, αμέσως μετά την ενθρόνιση του Μονομάχου, απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε από τις ερωμένες του αυτοκράτορα, ιδιαίτερα από την Σκλήραινα, προς τιμήν της οποίας χτίστηκε ανάκτορο κοντά στο Μεγάλο Παλάτι65.
Ο αυτοκράτορας εγκατέστησε την ερωμένη του, Mαρία Σκλήραινα66, στο παλάτι και της έδωσε τον τίτλο της σεβαστής67 παρά τις έντονες αντιδράσεις και τα επικριτικά σχόλια του λαού68. O Ψελλός σε ποίημα, που είχε συνθέσει για το θάνατο της σεβαστής, την αποκαλεί:
«τὸ λαμπρόν ἀξίωμα τῶν ἀνακτόρων βαθμίς ἢ πρόκριτος, ἢ πρώτη βάσις»69. Επιπλέον πληροφορούμαστε πως ο λαός του Βυζαντίου εξεδήλωσε την αντίθεσή του στην Μαρία Σκλήραινα ακόμη και με διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, στις οποίες το μήνυμα ήταν: «ἐξηχήθη φωνὴ ἀπὸ μέσου τοῦ πλήθους. Ἡμεῖς τὴν Σκλήραιναν βασίλισσαν οὐ θέλομεν, οὐδὲ διὰ αὐτὴν αἱ μάνναι ἡμῶν αἱ Πορφυρογέννητοι Ζωή τὲ καὶ Θεοδώρα θανοῦνται»70.

Οι επικρίσεις που δέχτηκε ο Κωνσταντίνος σχετικά με τα διοικητικά θέματα αφορούν κυρίως στις στρατιωτικές αλλαγές, στην υποτίμηση του νομίσματος και στις υπέρογκες δαπάνες, οι οποίες άδειασαν κυριολεκτικά τα ταμεία του κράτους. Πάντως, κατά την εποχή εκείνη παρατηρείται πέρα από την αδυναμία του Μονομάχου να χειριστεί ικανοποιητικά τις υποθέσεις της αυτοκρατορίας και εντονότερη προσπάθεια για ανατροπή του από το θρόνο.
Οι σύμβουλοί του είναι ανάξιοι εμπιστοσύνης, ενώ η ηθική κατάπτωση κυριαρχεί οδηγώντας πολλούς σε μηχανορραφίες εναντίον του αυτοκράτορα71. Ακριβώς επειδή ο ίδιος ο Κωνσταντίνος απολάμβανε τις χαρές της ζωής, κατηγορήθηκε όχι άδικα, βέβαια, από τους ιστορικούς πως επέδειξε παγερή αδιαφορία για θέματα του κράτους. Μάλιστα θεωρήθηκε πως δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της ευθύνης που είχε ως αυτοκράτορας, δεν έφερε σε πέρας τα καθήκοντά του και στην ουσία δε νοιαζόταν για το λαό72.
Δεν έδειχνε ιδαίτερο ενδιαφέρον για τους κατοίκους όλης της αυτοκρατορίας, αλλά περιοριζόταν στο χώρο της πρωτεύουσας, οργανώνοντας χαμηλής ποιότητας θεάματα, τα οποία απλώς προσέφεραν διασκέδαση. Για το κοινό της Πόλης βέβαια αυτό ήταν κάτι πρωτότυπο και έτσι ο λαός δεν έμενε ασυγκίνητος λόγου χάρη στη θέα ενός ελέφαντα73. Επίσης ο Μονομάχος προσπαθούσε να αποφεύγει τις υποχρεώσεις και προσλάμβανε άτομα, εντελώς ακατάλληλα ή ακόμη και υστερόβουλα, για να τακτοποιεί υποθέσεις κρατικής μέριμνας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πρωτοσπαθάριος Πάρδος, ο οποίος κατά τη στάση του Γεωργίου Μανιάκη διορίστηκε από τον Κωνσταντίνο ως αρχιστράτηγος στην Ιταλία. Όπως μας πληροφορεί ο Σκυλίτζης, επρόκειτο για έναν άνδρα χωρίς κανένα χάρισμα ή προτέρημα. Ο μόνος λόγος για τον οποίο επελέγη και ανέλαβε ένα τόσο υψηλό αξίωμα ήταν, διότι είχε στενή φιλική σχέση με τον Μονομάχο74. Ο Ψελλός παραδίδει πως η άγνοια του αυτοκράτορα για σοβαρά θέματα και η ροπή του στη διασκέδαση και στην καλοπέραση ήταν τέτοια, που δεν ήλεγχε τίποτα, επιτρέποντας σχεδόν σε κάθε ακατάλληλο άτομο που τον συναναστρεφόταν να εισέλθει στη σύγκλητο75.
Η αναστάτωση και το ασταθές κλίμα που επικρατούσε ευνόησαν την εκδήλωση εξεγέρσεων. Χαρακτηριστικά κατά τα τριάντα δύο χρόνια διακυβέρνησης του Μονομάχου εκδηλώθηκαν τριάντα στάσεις και παράλληλα πολλοί στρατηγοί εξορίστηκαν, θανατώθηκαν ή τυφλώθηκαν. Οι πιο γνωστές στάσεις έγιναν από τον Γεώργιο Μανιάκη, τον Θεόφιλο Ερωτικό, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της Κύπρου, αλλά και τον Λέοντα Τορνίκιο, που πλησίασε απειλητικά τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο όλες έληξαν ανεπιτυχώς. Πάντως η κατάσταση δεν καλυτέρευε, καθώς νέα προβλήματα ανέκυπταν συνεχώς και ο Κωνσταντίνος φαινόταν όλο και πιο ακατάλληλος και ανήμπορος να ανταποκριθεί. Όπως επισημαίνεται, η αυτοκρατορία στεκόταν ακόμη όρθια και ισχυρή χάρη στη διακυβέρνηση και τα κεκτημένα του Βασιλείου Β’ (976-1025).76

Ο Κωνσταντίνος, πάντως, στο κομμάτι της πνευματικής ανάπτυξης προσέφερε πολλά. Εκμεταλλευόμενος μια ομάδα επιφανών και μορφωμένων ανδρών της αυτοκρατορικής αυλής, μεταξύ των οποίων ήταν ο Κωνσταντίνος Λειχούδης77, ο Ιωάννης Μαυρόπους78, ο Μιχαήλ Ψελλός και ο Ιωάννης Ξιφιλίνος79 προέβη σε ρηξικέλευθες κινήσεις, για να αλλάξει τόσο η ιδιωτική όσο και η δημόσια ζωή στην αυτοκρατορία.
Οι λόγιοι που τον περιέβαλλαν εντρυφούσαν στα γράμματα και στις τέχνες, όπως η φιλοσοφία, η ρητορική, η ποίηση και η νομική. Μέσα από τα έργα τους και τις διδαχές τους επιθυμούσαν να μορφώσουν το λαό και να δώσουν μια νέα πνοή στον πνευματικό τομέα. Ήταν λογικό, λοιπόν, να επηρεάσουν θετικά τον Μονομάχο, ο οποίος ίδρυσε ανώτερου επιπέδου σχολές – Νομική και Φιλοσοφική- και παράλληλα προσέφερε ηθική, κοινωνική και οικονομική βοήθεια σε δασκάλους και σπουδαστές: «σὺν τῷ εὐμαρεῖ τῶν διδασκάλων»80. Επιπλέον, συνέδραμε με ποικίλους τρόπους στη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης και έδωσε αέρα ανανέωσης στον πνευματικό τομέα.81 Πιο συγκεκριμένα κατά το 10ο και 11ο αιώνα περιορίστηκαν οι δαπάνες, που προορίζονταν για την παιδεία και τα εκπαιδευτήρια, καθώς αυξήθηκαν αισθητά οι στρατιωτικές ανάγκες. Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής και τους πεφωτισμένους δασκάλους να συνδράμουν με όποιον τρόπο μπορούσαν στη διάδοση της παιδείας και στην προσφορά γνώσεων σε όποιον ενδιαφερόταν.

Κατά τα έτη 1045-1047 ο Κωνσταντίνος Μονομάχος βρίσκει την ευκαιρία να ξαναδώσει προσοχή και έμφαση στις σπουδές και στην εκπαίδευση με τη σύσταση δύο ανώτερων ιδρυμάτων, της Νομικής και της Φιλοσοφικής82 . Η προσφορά του Κωνσταντίνου στην αναβίωση της παιδείας και στην πνευματική ανάταση μέσω της μελέτης των βιβλίων που συνέγραψαν οι σοφοί της εποχής επιβεβαιώνεται και από τον ιστορικό Μιχαήλ Ατταλειάτη « μουσεῖον τῆς νομοθετικῆς ἀναγείρας καὶ νομοφύλακα προστησάμενος. Ἀλλὰ καὶ τοῦ τῆς φιλοσοφίας οὐρανοβάμονος ἐπεμελήθη μαθήματος, πρόεδρον τῶν φιλοσόφων προχειρισάμενος ἄνδρα τῶν καθ΄ ἡμᾶς διαφέροντα γνώσει, καὶ τοὺς νέους πρὸς ἄσκησιν τῶν σοφῶν λόγων καὶ μαθημάτων προυτρέψατο σὺν τῷ εὐμαρεῖ τῶν διδασκάλων, καὶ γερῶν τούτους ἐν τῷ δημηγορεῖν βασιλικῶν ἀξιῶν»83.

Μάλιστα σύμφωνα με τον Γ. Τσάμπη84 η Νομική σχολή, που ιδρύθηκε υπό την καθοδήγηση του Κωνσταντίνου Θ΄, αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τη Νομική σχολή στην Bologna της Ιταλίας, καθώς η δεύτερη ακολούθησε το σχεδιασμό και τη δομή της πρώτης. Επίσης, η Νομική σχολή του Κωνσταντίνου, η οποία ακολουθούσε προγράμματα διδασκαλίας και σπουδών του 6ου αιώνα85, άσκησε σπουδαία επίδραση στην Γαλλία και στην Γερμανία, καθώς τα προγράμματα και το περιεχόμενο των σπουδών που αφορούσαν στη δικαιοσύνη εμπνεύστηκαν από αυτήν86.

Μέσα λοιπόν στα πλαίσια της επαφής του με τις τέσσερις δυναμικές προσωπικότητες -Λειχούδης, Μαυρόπους, Ψελλός87 και Ξιφιλίνος- ο βυζαντινός ηγεμόνας προχώρησε σε καινοτομίες στο χώρο της εκπαίδευσης. Μάλιστα ο Ψελλός στον Επιτάφιο για τον Ξιφιλίνο διατυπώνει την άποψη πως η καινοτομία του Κωνσταντίνου Θ΄ καταδεικνύει τις πνευματικές του αναζητήσεις και ανησυχίες, προκειμένου να υπάρχει ευρυθμία στο κράτος και καταλήγει: «διὰ ταῦτα οὐ συνήθειαν ἄλλογον, ἀλλὰ κρίσιν εὔλογον τῶν περὶ τὰ βασίλεια ὁ βασιλεὺς ἐπεποιῆτο»88.
Είναι χαρακτηριστικό πως η περίοδος διακυβέρνησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Κωνσταντίνο Θ΄ διαπνέεται από τη βούλησή του και το όραμά του για πνευματική ανανέωση και αναβάθμιση. Η ηθική κατάπτωση και η κρίση αξιών ήταν για την εποχή εκείνη μείζον πρόβλημα, καθώς επηρέαζε κάθε πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Αξίζει να επισημανθεί πως στα πλαίσια μιας προσπάθειας να κεντρίσει το ενδιαφέρον του λαού και να τον στρέψει προς την ηθικο-πνευματική ολοκλήρωση, ο Μονομάχος το 1045 θεσπίζει τον τίτλο «Ύπατος των Φιλοσόφων», για να τιμήσει τη σοφία, το πνεύμα και την ανώτερη παιδεία. Ο τίτλος απονεμήθηκε στον Μιχαήλ Ψελλό, αναγνωρίζοντας και επισήμως την αξία και την ποιότητα του έργου του89.

Είναι εμφανές από τα παραπάνω πως ο αυτοκράτορας εκτιμούσε και σεβόταν τους τέσσερις άνδρες. Μάλιστα για να τους αποδείξει την εμπιστοσύνη του τους τίμησε με υψηλά αξιώματα και τίτλους, ενώ είναι ολοφάνερο πως υπό την καθοδήγηση και επιρροή τους πήρε σημαντικές αποφάσεις εκπαιδευτικού χαρακτήρα90. Ο Μιχαήλ Ψελλός, προκειμένου να αντικρούσει όλους αυτούς που αποδοκίμαζαν τον Ιωάννη Ξιφιλίνο, λόγω της χαμηλής κοινωνικής του θέσης, δίνει το ηθικό στίγμα της εποχής. Συγκεκριμένα σε ερώτηση εάν είναι σωστό
κάποιος να κρίνεται από τα έργα τα δικά του ή των συγγενών του, ο Ψελλλός απαντά: «δῆλον γὰρ ὡς ἐκεῖνα μὲν φιλοτιμίας ἔχει τὸ γένους, ταῦτα δὲ αὐτὸν καθεαυτὸν τὸν ἐπαινούμενον δείκνυσι»91. Αξίζει να αναφερθεί πως εκείνη την εποχή οι δικαιοδοσίες και τα δικαιώματα, που εκχωρήθηκαν σταδιακά σε μορφωμένους ανθρώπους, επηρέασαν πολύπλευρα την αυτοκρατορία.

Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ι. Καραγιαννόπουλου, ο οποίος τους θεωρεί υπαίτιους της ηθικής κατάπτωσης, την οποία βίωνε η αυτοκρατορία και είχε ως αποτέλεσμα τη γενικότερη παρακμή και διαφθορά92. Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Καρπόζηλος93, ο οποίος αν και παραθέτει τα γεγονότα που συνθέτουν τη θετική προσφορά των λογίων αυτών, τονίζει πως η επιρροή τους στον Κωνσταντίνο ήταν αρνητική. Από την άλλη οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν πως τα θετικά των επιφανών και πνευματικών αυτών ανθρώπων ήταν περισσότερα από τα αρνητικά. Επιπλέον η προσφορά τους πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των τότε συνθηκών και των οικονομικο-πολιτικών περιστάσεων.
Πρόκειται δηλαδή για μια εποχή, που δε διακρίνεται από απόλυτη παρακμή ή απόλυτη ευημερία, κάτι που ισχύει εν γένει στην ιστορία. Ο Kazhdan94 επισημαίνει πως η μελέτη της βυζαντινής ιστορίας μπορεί να γίνει μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια και μάλιστα θεωρεί θετικό στοιχείο τη διατήρηση της καλής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Πάντως η σημαντική και υψηλή θέση των τεσσάρων ανδρών καταδεικνύεται εμφανώς και από την αναφορά του Ρ. Lemerle95 σε αυτούς ως «κυβέρνηση των φιλοσόφων» επιβεβαιώνοντας πως έπαιζαν βασικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, καθώς και στην κατεύθυνση της πολιτικής που ασκούσε ο αυτοκράτορας.

Την εποχή της βασιλείας του Κωνσταντίνου οι κοινωνικές ζυμώσεις και αλλαγές είχαν ποικίλες προεκτάσεις. Ο αυτοκράτορας το αντιλαμβανόταν αυτό και έκανε απέλπιδες προσπάθειες να ενισχύσει το γόητρό του και να μη χάσει τη θέση του. Για το λόγο αυτό προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βιοτέχνες και εμπόρους – τους μέσους96 – παραχωρώντας τους αξιώματα και τίτλους. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε την εύνοιά τους, κάτι που του ήταν απαραίτητο και για την παραμονή του στην εξουσία, αλλά και για να έχει κάποια επαφή με όλα τα χρήματα, τα οποία αυτοί διαχειρίζονταν ως ανερχόμενη τάξη97.

Ο τομέας της οικονομίας πάντα αποτελεί δύσκολη πτυχή της διακυβέρνησης. Ωστόσο, το Βυζάντιο κατά τον 11ο αιώνα κατόρθωσε οικονομικά να ανελιχθεί και να αποκτήσει οικονομική ισχύ παγκοσμίως και μάλιστα να είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τον 10ο αιώνα. Βέβαια, η αρχική περίοδος της διακυβέρνησης του Μονομάχου, ακριβώς επειδή χαρακτηριζόταν από ειρήνη, σχετικά ομαλή κατάσταση στα εσωτερικά και εξωτερικά θέματα και βαθμιαία οικονομική ανάταση, ήταν σχετικά επιτυχημένη. Τα ταμεία του κράτους ήταν γεμάτα, κάτι που επέτρεψε στον αυτοκράτορα να είναι ήσυχος και να χρηματοδοτήσει μεγάλα έργα.

Ωστόσο, στην πορεία ανέκυψαν και άλλα προβλήματα που απαιτούσαν διαφορετικούς χειρισμούς.98
Κατά την ανάληψη της εξουσίας από τον Κωνσταντίνο, η αυτοκρατορία ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή στον οικονομικό τομέα και αυτό ήταν που τον ώθησε σε πολυδάπανα έργα, καθώς ήθελε να επιδείξει τη μεγαλοπρέπεια και τα πλούτη του κράτους. Ωστόσο, αυτή η οικονομική ανάπτυξη δε συνεχίστηκε, διότι τα έξοδα αυξάνονταν, ενώ τα έσοδα παρέμεναν σταθερά99. Η εικόνα, πάντως, που σχηματίζουμε για τον τρόπο που διαχειρίστηκε τα οικονομικά ζητήματα ο Κωνσταντίνος στο σύνολο της βασιλείας του κάθε άλλο παρά θετική είναι.
Συγκεκριμένα διαπιστώνουμε πως ξόδεψε αλόγιστα τα χρήματα του κράτους και μάλιστα οι περισσότεροι ιστορικοί είναι ιδιαιτέρως αυστηροί και αρνητικοί απέναντί του χρεώνοντάς του πολλές αποτυχίες στον τομέα αυτό.100
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε πως κατά τη διοίκηση μιας αυτοκρατορίας από ένα μόνο άτομο είναι σύνηθες να εντοπίζονται αδυναμίες και ελλείψεις. Άλλωστε ο κάθε τομέας επηρεάζει όλους τους άλλους προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε μοιραία αποτελέσματα, όπως συνέβη στην περίπτωση του Μονομάχου. Την εποχή της βασιλείας του εφαρμόστηκε πιθανότατα και ο θεσμός περί εκμίσθωσης των κρατικών φόρων σε ιδιώτες, κάτι που είχε αρνητικές συνέπειες για τους φορολογούμενους εξαιτίας της εκμετάλλευσής τους από τους εκμισθωτές101.
Όσο κι αν πρόθεση του αυτοκράτορα ήταν η αύξηση των εσόδων, το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωνε, ειδικά στη λήψη οικονομικών μέτρων102. Εκτός των άλλων, η διαφωνία των γραφειοκρατών στην Κωνσταντινούπολη με τους στρατιωτικούς αξιωματούχους γνώρισε νέα, εντονότερη μορφή και έγινε σκληρή η αντιπαράθεση. Η τακτική του Μονομάχου, στην ουσία, έδωσε το προβάδισμα στους γραφειοκράτες, καθώς τους παραχώρησε προνόμια και τους απάλλαξε από φορολογικές υποχρεώσεις103. Βέβαια, ο Κωνσταντίνος κατηγορείται πως άφησε ελεύθερο το πεδίο στους γραφειοκράτες να ανελιχθούν με τον τρόπο που ήθελαν.




Έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε πολίτες από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις να επανδρώσουν τη σύγκλητο, κάτι που μείωσε το πολιτικό της κύρος και κατ’ επέκταση τη δύναμή της και την επιρροή της. Αυτή η κίνηση χρεώνεται κατά βάση στον Κωνσταντίνο, καθώς ήταν ο πρώτος που το επέτρεψε και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δε φρόντισαν να το διορθώσουν, αλλά συνέχισαν στο ίδιο μοτίβο104.
Γενικότερα, ο Κωνσταντίνος σε όλες τις μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν το δημόσιο τομέα επηρεάστηκε από το κλίμα της εποχής. Επέφερε σημαντικές αλλαγές στην εκπαίδευση, στην οικονομία, στη διοικητική μηχανή και στο στρατό105. Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής πολλά άλλαξαν με το θεσμό της πρόνοιας, ο οποίος εισήχθη κατά την εποχή του Κωνσταντίνου και όριζε πως μεγάλες εκτάσεις γης μαζί με τους φόρους τους πλέον δίδονταν σε αξιόμαχους και πιστούς πολίτες.
Αυτό επηρέασε οικονομικά και κοινωνικά την αυτοκρατορία και το μέλλον της106. Αναμφισβήτητα πάντως με τον τρόπο διακυβέρνησης του Μονομάχου η ίδια η αυτοκρατορία αφήνει πίσω τη μεσαιωνική της μορφή και μπαίνει σε μια νέα εποχή107.

Η εξωτερική πολιτική του Κωνσταντίνου Θ΄

Οι στρατιωτικές αποφάσεις και δράσεις, στις οποίες προέβη ο Κωνσταντίνος, παρουσιάζονται και κρίνονται ποικιλοτρόπως από τους ιστορικούς. Οι απόψεις και τα γεγονότα οδηγούν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα. Υπάρχει διαφωνία των ιστορικών σχετικά με το αν τελικά ο Κωνσταντίνος προωθούσε τους πολέμους ή ήταν εντελώς αντίθετος στην ιδέα του πολέμου. Χαρακτηριστικά της πρώτης άποψης είναι όσα μας παραθέτει ο Ατταλειάτης υποστηρίζοντας πως ο Μονομάχος ήθελε πάση θυσία τη νίκη στη μάχη και αντιστεκόταν σθεναρά στις εχθρικές επιθέσεις108. Από την άλλη πλευρά, ο Ψελλός επισημαίνει πως ο Κωνσταντίνος απολάμβανε περισσότερο τη γαλήνη και την ησυχία παρά τις τρικυμίες και γενικότερα ήταν υπέρμαχος της ειρήνης109. Αυτό βέβαια συμφωνούσε και με την εικόνα του τρυφηλού ανθρώπου, που χαρακτήριζε τον Μονομάχο, καθώς οι πηγές αναφέρουν πως τον ενδιέφερε η καλοπέραση και οι απολαύσεις της ζωής110.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η περίοδος της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ΄ καθορίστηκε και διαμορφώθηκε από πολλές και εξαιρετικής σημασίας ανατροπές δεδομένων. Έτσι, ο αυτοκράτορας κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολλαπλούς κινδύνους είτε στρατιωτικής φύσεως είτε πολιτικής υφής111. Είναι χαρακτηριστικό πως κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του οι τουρκικές επιθέσεις στις αρμενικές εκτάσεις εντάθηκαν και δημιούργησαν σοβαρότατα προβλήματα, τα οποία απαιτούσαν λήψη άμεσων αποφάσεων από την πλευρά του αυτοκράτορα.

Οι αποφάσεις αυτές, βέβαια, είχαν αντίκτυπο και στη στρατιωτική οργάνωση και στο διπλωματικό τομέα.112 Παράλληλα, οι στάσεις που σημειώθηκαν την περίοδο εκείνη εναντίον του θρόνου έμειναν στην ιστορία και προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Κωνσταντίνου. Η ισορροπία στις εσωτερικές σχέσεις του βυζαντινού κράτους διαταρασσόταν από τα επαναστατικά κινήματα του Γεωργίου Μανιάκη, του Θεόφιλου Ερωτικού και του Λέοντος Τορνικίου. Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής οι στρατιωτικοί όροι επίσης άλλαζαν, καθώς τα μέτωπα ήταν πολλαπλά και από όλες τις κατευθύνσεις113.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία βαλλόταν από όλες τις πλευρές. Οι επιθέσεις των Ρώσων γίνονταν στις δυτικές και ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ εντείνονταν οι επελάσεις των Πετσενέγων στις ευρωπαϊκές περιοχές και των Σελτζούκων Τούρκων στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Επιπλέον, και η Μεσημβρινή Ιταλία λεηλατούνταν από τους Νορμανδούς προσθέτοντας ακόμη ένα πρόβλημα στον αυτοκράτορα114. Κατά το 1043 σε μια περίοδο που οι σχέσεις Βυζαντινών και Ρώσων ήταν τεταμένες, οι Ρως βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν στην Κωνσταντινούπολη χωρίς ωστόσο επιτυχία, καθώς ο στρατός του Βυζαντίου τους κατατρόπωσε. 115

Στα μέσα του 11ου αιώνα ήταν φανερή η κούραση και η παρακμή των βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων. Το κλίμα της εποχής και οι περιστάσεις ανάγκασαν τον Κωνσταντίνο Μονομάχο να λάβει μέτρα και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες επηρέασαν το στρατό, αλλά και το ίδιο το κράτος. Σκοπός του ήταν η αναδιοργάνωση του στρατού και η ισχυροποίησή του. Τα μέτρα που ελήφθησαν στο στρατιωτικό τομέα περιελάμβαναν περιφρούρηση της πρωτεύουσας, αλλαγές στο πολεμικό ναυτικό και στο θεματικό στρατό και μεταρρυθμίσεις στην εξαγορά της στρατιωτικής υποχρέωσης και στη στράτευση των μισθοφόρων.
Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί πως πολλά από τα παραπάνω μέτρα είχαν δρομολογηθεί από προκατόχους του Κωνσταντίνου. Κατά συνέπεια, αυτός σε μερικές περιπτώσεις μόνο τα ολοκλήρωσε.116
Ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τις πηγές, δεν είχε στρατιωτική δράση ούτε είχε συμμετοχή σε εκστρατεία ως αρχηγός117. Μάλιστα σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μανασσή φήμες της εποχής τόνιζαν πως ο αυτοκράτορας δεν είχε καμία απολύτως σχέση ακόμη και με τα όπλα118. Εξαίρεση βέβαια αποτέλεσε η περίπτωση της αντιμετώπισης ενός απρόσμενου κινδύνου, όταν οι Ρώσοι επιτέθηκαν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ξαφνικά και ο Κωνσταντίνος βρέθηκε προ εκπλήξεως.
Λόγω της επικείμενης μάχης και φοβούμενος για τη σωματική του ακεραιότητα ο αυτοκράτορας χωρίς δεύτερη σκέψη φόρεσε την πολεμική του εξάρτυση και πήρε θέση μάχης στο βασιλικό πλοίο. Όμως δεν πήρε μέρος στη ναυμαχία, αλλά απλώς ήταν παρών στο πεδίο της μάχης και από απόσταση έβλεπε την πορεία των πραγμάτων, καθώς επέβαινε στο αυτοκρατορικό καράβι119. Ωστόσο ο Μονομάχος γενικότερα έκρινε πως ο στρατός ήταν σημαντικό κομμάτι ενός κράτους και φρόντιζε τις ανάγκες των στρατευμάτων του120.

Οι μεταρρυθμίσεις, στις οποίες προέβη ο Κωνσταντίνος σε θέματα στρατιωτικά, δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού στην ουσία οδήγησαν στη διάλυση του θεματικού στρατού και στη συνακόλουθη αντικατάστασή του από μισθοφορικό. Βέβαια, σκοπός του αυτοκράτορα ήταν ο εκσυγχρονισμός του στρατού, προκειμένου να βελτιωθεί μαχητικά.
Ωστόσο, όλο αυτό λειτούργησε αντίστροφα, καθώς οι πολίτες το θεώρησαν προσβλητικό και υποτιμητικό για τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Ταυτόχρονα το κράτος απαιτούσε χρήματα, για να βελτιωθεί η άμυνα, κάτι που επίσης λειτούργησε αρνητικά, καθώς έκανε πραγματικότητα την αποξένωση του λαού των επαρχιών από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος ένιωθε μειωμένος και απροστάτευτος. Αυτό ήταν λογικό, διότι οι κάτοικοι πλήρωναν υπέρογκα ποσά και δεν είχαν καμία προστασία.121
Κατά τη διακυβέρνηση του Μονομάχου πέρα από την αδιαφορία για τη γηγενή στρατιωτική δύναμη της αυτοκρατορίας είχαν δοθεί αυξημένες αρμοδιότητες σε πολιτικούς υπαλλήλους των θεμάτων υποβαθμίζοντας τις εξουσίες του στρατιωτικού διοικητή. Αυτό οδήγησε σταδιακά στην αποδιοργάνωση του διοικητικού θεματικού συστήματος και στην επαναφορά ενός παλαιότερου θεσμού, αυτού των χωριστών εξουσιών. Η εποχή, όμως, δεν ήταν ειρηνική, επομένως ο εν λόγω θεσμός πέρα από αναποτελεσματικός αποδείχτηκε και επικίνδυνος.122

Το όνομα του Μονομάχου απαντά σε αρκετές στρατιωτικές και πολιτικές αποφάσεις, των οποίων τα αποτελέσματα αμφισβητούνταν έντονα και συνόδευαν άκαρπες προσπάθειες για την αντιμετώπιση του εκάστοτε εχθρού123. Σε όλα αυτά θα πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος απεγνωσμένος και απελπισμένος στην προσπάθειά του να γεμίσει τα ταμεία με χρήματα προχώρησε ακόμα και στη διάλυση ολόκληρων στρατιωτικών θεμάτων αλλάζοντας το νόμο για τις στρατιωτικές υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα εφάρμοσε τον «εξαργυρισμό της στρατιωτικής υποχρέωσης»i για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω.

Όλες σχεδόν οι πηγές σχετικά με τις στρατιωτικής φύσεως αποφάσεις του Μονομάχου ολοκληρωτικά και απόλυτα προδίδουν πως υιοθετήθηκε μια πολιτική πέρα για πέρα κακή έως και καταστροφική. Οι τακτικές και οι κινήσεις του Κωνσταντίνου εξαρχής προμήνυαν μια κατιούσα πορεία, όμως ο αυτοκράτορας για διάφορους λόγους και κυρίως από άγνοια δεν το αντιλαμβανόταν. Είτε προχωρούσε ο ίδιος σε λήψη μέτρων είτε το ανέθετε σε άλλους, ο κοινός παρονομαστής ήταν η έλλειψη πρόνοιας και οράματος. Κατά συνέπεια, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα ο ίδιος ο λαός ζημιωνόταν.124
Ο Κωνσταντίνος εν μέσω πολιτικών σχεδιασμών, συμφερόντων και γενικά λαμβάνοντας υπόψη πολλές και διαφορετικές παραμέτρους125 προχώρησε σε μια ενέργεια, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αδύναμης πολιτικής, καθώς επέδρασε αρνητικά και στο στρατιωτικό τομέα και στον οικονομικό 126.

Διέλυσε το αρμενο-ιβηρικό στρατιωτικό σώμα, το οποίο, σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, αποτελούνταν από 50.000 άτομα127. Για τον αριθμό των στρατιωτών εγείρονται πολλά ερωτήματα και δεν είναι λίγοι οι μελετητές που εντρυφούν στο εν λόγω ζήτημα προσπαθώντας να καταλήξουν σε έναν αριθμό, που να δικαιολογείται τόσο από την περιοχή όσο και από τις γενικότερες συνθήκες της εποχής128.
Η ουσία, πάντως, είναι πως ο στρατός στην Ιβηρία και Μεσοποταμία ήταν αξιόμαχο κομμάτι της στρατιωτικής και κυρίως της αμυντικής γραμμής του Βυζαντίου. Ο Μονομάχος στα πλαίσια της επιβολής φόρων διόρισε τον Λέοντα Σερβλία αρμόδιο για τις περιοχές αυτές. Ο Σερβλίας ήταν στην ουσία ο αρχηγός μιας αποστολής, η οποία αποτελούνταν από υπαλλήλους, οι οποίοι θα φρόντιζαν, ώστε να εφαρμοστούν σωστά τα νέα φορολογικά μέτρα του Κωνσταντίνου. Το οξύμωρο είναι πως εκεί οι κάτοικοι δεν πλήρωναν φόρους μέχρι τότε129.
Όπως ήταν φυσικό, το μέτρο αυτό πέρα από αυστηρό θεωρήθηκε και παράλογο από τους κατοίκους, οι οποίοι εκούσια εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και συμμάχησαν με τους Σελτζούκους Τούρκους130. Στην ουσία, δηλαδή, η κίνηση αυτή του Μονομάχου είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αποδυνάμωση και την ερήμωση της περιοχής, αλλά και την ενίσχυση των εχθρών με στρατιώτες και μάλιστα στρατιώτες που επιζητούσαν τιμωρία και εκδίκηση.
Αξίζει να αναφερθεί πως σύμφωνα με τους ιστορικούς ο απεσταλμένος Σερβλίας ήταν ένας άνδρας ικανότατος και εργατικός131. Πάντως ο Κεκαυμένος με πολύ λογικά επιχειρήματα διατυπώνει τις παραινέσεις του, καθώς αντιλαμβάνεται τη σημασία ενός στρατού με ομοψυχία έναντι ενός μισθοφορικού132. Αυτό επιβεβαιώνει φυσικά πως η πολιτική γραμμή του Κωνσταντίνου ήταν καταδικασμένη να αποτύχει, ακόμη και αν οι διοικητικοί υπάλληλοι έκαναν καλά τη δουλειά τους. Τόσο εκτός πραγματικότητας ήταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας.

Αυτό καταδεικνύεται και από όσα παραδίδει ο Ατταλειάτης για τους κατοίκους της ακριτικής αυτής περιοχής, οι οποίοι είχαν επωμιστεί την ευθύνη της φρούρησης και προστασίας των συνόρων. Οι προσπάθειές τους να αντικρούσουν τις επιθέσεις των εχθρών ήταν πραγματικά αξιέπαινες, καθώς υπολείπονταν των αντιπάλων. Είναι σαφές, λοιπόν, πως ήταν ένα τμήμα του στρατού απαραίτητο και υπολογίσιμο.
Γι’ αυτό και αντέδρασαν τόσο έντονα, όταν χάθηκαν τα δικαιώματά τους και αισθάνθηκαν πως δεν εκτιμάται ο κόπος και οι μάχες τους133. Έτσι το κακό που προξένησε ο Κωνσταντίνος ήταν διπλό, καθώς και έχασε αυτό το κομμάτι του στρατού, το οποίο για χρόνια προστάτευε τα σύνορα και το έστρεψε εναντίον της ίδιας της αυτοκρατορίας134. Το ίδιο περιστατικό αναφέρεται και από τον Ιωάννη Ζωναρά, ο οποίος επισημαίνει πως ήταν μια άνευ λογικής κίνηση, καθώς οι εν λόγω πληθυσμοί προστάτευαν την αυτοκρατορία από επελάσεις και απειλητικές τάσεις των εχθρών135.

Το συγκεκριμένο γεγονός και κυρίως η παρακινδυνευμένη αυτή κίνηση από πλευράς του Κωνσταντίνου απασχόλησε πολλούς μελετητές, ανάμεσά τους και τον Lemerle136, ο οποίος επισημαίνει πως στόχος του αυτοκράτορα ήταν να ελαφρύνει τους κατοίκους της περιοχής από τα στρατιωτικά τους καθήκοντα και μέσω της φορολογίας να συλλέξει χρήματα για την επάνδρωση και οργάνωση ενός καινούριου στρατεύματος137. Παραμένει, πάντως, αναμφισβήτητο γεγονός πως μετά από τον Κωνσταντίνο υπήρξαν και άλλοι αυτοκράτορες, οι οποίοι δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία σε θέματα στρατιωτικής φύσεως και συνέβαλαν στην αποδυνάμωση του στρατού. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό του Κωνσταντίνου Ι’ και του Μιχαήλ Ζ’, καθώς ήταν εξίσου αδιάφοροι για την επεκτατική πολιτική με τον Κωνσταντίνο Θ’, αφήνοντας τη φιλοπόλεμη διάθεση138.

Την εποχή του Μονομάχου οι βυζαντινές στρατιωτικές δυνάμεις μπόρεσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις των εχθρών σε ανατολή και δύση έχοντας μικρές ζημίες και απώλειες. Το 1044 η παράδοση του Ανίου και της Μεγάλης Αρμενίας, μετά το θάνατο του Ιωβασενίκη, που κυβερνούσε τις χώρες αυτές, σήμανε την εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας έστω και λίγο. Βέβαια, αυτή η κατάκτηση δεν ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής του Κωνσταντίνου, αλλά προέκυψε μετά από συμφωνία που είχε κάνει νωρίτερα ο Bασίλειος Β’ (976-1025). Μεγάλη ήταν η συνεισφορά του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη, ο οποίος αντιμετώπισε επιτυχώς τις επιθέσεις των Aράβων στην Ιταλία και διατήρησε τις βυζαντινές περιοχές. Το έργο του θα είχε ολοκληρωθεί, αλλά εξαιτίας μηχανορραφιών και συκοφαντικών ειδήσεων ανακλήθηκε στην πρωτεύουσα.139

Η εξωτερική πολιτική του Κωνσταντίνου διακρινόταν για τις αποτυχίες, καθώς το 1042 έχασε οριστικά το σερβικό κράτος της Ζέτας, ενώ παράλληλα λόγω της αδυναμίας των στρατευμάτων, η οποία ήταν εμφανής, βρήκαν την ευκαιρία τα τουρκικά φύλα να επιτίθενται ολοένα και πιο τακτικά. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι με τη βοήθεια του συνεχώς αυξανόμενου στρατού τους στράφηκαν εχθρικά προς πολλές περιοχές, κυρίως όμως προς το Βυζάντιο και την Αρμενία. Πάντως, τα βυζαντινά στρατεύματα, παρά τις μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου που είχαν μειώσει τη μαχητικότητα και τον αριθμό των στρατιωτών, κατάφεραν να υπερασπιστούν τις βυζαντινές κτήσεις στα σύνορα με την Αρμενία.

Ταυτόχρονα ο Μονομάχος πήρε αποφάσεις που επηρέασαν την άμυνα, καθώς μείωσε αριθμητικά τις στρατιωτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα μείωσε και τη μαχητικότητα των στρατιωτών. Παράλληλα έπαυσε από τα καθήκοντά τους αρκετούς στρατηγούς, οι οποίοι είχαν προσφέρει αξιόλογες υπηρεσίες και έδειξε αδιαφορία για τις ανάγκες των στρατιωτικών θεμάτων. Επιπλέον, επέτρεψε σε ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα να εξαγοράσουν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους, προκειμένου να αυξήσει τα έσοδα του κράτους140.

Πρόκειται για το μέτρο του «εξαργυρισμού της στρατιωτικής υποχρέωσης», το οποίο σε συνδυασμό με την κίνηση για υποβιβασμό των θεμάτων και κατόπιν διάλυσή τους έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στη στρατιωτική οργάνωση και δύναμη του βυζαντινού κράτους141. Αποκορύφωμα, βέβαια, ήταν η κίνηση του Κωνσταντίνου να αφήσει απροστάτευτη και χωρίς στρατό την περιοχή της Ιβηρίας και της βυζαντινής Μεσοποταμίας και έτσι ο στρατός να λειτουργεί κατά βάση με μισθοφόρους142. Φυσικό απότοκο της κίνησης αυτής είναι η αποδυνάμωση των συνόρων στην περιοχή, με αποτέλεσμα να γίνει ευάλωτη στις επικείμενες επιθέσεις των γειτόνων.
Στην εποχή αυτή, μάλιστα, η αξία του νομίσματος υποβιβάστηκε143, κάτι που ωστόσο δεν έγινε λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, αλλά λόγω της της αύξησης των χρηματικών συναλλαγών, δεδομένου ότι η οικονομία του βυζαντινού κράτους στηριζόταν στις νομισματικές συναλλαγές144.

Οι σπασμωδικές και επιπόλαιες κινήσεις του Κωνσταντίνου στο στρατιωτικό και φορολογικό τομέα δεν άργησαν να επιβεβαιώσουν πως το πρόβλημα θα οξυνόταν και οδήγησαν στην υποτίμηση του χρυσού νομίσματος. Η οικονομία συνδέεται με κάθε παραγωγική πτυχή του κράτους και δεχόταν ήδη σοβαρότατο πλήγμα145. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει ό, τι μπορεί, ο αυτοκράτορας διατάζει τα νομίσματα του χρυσού και του αργύρου να έχουν μικρότερη περιεκτικότητα. Αξίζει να αναφερθεί, βέβαια, πως για πολλούς αιώνες πριν η αξία του βυζαντινού νομίσματος ήταν σταθερή146, κάτι που επιβεβαιώνει πως επρόκειτο για ζημία σε πολλά επίπεδα και με πολλές προεκτάσεις.
Είναι εμφανές, λοιπόν, πως η διαχείριση των στρατιωτικών και των οικονομικών ζητημάτων ήταν προβληματική και συναντούσε εμπόδια για τον Κωνσταντίνο. Η ύστατη προσπάθειά του να γεμίσει τα ταμεία έγινε με την υποτίμηση του νομίσματος. Αυτή η κίνηση βραχυπρόθεσμα είχε αποτελέσματα, ωστόσο μακροπρόθεσμα δημιούργησε νέα προβλήματα, καθώς αμφισβητήθηκε το ίδιο το βυζαντινό νόμισμα και αυτό έγινε εμφανές αργότερα στις εμπορικές δραστηριότητες και συναλλαγές147. Είναι χαρακτηριστικό πως η διεθνής αγορά άλλαξε μετά από αυτήν την κίνηση και σαφώς το νόμισμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν είχε ποτέ ξανά την υψηλή του θέση148. Όσο και αν ο Κωνσταντίνος Θ΄ προσπάθησε να θέσει την αυτοκρατορία σε μια νέα πορεία, όσο και αν θεωρείται σκληρή η κριτική απέναντί του, είναι γεγονός πως κατά τη βασιλεία του τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και πλέον η αυτοκρατορία δε θα ήταν ποτέ η ίδια.149

Στα πλαίσια της κοινωνικής βοήθειας, τα χρήματα, που το κράτος συγκέντρωσε από τα φορολογικά μέτρα, επενδύθηκαν στην ανέγερση κτιρίων που θα προσέφεραν ανακούφιση και περίθαλψη στο λαό. Ο αυτοκράτορας πραγματοποίησε πολλά κοινωνικά και κοινωφελή έργα, όπως ίδρυση νοσοκομείων, γηροκομείων, πτωχοκομείων150. Βέβαια ακόμη και αυτές οι προσπάθειες, αν και στόχευαν στην κοινωνική ωφέλεια, δεν κατάφεραν να απαλλάξουν τον Κωνσταντίνο από το στίγμα του σπάταλου αυτοκράτορα. Όπως παραδίδει ο Ψελλός, οι σπατάλες ήταν υπέρογκες151 και άφησαν τα ταμεία του κράτους άδεια152.

Αξίζει να αναφερθεί πως, παρά την τάση για διασκέδαση και την προτίμηση που έδειχνε ο Μονομάχος στα γλέντια, την καλοπέραση και την τρυφή, τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του άλλαξε στάση και συμπεριφορά. Άρχισε να περιβάλλεται από χαμηλής ηθικής άτομα, αυστηρούς φοροεισπράκτορες, τους σεκρετικούς, καθώς ήθελε μόνο χρήματα και επιζητούσε το κακό όλων των άλλων. Σκαρφιζόταν διάφορες αιτίες κατηγορίας και οδηγούσε σε δίκη πλούσιους πολίτες. Εκείνη την εποχή εφαρμόζεται και ο θεσμός της εκμίσθωσης σε ιδιώτες των κρατικών φόρων, προκειμένου το κρατικό ταμείο να γεμίζει διαρκώς. Όπως είναι φυσικό, η εκμετάλλευση και οι ραδιουργίες είχαν κυριαρχήσει ολοκληρωτικά, καθώς η είσπραξη των φόρων γινόταν με κάθε κόστος και κάθε δυνατό τρόπο.153

Σύμφωνα με τον Ατταλειάτη, οι κινήσεις του Κωνσταντίνου μόνο κακό έκαναν στο λαό, ο οποίος όλο και περισσότερο βασανιζόταν από τις βαρύτατες φορολογίες και τους αυστηρότατους τρόπους συλλογής των φόρων. Όπως μας πληροφορεί, η αδικία, η πονηριά, τα σοφίσματα χαρακτήριζαν τις καθημερινές προσπάθειες των εισπρακτόρων, ενώ ταυτόχρονα επιδιωκόταν η χρηματική αποστράγγιση και των πλουσίων. Ο φόβος και ο τρόμος υπήρχε σε κάθε νοικοκυριό, καθώς η απελπισία μεγάλωνε. Επίσης, δεν ήταν λίγοι αυτοί που δεν μπορούσαν να δώσουν τα χρήματα και κατά συνέπεια φυλακίζονταν.154
Η κατάσταση είχε ξεφύγει, καθώς τα δεσμωτήρια πλέον ήταν γεμάτα από κρατούμενους και όλη η πόλη διαμαρτυρόταν και αγανακτούσε για την ταλαιπωρία και την κακομεταχείριση από τον Μονομάχο: «δίκας ἀδίκους ἐπάγων», «αἵ τε φρουραὶ πληθοῦσαι τῶν ἐναγομένων»155. Βέβαια η κατάσταση ήταν ακόμη πιο τραγική για όσους έκαναν συμφωνίες με τους φορολόγους και δεν ήξεραν τι τους περιμένει ζώντας στην αγωνία και στο φόβο. Είναι χαρακτηριστικό πως αυτά τα δεινά επηρέαζαν ακόμη και τις χρηματικές παροχές που προορίζονταν για τα μοναστήρια και τους ναούς. Μάλιστα διατάχτηκε να γίνουν έρευνες και ανακρίσεις, προκειμένου να ελεγχθούν οι αρμόδιοι σε κάθε ίδρυμα, να επιβεβαιωθεί το έργο τους και να παύσουν όλες οι παροχές που ήταν περιττές:
«ἐνέσκηψε δὲ τὸ δεινὸν καὶ ἄχρι τῶν ἀφωρισμένων τοῖς θείοις σηκοῖς καὶ φροντιστηρίοις σιτηρεσίων, πανταχοῦ τῶν ἐπαρχιῶν διαταγμάτων πεμφθέντων ἀνευρενᾶσθαι καὶ τῶν μὴ εὐλόγως τάχα διδομένων τὴν δόσιν ἐκκόπτεσθαι»156.

Ο Ατταλειάτης επισημαίνει πως ο εκτροχιασμός της οικονομίας ήταν χαρακτηριστικό των τελευταίων ετών της βασιλείας του Κωνσταντίνου157, συνεπώς η ευθύνη βάρυνε και τους προηγούμενους αυτοκράτορες. Ο Σκυλίτζης αναφέρεται στις παράνομες πράξεις και στις αδικίες του Μονομάχου τονίζοντας ότι ήταν ένα μελανό σημείο της διακυβέρνησής του.158
Σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, η κακή οικονομική κατάσταση της αυτοκρατορίας είχε ως ρίζα τις βιαστικές και επιπόλαιες κινήσεις του Μονομάχου και την παράλληλη σπατάλη μεγάλων χρηματικών ποσών από το κρατικό ταμείο, προκειμένου ο αυτοκράτορας να καλύψει προσωπικά όνειρα και επιδιώξεις, χωρίς να τον ενδιαφέρει ο αντίκτυπος στο ίδιο το κράτος και στους υπηκόους. Στο έργο του επισημαίνει ότι η διαχείριση των οικονομικών πόρων δεν είχε καμία σχέση με τις ανάγκες της αυτοκρατορίας.159

Η στάση του Γεώργιου Μανιάκη

Η περίοδος κατοχής της εξουσίας από τον Κωνσταντίνο Θ΄ σημαδεύτηκε από γεγονότα και αναταραχές στην εσωτερική πολιτική. Οι ενέργειες και γενικότερα ο τρόπος διοίκησης και διαχείρισης των πραγμάτων από τον αυτοκράτορα προκάλεσε αρκετές φορές εξεγέρσεις εναντίον του160. Μέσα σε αυτό το κλίμα της πολιτικής αστάθειας και της προσπάθειας κάποιων για ανέλιξη στην εξουσία εκδηλώνεται και το κίνημα του Μανιάκη.

Η στάση του Γεώργιου Μανιάκη ήταν το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει ο Κωνσταντίνος, και μάλιστα χρονικά συνέπεσε με την απειλή μιας ρωσικής επέλασης στην Κωνσταντινούπολη161. Ο Μανιάκης ήταν ένας αξιόλογος στρατηγός, που είχε αποσταλεί στην Ιταλία από την αυτοκράτειρα Ζωή. Ο ίδιος κατοικούσε στο θέμα των Ανατολικών και είχε γείτονα τον Ρωμανό Σκληρό, με τον οποίο τους χώριζαν αρκετές διαφορές και είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει.
Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν, όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Μονομάχος. Η αδελφή του Σκληρού ήταν παλλακίδα του Κωνσταντίνου και ο αυτοκράτορας τίμησε με το αξίωμα του πρωτοστράτορα και μαγίστρου τον Ρωμανό, κάτι που φυσικά εκνεύρισε τον Μανιάκη162. Αυτή η δυσαρέσκειά του και η αγανάκτησή του τον έστρεψαν εναντίον του Κωνσταντίνου. Επειδή γνώριζε πως η εμφάνισή του στην Πόλη θα σήμαινε αυτομάτως και την τύφλωσή του ή στη χειρότερη περίπτωση το θάνατό του, αυτοαναγορεύτηκε αυτοκράτορας.163

Σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, ο Κωνσταντίνος αρχικά προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Μανιάκη, καθώς με μια επιστολή του ζητούσε να εγκαταλείψει τα όπλα και του υποσχόταν πλήθος παροχών και ευεργεσιών. Ωστόσο, ο Μανιάκης δεν πείστηκε και δεν άλλαξε τη στάση του. Μετά από αυτήν την αντίδραση ο αυτοκράτορας έλαβε μέτρα και οργάνωσε μια ομάδα με επικεφαλής τον Στέφανο και τους απέστειλε για να αντιμετωπίσουν και να κατατροπώσουν τους επαναστάτες.164

Σύμφωνα με τον Ατταλειάτη, ο Μανιάκης, που ήταν άνδρας φιλοπόλεμος και ανδρείος, δεν ανεχόταν την περιφρόνηση του Μονομάχου και ήδη ήταν αρνητικά διακείμενος προς αυτόν, λόγω της παλαιότερης αντιπαράθεσής τους την περίοδο που διοικούσε στην Ιταλία και είχε επαναστατήσει με τους Ρωμαίους και Ιταλούς165, τους οποίους ήλεγχε. Είναι χαρακτηριστικό πως οι στρατιωτικές δυνάμεις, που απέστειλε ο Μονομάχος για την καταστολή της επανάστασης, νικήθηκαν ολοκληρωτικά:«Ἀνήρ αἰμοχαρὴς καὶ γενναῖος, ὁ προμνημονευθεὶς Γεώργιος, ὁ Μανιάκης ἐπώνυμον, ἐκ τῆς Ἰταλικῆς ἀρχῆς ἐπαναστὰς μετὰ τῶν ἐκείνων συνόντων στρατιωτῶν Ῥωμαίων καὶ Ἀλβανῶν, διὰ παρόρασιν τοῦ βασιλέως ἀνιαθεὶς καὶ προηγησαμένας ἔχθρας μετ’ αὐτοῦ δεδιώς. Καὶ τὰ μὲν λοιπὰ τῶν συναντησάντων στρατεύματα ἀνετάραξε καὶ κατέβαλε».166

Πάντως, η στάση του Μανιάκη απασχόλησε πολλούς ιστορικούς και παρουσιάστηκε από πολλές πλευρές, καθώς υπήρχαν κάποιοι που υποστήριζαν πως εκείνη την περίοδο ο Ρώσος πρίγκιπας συμμάχησε με τον Μανιάκη για κοινή επέλαση στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μανιάκης διέσχισε τα στενά του Υδρούντα και μέσω της Εγνατίας οδού προχώρησε προς την Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, οι δυνάμεις του Μονομάχου ανέκοψαν την πορεία του167. Μάλιστα, ο Ατταλειάτης τονίζει ότι η σύγκρουση έγινε σε ένα σημείο, το οποίο απείχε από την Θεσσαλονίκη δύο ημέρες168.

Η μάχη του Οστροβού, που ακολούθησε, την άνοιξη του 1043, βρήκε τους επαναστάτες σε πλεονεκτική θέση, καθώς νικούσαν και μάλιστα προκάλεσαν μεγάλες ζημίες στα αυτοκρατορικά στρατεύματα, τα οποία πανικοβλήθηκαν169: «πρὸ δύο δὲ τῆς Θεσσαλονίκης ἡμερῶν στρατοπεδευσάμενος περὶ δείλην ὀψίαν προσβάλλει τῷ μεγίστῳ βασιλικῷ στρατοπέδῳ∙ καὶ γὰρ ἦν ἐξεστρατευμένος ὁ παρὰ βασιλέως ἀποσταλείς μετὰ τῶν Ῥωμαϊκῶν δυνάμεων εἰς ἀντιπαράταξιν. Καὶ πολλὰ δράσας τοῖς βασιλικοῖς στρατιώταις, καὶ καταπλήξας τῇ ἀνυποίστῳ τούτῳ φορὰ καὶ τοῖς οἰκειοχείροις πληγαῖς»170.

Ενδεικτική είναι και η μαρτυρία του Σκυλίτζη για αυτήν τη σύγκρουση, καθώς αναφέρει ότι παρά την αρχική υπεροχή των στρατευμάτων του Μανιάκη έναντι των αυτοκρατορικών δυνάμεων171, κάτω από απροσδιόριστες συνθήκες ο στασιαστής Μανιάκης τραυματίστηκε θανάσιμα, καθώς έπεσε από το άλογό του. Η πτώση και ο θάνατος του επικεφαλής της επανάστασης σήμανε και το τέλος της σύγκρουσης, καθώς μετά ο στρατός του αυτοκράτορα πήρε τη νίκη.172

Ο θάνατος του Μανιάκη και η είδηση της νίκης έγιναν γνωστά στον Μονομάχο μέσω ενός αγγελιαφόρου, και, όταν μπήκε ο Στέφανος173 νικητής στην Κωνσταντινούπολη, κουβαλούσε το κεφάλι του Μανιάκη, για να το δώσει στον αυτοκράτορα, ως ένδειξη υπέρτατης νίκης174. Έτσι και ο Στέφανος, αφού έλαβε μέρος σε αυτήν τη γιορτή θριάμβου, τιμήθηκε και δοξάστηκε πλάι στον αυτοκράτορα175 . Ο θάνατος του Μανιάκη πιθανότατα να οφειλόταν σε μηχανορραφίες και ύπουλες ενέργειες. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι πως ήταν ένας ικανότατος και αξιόλογος στρατηγός, τον οποίο είχε ανάγκη η αυτοκρατορία και πλέον είχε χαθεί.
Βέβαια, αυτή η προδοτική του στάση ενεργοποίησε τον Κωνσταντίνο, ο οποίος πλέον δεν ήταν τόσο σίγουρος για όσους τον περιέβαλλαν και άρχισε να υποπτεύεται πολλούς176. Με τον ίδιο τρόπο λίγο αργότερα και ο ο Στέφανος θα κατηγορηθεί για συνωμοσία, θα στερηθεί την περιουσία του και θα εξοριστεί από την Πόλη177 .
Όπως προαναφέρθηκε, την ίδια περίοδο με τη στάση του Μανιάκη έγινε και ρωσική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, οι στρατιωτικές δυνάμεις αποδείχτηκαν ικανές να αποκρούσουν τον κίνδυνο και παράλληλα να αντιμετωπίσουν χωρίς απώλειες μια άλλη επανάσταση στην Κύπρο.
Αυτό φυσικά λειτούργησε υπέρ του αυτοκράτορα και ενίσχυσε τη φήμη του178. Πάντως, οι κακές πολιτικές επιλογές του Μονομάχου και η γενικότερη αίσθηση πως δεν περιβάλλεται από ικανούς συμβούλους έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς στρατηγούς να πιστέψουν πως μπορούσαν να επαναστατήσουν και να ανατρέψουν τον αυτοκράτορα. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του Θεόφιλου Ερωτικού από την Κύπρο179.
Όσον αφορά στον Γεώργιο Μανιάκη, σύμφωνα με τον Ψελλό, η ανέλιξή του ήταν κλιμακωτή, ώσπου τελικά απέκτησε το αξίωμα του στρατηγού180. Πάντως, ο Ψελλός αναφέρεται με έμφαση στα θετικά του χαρακτήρα του, καθώς επρόκειτο για άτομο με χαρίσματα, δύναμη και γενναιότητα. Η επιτυχής του πορεία στις ιταλικές κτήσεις αποδείκνυε το μέγεθος της προσφοράς του. Βέβαια, η αρνητική προς αυτόν συμπεριφορά του Μονομάχου και η δυσφήμισή του άλλαξε την κατάσταση. Ο αυτοκράτορας βγήκε εκτός ορίων και προέβη σε κινήσεις, προκειμένου να αδρανοποιηθεί πλήρως ο επαναστάτης, να εκδιωχθεί ή ακόμη και να θανατωθεί181.
Με την αποστολή στρατευμάτων για την κατάπνιξη της επανάστασης ο Μονομάχος στην ουσία προκάλεσε την ανοιχτή σύγκρουση. Βέβαια, τα αυτοκρατορικά στρατεύματα υπολείπονταν των επαναστατικών και γι’ αυτό αρχικά ηττώνταν. Ο τραυματισμός, όμως, του Μανιάκη ήταν σαν δώρο εξ ουρανού για τον Κωνσταντίνο, διότι σήμανε το τέλος της στάσης, καθώς έπεσε νεκρός ο επικεφαλής των επαναστατών. Κατόπιν ο στρατός του Μονομάχου τον αποκεφάλισε και μετέφερε το καρφωμένο σε ένα δόρυ κεφάλι του στην Πόλη, όπου οργανώθηκε πομπή και στήθηκε μια ολόκληρη επινίκια γιορτή με θριαμβευτικό χαρακτήρα.182

Έχει σημασία πως μετά τη θριαμβολογία επί του Μανιάκη ο αυτοκράτορας δεν εκμεταλλεύτηκε τη δόξα του, αλλά με μετριοπάθεια και σύνεση προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του. Αυτή η εγκράτεια του Μονομάχου επισημαίνεται και από τον Ψελλό, καθώς ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε σχέση με την αλαζονεία και την κομπορρημοσύνη. Η χαρά του και ο θρίαμβός του ήταν πάντα στα λογικά πλαίσια. Βέβαια, αυτή η ηρεμία και μη επαγρύπνησή του ήταν και το αρνητικό του, καθώς μετά από τέτοιες καταστάσεις δεν αντιλαμβανόταν ότι πλησίαζαν μεγαλύτερα δεινά.183

Η επανάσταση του Λέοντα Τορνικίου

Οι εξεγέρσεις και οι προσπάθειες για ανατροπή του Κωνσταντίνου Μονομάχου δεν αφορούσαν μόνο στις περιπτώσεις του Μανιάκη και του Θεόφιλου Ερωτικού. Στην ουσία, η μεγαλύτερη απειλή και από τις δύο προαναφερθείσες στάσεις184 προήλθε από το στρατηγό Λέοντα Τορνίκιο, ο οποίος αποστάτησε185. Συγκεκριμένα στις 14 Σεπτεμβρίου 1047 οι στρατιωτικοί της Δύσης υπό την ηγεσία του Λέοντα Τορνικίου, δεύτερου εξάδελφου του Κωνσταντίνου Θ΄, στασίασαν εναντίον του αυτοκράτορα186. Αυτό επισημαίνεται και από τον Ατταλειάτη: «Ἀλλ’ ὁ βασκαίνων ἀεὶ τοῖς καλοῖς ἕτερον αὖθις ἀνεγείρει πόλεμον ἐπιχώριον ἐκ τοιάσδε προφάσεως. συγγενείᾳ κεκτημένος ὁ βασιλεὺς ἐκ τῆς Ἀδριανουπόλεως Λέοντα κατονομαζόμενον»187.

Αξίζει να επισημανθεί πως η στασιαστική κίνηση του Τορνικίου έγινε στα πλαίσια της πίστης του πως ο λαός, που ολοένα και επιβαρυνόταν από τα οικονομικά μέτρα και τις φορολογίες που επέβαλλε ο Κωνσταντίνος, εξοργισμένος θα στήριζε το επαναστατικό κίνημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ψελλός188: «ᾤοντο δὲ μηδὲ τοὺς ἐν τῇ Πόλει τῷ βασιλεῖ προσθήσεσθαι, τούτοις δὲ ἀντιστήσεσθαι, δι’ ὀργῆς τε τὸν αὐτοκράτορα ἔχοντας, ἐπειδὴ καὶ καινοτομεῖν τι κατ’ αὐτῶν ἤρξατο, καὶ τὴν προεδρίαν αὐτοῦ δυσχεραίνοντας, καὶ βουλομένους στρατιώτην ἰδεῖν αὐτοκράτορα, σφῶν τε προκινδυνεύοντα καὶ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν βαρβάρων ἀνείργοντα.»

Η στάση του Τορνικίου είχε τις ρίζες της στις κακές διαπροσωπικές σχέσεις των δύο ανδρών. Ήδη χρόνια πριν βρέθηκαν σε οικογενειακή αντιπαράθεση, καθώς η ίδια η αδερφή του Τορνικίου στήριζε και ενίσχυε τον αδερφό της σε κάθε του επιδίωξη. Μάλιστα, ο Τορνίκιος δεν κατείχε θέση στην πρωτεύουσα, διότι είχε γίνει γνωστός για τις ραδιουργίες του, τις επαναστατικές του τάσεις και επιπλέον είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την αδερφή του αυτοκράτορα, την Ευπρεπία. Κατά τη σταδιοδρομία του τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα, αλλά ο Μονομάχος είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν, διότι πίστευε πως από όπου κι αν βρισκόταν θα οργάνωνε την επανάστασή του και τον εξανάγκασε να ασπαστεί το μοναχισμό. Αυτό του στέρησε κάθε πιθανότητα να απειλήσει τον αυτοκράτορα.189 Δεν πρέπει να παραλείψουμε το γεγονός ότι την προσωπική αντιπαράθεση των δύο ανδρών χρησιμοποίησαν προς όφελός τους όλοι οι αντίπαλοι του Μονομάχου και έτσι η επανάσταση ξέσπασε στο χώρο της βορειοδυτικής Θράκης. Βέβαια, η έδρα των συγκρούσεων ήταν η Ανδριανούπολη, μια πόλη με μεγάλη στρατιωτική και στρατηγική σημασία στην Θράκη και στην περιοχή, όπου δρούσε ο Τορνίκιος.

Συγκεκριμένα οι πολέμιοι του Μονομάχου ήταν δυσαρεστημένοι λόγω της πολιτικής που υιοθέτησε ο Μονομάχος στο θέμα της εγκατάστασης.190
Επισήμως η στάση ξεκίνησε το 1047, οπότε οι στασιαστές μετέφεραν στην περιοχή της Μακεδονίας τον Τορνίκιο και τον όρισαν ηγέτη του κινήματος, ενώ λίγο μετά του αποδόθηκε από τους συνωμότες ο τίτλος του αυτοκράτορα. Σαφώς για να συμβεί αυτό, νωρίτερα ο Τορνίκιος είχε εγκαταλείψει οικειοθελώς το μοναχισμό. Το γεγονός της αυθαίρετης εγκατάλειψης του μοναχικού βίου και της συνακόλουθης αυτοαναγόρευσης σε αυτοκράτορα προσέβαλε τόσο πολιτειακούς όσο και εκκλησιαστικούς νόμους, κάτι πρωτοφανές για την εποχή.

Βέβαια, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και παλαιότερα με την Θεοδώρα και την Ζωή191. Εντούτοις δεν έπαυε να προκαλεί το κοινό αίσθημα και να αποτελεί κάτι αξιοσημείωτο. Ο Σκυλίτζης επισημαίνει πως ο Τορνίκιος δεν άντεξε την κατάσταση και προχώρησε στη δημιουργία μιας υποστηρικτικής ομάδας, για να κινηθεί εναντίον του αυτοκράτορα.192

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, για να αντιμετωπίσει τον εχθρό, ο οποίος προερχόταν εκ των έσω, δεν μπορούσε να στηριχτεί στο στρατό του, διότι ήταν ανεπαρκής. Έτσι δημιούργησε γρήγορα ένα στρατό, ο οποίος αποτελούνταν από φυλακισμένους και κρατούμενους, που άφησε ελεύθερους για αυτόν το σκοπό. Παράλληλα έδωσε όπλα στους υπηκόους. Το αποτέλεσμα φάνταζε βέβαιη αποτυχία για τον αυτοκράτορα, και έτσι έγινε193.
Μάλιστα σύμφωνα με τον Ατταλειάτη η μεγάλη επιτυχία ενθουσίασε τον Λέοντα Τορνίκιο και η επιστροφή του στο στρατόπεδο έγινε εν μέσω πανηγυρισμών και επιδοκιμασιών από τους στρατιώτες του: «Καὶ ὁ μὲν τῷ τοιούτῳ προτερήματι κορεσθεὶς λαμπρῶς εἰς τὴν οἰκείαν παρεμβολὴν ἐπανέζευξε, φιλανθρώποις συναντήσεσι καὶ προσηγορίαις εὐφημοτάταις καὶ παιανισμοῖς παρὰ τῶν ἀμφ’ αὐτὸν ἀπαντώμενος»194.

Παρά την αρχική του επικράτηση ο Τορνίκιος δεν επιτέθηκε ολοκληρωτικά στην Κωνσταντινούπολη. Περίμενε το λάθος χειρισμό από τον Μονομάχο, ο οποίος όμως δεν ήρθε ποτέ. Κατά περίεργο τρόπο ο αυτοκράτορας ήταν εγκρατής και δεν προχώρησε σε βιαστικές και επιπόλαιες κινήσεις τιμώντας τον τίτλο και το αξίωμά του. Λίγο αργότερα, όταν ο Τορνίκιος έκανε την επίθεσή του, ο αυτοκράτορας πέρα από καθαρό μυαλό είχε και τη συνδρομή νέων στρατευμάτων που ήρθαν από τις ανατολικές επαρχίες. Έτσι έληξε άδοξα για τον Τορνίκιο η επανάστασή του.195 Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Σκυλίτζη196, όπου διαφαίνεται πως σε μια κρίσιμη στιγμή ο Μονομάχος ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος και με την κατάλληλη βοήθεια μπόρεσε να κερδίσει αυτό το στοίχημα.

Είναι προφανές πως για την ήττα του Τορνικίου ευθυνόταν ο ίδιος και η έλλειψη αποφασιστικότητας από πλευράς του. Επίσης, δε φάνηκε ικανός να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και τις υφιστάμενες συνθήκες. Αυτή, λοιπόν, η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων και η αισθητή μείωση των χρηματικών πόρων άρχισαν να επηρεάζουν αρνητικά τον ίδιο το στρατό του Τορνίκιου και τον οδήγησαν σταδιακά σε αποδιοργάνωση. Μετά την καταστολή της εν λόγω επανάστασης ο επικεφαλής της, Λέων Τορνίκιος, τιμωρώθηκε με τύφλωση197, όπως παραδίδει ο Σκυλίτζης στη Σύνοψη Ιστοριών.198

Πάντως, η καταστολή της επανάστασης αυτής δεν έγινε γρήγορα και δημιούργησε κλίμα ανασφάλειας και αναταραχή στο λαό, ενώ ταυτόχρονα ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο για τον Μονομάχο, το οποίο κατάφερε να υπερπηδήσει. Είναι χαρακτηριστικό πως ήταν η τελευταία στάση που θα γινόταν επί βασιλείας του Κωνσταντίνου. Βέβαια, ο αυτοκράτορας θα καλούνταν να αντιμετωπίσει άλλα δυσκολότερα προβλήματα, κάτι που τονίζει ο Σκυλίτζης : «καὶ ἡ μὲν ἀποστασία τοιοῦτον ἔσχε τὸ τέλος, ἄρχεται δὲ λοιπὸν τὰ ἀπὸ τῶν Τούρκων κακά ».199
Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, πως και οι δύο εξεγέρσεις εναντίον του Κωνσταντίνου τελικά κατέδειξαν την ανικανότητα και την έλλειψη ετοιμότητας από την πλευρά του αυτοκράτορα. Η μία κατατροπώθηκε από τύχη και η άλλη εξαιτίας της αδυναμίας του στασιαστή να προβεί σε πιο ακραίες και γρήγορες ενέργειες200.

Πάντως, ο Ψελλός στην Χρονογραφία του αναφέρει πως αμέσως μετά την καταστολή της επανάστασης του Μανιάκη και τον συνακόλουθο θάνατό του δωρικό στράτευμα απείλησε την αυτοκρατορία στην περιοχή της Προποντίδας. Ο αυτοκράτορας δεν ταράχτηκε ιδιαιτέρως, αλλά αφού οργάνωσε ένα τμήμα του στρατού νίκησε τους Ρώσους και επέστρεψε στην πρωτεύουσα. Είναι αξιοσημείωτο πως όλοι όσοι περιέβαλλαν τον Κωνσταντίνο ανησυχούσαν και ένιωθαν τις απειλές να πλησιάζουν, ενώ ο ίδιος στηριζόμενος σε όνειρα, οράματα και οπτασίες δεν ένιωθε τον κίνδυνο.201 Ο Ψελλός μάλιστα σχολιάζει με ιδιαίτερο τρόπο το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του Κωνσταντίνου. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ράθυμο και χωρίς βάθος. Δεν εστιάζει στην ουσία των πραγμάτων και στη ρίζα των προβλημάτων, αλλά επαναπαύεται εύκολα αποζητώντας την καλοπέραση και την εύκολη λύση. Δεν υποπτεύεται εύκολα και δεν ενεργεί με κριτήριο το μυαλό. Απεναντίας παρουσιάζεται αφελής και εύπιστος, καθώς καταφεύγει ακόμη και σε όνειρα, για να δικαιολογήσει τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον Ψελλό, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν τον τιμούν, καθώς μόνο η ορθή κρίση και το σωστό μυαλό οπλίζουν έναν άνθρωπο και τον κάνουν ικανό να κυβερνά και άξιο να υπερνικά τα εμπόδια.202

Η συνωμοσία κατά του βασιλιά

Οι συνωμοσίες και οι δολοπλοκίες για τη διεκδίκηση του θρόνου ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Θ΄, βέβαια, οι περισσότερες ευκαιρίες δίνονταν από τον ίδιο, καθώς ήταν ένας άνθρωπος χαλαρός με αδιάφορη στάση σε πολλά πράγματα. Μάλιστα προκαλεί εντύπωση για έναν αυτοκράτορα το γεγονός ότι κυκλοφορούσε χωρίς φρουρά και δεν κλείδωνε την πόρτα την ώρα που κοιμόταν.

Πίστευε πως η εξουσία του είχε δοθεί από τον Θεό και ότι Αυτός τον προφύλασσε και τον προστάτευε. Συνεπώς, δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινη φρουρά. Αυτό, φυσικά, αποδείκνυε και το βάθος της πίστης του203. Πάντως, ο Ψελλός έκρινε πως αυτή η άρνησή του να έχει προσωπική φρουρά τελικά του στοίχισε, καθώς όλοι όσοι ήθελαν να τον βλάψουν και να καρπωθούν το θρόνο μπορούσαν εύκολα να τον πλησιάσουν204.
Κατά συνέπεια, δεν άργησαν να οργανωθούν οι συνωμοσίες εναντίον του αυτοκράτορα με πρώτη αυτήν του Ρωμανού Βοΐλα. Ο Βοΐλας ήταν ένα άτομο, το οποίο βρισκόταν στο στενό κύκλο του αυτοκράτορα, καθώς ανήκε στη σωματοφυλακή του. Σχετικά με την προέλευσή του και γενικότερα το χαρακτήρα του οι ιστορικοί διχάζονται.
Κάποιοι υποστηρίζουν πως προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια205 ενώ άλλοι από ταπεινή οικογένεια206. Επίσης ο Ψελλός και ο Ζωναράς του αποδίδουν χαρακτηριστικά υποχθόνιου και μοχθηρού ανθρώπου207, ενώ αντιθέτως ο Σκυλίτζης τον παρουσιάζει πολυμήχανο, διασκεδαστικό και ευπρόσιτο208. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι πως χάρη στους αστεϊσμούς και στην ιδιαιτερότητα της ομιλίας του209 κέρδισε τη συμπάθεια του Μονομάχου210. Κατάφερε έτσι να ανελιχθεί μέσα στο παλάτι κερδίζοντας τη φιλία του αυτοκράτορα, καθώς απώτερος στόχος του ήταν ο θρόνος211. Όταν, βέβαια, έγινε αντιληπτή η πρώτη του προσπάθεια να υπονομεύσει τον Κωνσταντίνο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Για να ομολογήσει και να μαρτυρήσει τελικά αυτούς που τον ενίσχυσαν στην προσπάθειά του, βασανίστηκε σκληρά και στο τέλος αποκάλυψε τα ονόματα των «ενάρετων και φιλήσυχων» ανδρών που οργάνωσαν τη συνωμοσία.212

Πιο συγκεκριμένα, ο Βοΐλας συγκρούστηκε και σε προσωπικό επίπεδο με τον Κωνσταντίνο, καθώς έχοντας την εύνοια των δύο βασιλισσών και όντας ερωτευμένος με την ίδια κοπέλα που ήταν ερωμένη του αυτοκράτορα οργανώνει ένα σχέδιο, για να σκοτώσει τον Κωνσταντίνο. Αυτό το σχέδιο το εκμυστηρεύτηκε σε κάποιους από την αυλή του αυτοκράτορα και λίγο πριν το θέσει σε εφαρμογή συλλαμβάνεται, καθώς τον προδίδει ένας εκ των αυλικών. Μάλιστα είναι ενδεικτική του χαρακτήρα του Κωνσταντίνου, σύμφωνα με τον Ψελλό, η αντιμετώπιση του συνωμότη.
Ο αυτοκράτορας, αντίθετα με αυτό που θα περίμεναν οι περισσότεροι, οργανώνει μια ψεύτικη δίκη, για να αφήσει ελεύθερο τον επίδοξο δολοφόνο και σφετεριστή της εξουσίας213. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κωνσταντίνος σε μια προσπάθεια όχι μόνο να σώσει το φίλο του αλλά και να δώσει μια επίφαση νομιμότητας, για να κερδίσει την εύνοια του λαού, οργανώνει αυτή τη δίκη, στην οποία βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει τον Βοΐλα ως αγνό και καλόπιστο άτομο που παρασύρθηκε από άλλους214. Μετά την ολοκλήρωση της δίκης ο Βοΐλας ομολόγησε την ενοχή του και ο Μονομάχος ξέσπασε σε επαίνους και κατόπιν διέταξε να στηθεί γλέντι. Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, πως οι δύο αυτοκράτειρες δεν ήταν τόσο εύπιστες, αλλά είχαν τους λόγους τους να υποπτεύονται αυτόν τον άνθρωπο και να πιστεύουν ότι κρύβει κάτι215. Όπως παρατηρεί εύστοχα ο Ψελλός216, σκοπός του Κωνσταντίνου στη διαχείριση του ζητήματος που ανέκυψε με τη συνωμοσία του Βοΐλα ήταν η διασφάλιση της καλής εικόνας του αυτοκράτορα. Έτσι, σκεπτόμενος την προσωπική του σωτηρία και στα πλαίσια του φιλανθρωπικού του έργου έκρινε πως δε θα τιμωρήσει το συνωμότη.

Η αρρώστια και ο θάνατος του Κωνσταντίνου Θ΄
Η ασθένεια του Κωνσταντίνου Θ΄ παρά το γεγονός ότι ήταν σοβαρή και εμφανίστηκε στα πρώτα χρόνια της θητείας του ως αυτοκράτορα δεν παρουσιάζεται αναλυτικά και ενδελεχώς από όλους τους παλαιότερους ιστορικούς. Οι πηγές περιέχουν συγκεχυμένες και αόριστες πληροφορίες κυρίως ο Γλυκάς, ο Ατταλειάτης και ο Σκυλίτζης. Βασισμένος στα γραφόμενά τους ο νεότερος μελετητής D. Caughey αναλύει τα συμπτώματα της ασθένειας και την ορίζει ως κρίση ουρικής αρθρίτιδας217. Ωστόσο, μια πιο λεπτομερή περιγραφή των συμπτωμάτων μας προσφέρει το έργο του Ψελλού και του Ζωναρά, δίνοντας ως διάγνωση τη ρευματοειδή αρθρίτιδα218.

Ο Κεκαυμένος συμβούλευε στο έργο του: «Εὔχου μὴ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ἰατροῦ, εἰ σφόδρα ἐστίν ἐπιστήμων […] Εἴπερ οὖν θέλῃς ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ἰατρῶν, φαγὼν ἀρίστω εἰς κόρον, ἀπέχου δείπνων, οὐκ ὀχλήσει ὕλῃ ἐγκειμένῃ τῷ στομάχῳ σου. Ἀλλά εἰ ἐπέλθῃ σοι ἀρρώστια, νήστευσον καὶ ἰαθήςῃ χωρὶς ἰατροῦ»219.
Παρά τις παραινέσεις και παροτρύνσεις του Κεκαυμένου, είναι γεγονός πως συχνά οι βυζαντινοί κατέφευγαν σε ιατρούς. Σύμφωνα με τον Ψελλό, κάτι ανάλογο συνέβη και στην περίπτωση του Κωνσταντίνου, ο οποίος το 1047 υπέφερε από βαριάς μορφής αρθρίτιδα. Οι πόνοι ήταν όλο και εντονότεροι, σε σημείο που τα χέρια του παρέλυσαν εντελώς, ενώ τα πόδια του κινούνταν με δυσκολία. Βέβαια, η κατάσταση είχε αρχίσει να χειροτερεύει νωρίτερα από το πρώτο κιόλας έτος της θητείας του ως αυτοκράτορα, το 1042.
Τότε ο Κωνσταντίνος σταδιακά είχε αρχίσει να ασθενεί, καθώς οι αρθρώσεις των άκρων του του προκαλούσαν πόνο και οι παραμορφώσεις ήταν τέτοιες, που αλλοιώθηκε η φυσική ομορφιά του. Κατά τις παραδόσεις και τις δεισιδαιμονίες της εποχής οι υπήκοοι θεωρούσαν ότι αυτή η ασθένεια ήταν η τιμωρία για τον αμαρτωλό τρόπο ζωής του αυτοκράτορα. Μάλιστα, δε δίσταζαν να υποστηρίξουν πως αιτία ήταν η παράνομη σχέση του με την Μαρία Σκλήραινα, στην οποία είχε παραχωρήσει τον τίτλο της «σεβαστής». Η Μαρία, προερχόμενη από την αρχοντική οικογένεια των Σκληρών, επεδίωκε να συμβασιλεύσει με τον Κωνσταντίνο, μετά το θάνατο της υπερήλικης Αυγούστας Ζωής. Εντούτοις, ο θάνατος πρόλαβε και την ίδια, καθώς πέθανε το 1045 μετά από κρίση «άσθματος».220

Σχετικά με την ασθένεια του Κωνσταντίνου, λοιπόν, παραδίδεται πως τον ταλαιπώρησε από την αρχή της βασιλείας του και αμαύρωσε το κάλλος του. Στην ουσία, η νόσος ήταν ένα είδος συγκέντρωσης των υγρών στα άκρα του, χέρια και πόδια. Στην αρχή το πρόβλημα ήταν εμφανές μόνο στα πόδια, αλλά έφτασε σε σημείο να μην μπορεί να περπατήσει μόνος του και χρειαζόταν τη βοήθεια άλλων. Σταδιακά αυτό το πρόβλημα τον αρθρώσεων έπληξε και τα χέρια, τους ώμους και γενικά τους συνδέσμους του, με αποτέλεσμα να ατονίσει όλο το σώμα.

Κατόπιν παραμορφώθηκαν τα δάχτυλά του τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσε να πιάσει τίποτα. Κάτι ανάλογο συνέβη και στα πόδια του, καθώς στράβωναν και στο σημείο του γονάτου τα κόκαλα προεξείχαν. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τον αυτοκράτορα, ο οποίος περνούσε σχεδόν όλες τις ώρες του στο κρεβάτι ξαπλωμένος, διότι του ήταν πολύ δύσκολο να στέκεται όρθιος και όταν αυτό χρειαζόταν ήταν απαραίτητο να τον στηρίζουν και να είναι τυλιγμένος με επιδέσμους.221
Ο Μονομάχος είχε εισηγηθεί την κατασκευή μιας θερμαινόμενης πισίνας, στην οποία λουζόταν συχνά, προκειμένου να γιατρευτεί από τον πόνο. Εντούτοις, δεν πρόσεχε ιδιαίτερα και υπέστη κρύωμα στα πλευρά του.
Η αρχικά ελεγχόμενη κατάσταση τελικά άλλαξε, καθώς πολύ γρήγορα «το δηλητήριο άρχισε να απλώνεται σε όλα τα σπλάγχνα»222. Οι πόνοι που τον ταλαιπωρούσαν στα πλευρά ολοένα και οξύνονταν και οι γιατροί θεώρησαν πως το «μόλυσμα» είχε επεκταθεί και στον υπεζωκότα. Με το πέρασμα των ημερών, όμως, η νόσος χειροτέρευε και έκανε αδύνατη την άσκηση της εξουσίας από τον Κωνσταντίνο. Με τους πόνους που ένιωθε ο αυτοκράτορας συχνά παραληρούσε και χανόταν στις συγκεχυμένες σκέψεις του, όπως μαρτυρεί ο Ψελλός223. Μετά από μία σύντομη περίοδο ανάκαμψης της υγείας του και ταυτόχρονης συνειδητοποίησης ότι δεν υπάρχει γιατρειά, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος πέθανε στις 11 Ιανουαρίου του 1055 σε ηλικία 55 περίπου χρόνων.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος δεν εγκατέλειψε τον αυτοκρατορικό θρόνο ούτε άφησε την αρρώστια να τον καταβάλει. Αισθανόταν άβολα με αυτήν την κατάσταση, καθώς πάνω απ’ όλα ήταν και αισθανόταν αυτοκράτορας και έπρεπε να είναι παρών σε δημόσιες τελετές. Κάποιες φορές, μάλιστα, το έκανε αυτό πραγματικότητα με τη βοήθεια ιππέων, οι οποίοι τον υποβάσταζαν πάνω στη σέλα του αλόγου του, για να παρακολουθήσει μια πομπή ή μια τελετή. Εντός των ανακτόρων οι αχθοφόροι αναλάμβαναν τη μετακίνησή του.

Πάντως, μέχρι το τέλος της ζωής του και παρά τους πόνους, που επέφερε η ασθένεια, ο Μονομάχος χαμογελούσε, προσπαθούσε να κρύψει την ταλαιπωρία του και έκανε μεγάλες προσπάθειες να στηριχθεί μόνος του στα πόδια του.224
Ο Ψελλός μάλιστα εκφράζει την απορία του και τον έμμεσο θαυμασμό του για τον τρόπο, με τον οποίο αυτός ο άνθρωπος υπέφερε βουβά. Όπως μας παραδίδει, ο Κωνσταντίνος, αν και πονούσε υπερβολικά, ποτέ δε μίλησε άσχημα ή βλάσφημα. Μάλιστα, δεν επέτρεπε σε κανέναν να καταριέται τα δεινά του και έψαχνε την απάντηση σε φιλοσοφικές αναζητήσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με τον Ψελλό, η συμπεριφορά και η στάση ζωής του Μονομάχου θα μπορούσαν ενδεχομένως να του προσδώσουν το χαρακτηρισμό του «αγίου».225

Από την άλλη πλευρά η εξιστόρηση του Ατταλειάτη δεν περιλαμβάνει τίποτα σχετικά με την ασθένεια και τα παραλειπόμενά της. Αυτό που επισημαίνεται είναι ότι ο Κωνσταντίνος πέθανε εντός της ιδιωτικής του έπαυλης και όχι στα βυζαντινά ανάκτορα και τάφηκε στο ναό, που ο ίδιος είχε κτίσει: «βασιλεὺς Κωνσταντίνος οὗτος ὁ Μονομάχος, ἐν ἰδιοκτήτοις οἴκοις καὶ μὴ τοῖς ἀνακτόροις διαζευχθεὶς τῆς ψυχῆς καὶ τῷ παρ’ αὐτοῦ ἀνεγερθέντι ναῷ τὸν νεκρὸν καταθέμενος, ἀνήρ πολιτικὸς καὶ γένους ἐπισήμου γενόμενος…»226.

Τέλος, ενδιαφέρον έχει και η μαρτυρία του Σκυλίτζη, ο οποίος αναφερόμενος στο θάνατο του Μονομάχου τονίζει ότι συνέβη το 1054/1055, όταν ένας λοιμός είχε πλήξει την πρωτεύουσα και ο αυτοκράτορας υπέφερε από ποδάγρα. Ήταν κλινήρης στη μονή των Μαγγάνων, την οποία είχε οικοδομήσει και εκεί πέθανε: «καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς ἀποθανὼν ἐν τοῖς Μαγγάνοις ταφῆς ἔτυχε τῆς τυχούσης, οἱ δὲ περὶ τὴν βασιλίδα πέμψαντες ἐπέσχον τὸν Πρωτεύοντα ἐν Θεσσαλονίκῃ, κἀκεῖθεν ἀπάγουσιν εἰς τὸ Θρᾳκήσιον ἐν τῇ μονῇ τοῦ Κουζηνᾶ κἀκεῖσε περιορίζουσιν »227.

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου από τους ιστοριογράφους
Είναι αξιοσημείωτο πως σε γενικές γραμμές οι απόψεις και η εικόνα που έχουν διαμορφώσει για τον Κωνσταντίνο Θ΄ οι παλαιότεροι μελετητές και οι νεότεροι παρουσιάζουν αποκλίσεις. Μέσα από μια εις βάθος και προσεκτική μελέτη εύκολα αντιλαμβανόμαστε πως οι σύγχρονοι του Μονομάχου ιστοριογράφοι διακρίνονται για την επικριτική τους στάση απέναντι σε κάθε ενέργεια και απόφαση του αυτοκράτορα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν παρατηρείται τόσο ευρέως και έντονα στους νεότερους μελετητές228. Πιθανότατα η διάσταση απόψεων να συνδέεται τόσο με
τις εκάστοτε συνθήκες όσο και με τη χρονική απόσταση από το γεγονός.

Όπως είναι φυσικό, οι ιστορικοί που έδρασαν κατά την ίδια χρονική περίοδο με τον Κωνσταντίνο επηρεάστηκαν είτε άμεσα είτε έμμεσα από αυτόν και η προσωπική τους γνώμη ήταν δύσκολο να μην επηρεάσει τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων. Επιπλέον, οι νεότεροι μελετητές σαφώς έχουν μια πιο αντικειμενική ματιά για όσα έγιναν, καθώς γνωρίζουν την εξέλιξη των πραγμάτων. Γεγονός, πάντως, παραμένει πως ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος απασχόλησε πολλούς ιστοριογράφους αποτελώντας ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του Βυζαντίου.

Τέσσερις αξιόλογες προσωπικότητες, που έδρασαν κατά την ίδια περίπου εποχή με τον Κωνσταντίνο Θ΄ και ταυτόχρονα αποτελούν έγκυρες και αξιόπιστες πηγές για τη ζωή και το ποιόν του, είναι ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Σκυλίτζης, ο Μιχαήλ Ατταλειάτης και ο Ιωάννης Ζωναράς. Όλοι τους, όχι βέβαια στον ίδιο βαθμό, αιτιώνται τον αυτοκράτορα για εσφαλμένες και άκαιρες ενέργειες εντοπίζοντας αδυναμίες στην πολιτική που υιοθέτησε229. Η σκληρή κριτική τους άλλοτε επικεντρώνεται στην άγνοια του αυτοκράτορα επί σημαντικών κρατικών θεμάτων230 και άλλοτε στην απερίσκεπτη και ενδεικτική της ίδιας αδιαφορίας οργάνωση του διοικητικού τμήματος με άτομα που δεν κατείχαν τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες231. Επιπλέον εστιάζουν στην αλόγιστη χρήση του δημόσιου χρήματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας, καθώς και στη θέσπιση νέων αυστηρότατων φορολογικών μέτρων, τα οποία επιβάρυναν το λαό232. Τέλος, προσεγγίζεται και η αντιπολεμική διάθεσή του Κωνσταντίνου, η οποία θεωρήθηκε μειονέκτημα, καθώς οι κίνδυνοι ελλόχευαν .233

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τον Μιχαήλ Ψελλό

Ένας από τους ιστορικούς που αφιέρωσε μεγάλο τμήμα του έργου του στην καταγραφή όσων συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου ήταν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος θεωρεί πως η αρχή του τέλους για την αυτοκρατορία ξεκίνησε με την Ζωή και τις επιλογές της. Μάλιστα, επισημαίνει πως μόνο οι σοφότεροι και οι έχοντες οξύνοια μπορούσαν να καταλάβουν εκείνη την εποχή το δυσοίωνο μέλλον. Χαρακτηριστικά λέει: « ἦν δ’ ἄρα τὸ ξύμπαν καὶ ὁ ἐς τὸ ἄγαν μετεωρισμὸς ἀρχὴ τῆς τῶν πραγμάτων ἐς τὸ ἀντίθετον καταγωγῆς τε καὶ ταπεινώσεως· ἀλλὰ τοῦτο μὲν οἷον ἐν μαντείαις καὶ τῶν συνετωτέρων ταῖς ὑπολήψεσι»234, ενώ τονίζειπως το πρόβλημα ήταν γενικότερο και ξαφνικά οι δυσκολίες αυξήθηκαν τόσο, ώστε πλέον ήταν εμφανές πως η κατάληξη θα ήταν κακή235.
Κεντρικός άξονας του έργου του Ψελλού είναι η διείσδυση στους χαρακτήρες των προσώπων, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο πολιτικό πεδίο του Βυζαντίου. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη διερεύνηση των αιτιών κάθε ενέργειας αλλά και των συναισθηματικών αλλαγών, που βιώνουν αυτά τα άτομα, προκειμένου να δικαιολογηθούν συγκεκριμένες πρακτικές και επιλογές. Θεωρεί πως οι ισχυροί άνθρωποι βάσει των επιλογών τους ορίζουν τη ζωή. Το έργο του διανθίζεται και από δόσεις ειρωνείας236. Είναι σημαντικό να ειπωθεί πως ο τρόπος γραφής του Ψελλού είναι πρωτότυπος για την εποχή και αποτελεί ένα νέο είδος ιστοριογραφίας, στο οποίο επιδόθηκε και ο Νικήτας Χωνιάτης. Το έργο του είναι γεμάτο από παραστατικές περιγραφές προσωπικοτήτων με μια προσπάθεια να ερμηνεύσει καταστάσεις, να εξηγήσει συναισθήματα και να περιγράψει γεγονότα. Πάντως, καταφέρνει με επιτυχία να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής, το οποίο χαρακτηριζόταν από ηθική κατάπτωση237.

Ο Ψελλός ήταν ένας άνθρωπος ιδιαίτερα μορφωμένος, είχε μοναδικές ικανότητες στη συγγραφή, απολάμβανε το σεβασμό και την εκτίμηση του λαού και αναδείχθηκε σε μια λαμπρή προσωπικότητα με σημαντική προσφορά. Για ένα διάστημα της ζωής του ασπάστηκε το μοναχισμό, πήρε το όνομα Μιχαήλ και έζησε μακριά από τα κοσμικά. Ωστόσο, γρήγορα άφησε το συγκεκριμένο τρόπο ζωής, καθώς δεν τον εξέφραζε, και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη αναλαμβάνοντας υψηλά αξιώματα. Σταδιακά εξελισσόταν, ώσπου έφτασε στο τέλος της ζωής του να λάβει τον τίτλο του πρωθυπουργού, ένα ύψιστο αξίωμα238. Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Μονομάχου η επιρροή του ελαττώνεται και τελικά απομακρύνεται εντελώς από την αυλή εν μέσω δολοπλοκιών και ασταθούς κλίματος. Βέβαια ο ίδιος θεωρεί πως αιτία στάθηκε η αλλαγή συμπεριφοράς του Κωνσταντίνου Θ΄ και οι απρόβλεπτες κινήσεις του239. Στα τέλη του 11ου αιώνα, το 1078, πέθανε240.

Η πορεία του Μιχαήλ Ψελλού στην αυτοκρατορική αυλή ήταν ανοδική, καθώς ήταν κοντά στον εκάστοτε αυτοκράτορα και αναγνωρίζονταν τόσο οι πολύτιμες γνώσεις του όσο και η προσφορά του. Κατά τη θητεία του Μιχαήλ Ε’ υπηρέτησε ως υπογραμματέας το αυτοκρατορικό δικαστήριο, ενώ στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου έγινε γραμματέας. Ήταν ιδιαίτερα γνωστός και εκτός της αυτοκρατορίας και οι μαθητές του ολοένα και αυξάνονταν, ενώ η επιρροή του στον Μονομάχο δεν περνούσε απαρατήρητη. Τον διέκρινε μια πνευματικότητα, είχε την ικανότητα να προβλέπει καταστάσεις και μπορούσε συχνά να καταλάβει πώς θα άλλαζε το πολιτικό σκηνικό. Αυτές οι αρετές του τον έφεραν πιο κοντά στον Κωνσταντίνο, ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως και τον τίμησε με το αξίωμα του βεστάρχη. Έτσι ο Ψελλός ήταν κοντά σε κάθε απόφαση του αυτοκράτορα, γεγονός που τον βοήθησε στη συγγραφή του έργου του και στην καταγραφή λεπτομερειών.241

Η ανάρρησή του στα αξιώματα δεν ήταν εύκολη υπόθεση και πάλεψε πολύ για να την πετύχει. Το έργο του επικεντρώνεται στα τεκταινόμενα της πρωτεύουσας και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Beck «για τον Ψελλό η Αυτοκρατορία συμπίπτει με την Αυλή».242 Όλα στρέφονται γύρω από τον ηγεμόνα. Βέβαια ο Ψελλός καταφέρνει να τον παρουσιάσει εκ αποστάσεως.

Η εποχή, κατά την οποία ζει, δρα και συγγράφει ο Ψελλός, χαρακτηρίζεται από κοινωνικές αλλαγές και την παρακμή του πολιτικο-στρατιωτικού συστήματος. Ο ίδιος, πάντως, με ιδιαίτερο ζήλο και ξεχωριστές ικανότητες προσαρμόστηκε στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και στις εναλλαγές των αυτοκρατόρων. Άλλωστε, παρείχε τις υπηρεσίες του στην πατρίδα για αρκετά χρόνια, καθώς πέρασε από την εξουσία εννέα αυτοκρατόρων. Βέβαια, όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ πλησίαζε τον εκάστοτε αυτοκράτορα και τον επηρέαζε με τον τρόπο του. Όπως πληροφορούμαστε, ο Ψελλός δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από το κλίμα της διαφθοράς, που χαρακτήριζε την εποχή και τους ανθρώπους, και ενίοτε μεταχειριζόταν δόλιους τρόπους ή ακόμη και κολακείες ή δωροδοκίες, για να πετύχει το σκοπό του. Αυτό, βέβαια, δεν ακύρωσε σε καμία περίπτωση το έργο του και τη σημασία του, καθώς η πολυγνωσία του και η ωραία γραφή του κέρδισαν το κοινό της εποχής και τους μεταγενέστερους.243

Ο Μιχαήλ Ψελλός υπηρέτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα το παλάτι ως υψηλόβαθμο στέλεχος της κεντρικής διοίκησης244, καθώς οι γνώσεις του ήταν ένα προτέρημα μοναδικό. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η εν λόγω θέση και η διαβίωσή του εντός των ανακτόρων του έδινε τη δυνατότητα εύκολα και σχεδόν πάντα να γνωρίζει πολλά εκ των έσω. Αυτό και βοήθησε το συγγραφικό του έργο, καθώς είχε πληροφορίες εξαιρετικής σημασίας και τον επηρέασε, καθώς η Χρονογραφία του σε κάποια σημεία είναι διανθισμένη με μεροληπτικές απόψεις και πολύ προσωπικές τοποθετήσεις245.
Ως άνθρωπος δεν μπορούσε να αποβάλλει εντελώς αυτή την προσωπική του εμπλοκή με τα θέματα που παρουσίαζε. Πάντως, η αξία και η σημασία του έργου του δεν επηρεάστηκε από αυτό και δεν υποβιβάστηκε. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως κάνει προσπάθεια και καταφέρνει να περιγράψει και να φωτίσει και τις θετικές και τις αρνητικές πτυχές του βυζαντινού κράτους. Για τον Ψελλό η αρχή του τέλους έγινε κατά τη βασιλεία της Ζωής, όταν ανέκυψαν πολλά προβλήματα και ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση246.
Συγκεκριμένα, οι επελάσεις των εχθρών και οι απειλητικές κινήσεις ήταν συνήθεις κατά τα χρόνια της Ζωής και η ίδια δε φάνηκε ικανή να ανακόψει την πορεία τους. Επιπλέον, δε βοηθούσε και το γεγονός ότι άλλαζαν διαρκώς οι αυτοκράτορες, οι οποίοι επίσης ήταν ανεπαρκείς. Ανάμεσα σε αυτούς τους αυτοκράτορες ήταν και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος, ο οποίος για τον Ψελλό, αλλά και για τους περισσότερους ιστορικούς της εποχής, δεν ήταν ένας πετυχημένος ηγέτης. Είναι αλήθεια πως οι σύγχρονοι του Κωνσταντίνου δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι και τον θεωρούσαν υπεύθυνο για πολλά δεινά. Εκτός του Ψελλού, ο Ατταλειάτης και ο Ζωναράς έκριναν άκαιρα και επιβλαβή τα οικονομικά μέτρα του Μονομάχου, ειδικά αυτά που αφορούσαν στην περιοχή της Ιβηρίας και της Μεσοποταμίας. Σύμφωνα με τον Ψελλό η αυτοκρατορία ήταν σε καλή κατάσταση, όταν ανέλαβε ο Μονομάχος, ο οποίος άρχισε να κλονίζει τα θεμέλιά της.247

Ο Ψελλός τονίζει ότι επιδόθηκε στη συγγραφή της Χρονογραφίας του, μετά από παραινέσεις και συμβουλές των οικείων του και γενικότερα του κύκλου του. Ο ίδιος δεν αισθανόταν έτοιμος και ικανός για ένα τέτοιο εγχείρημα, που απαιτούσε πέρα από πολύ χρόνο και κόπο, τη σωστή και όσο γίνεται πιο αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων. Ως ιστοριογράφος δε θα μπορούσε και δε θα έπρεπε ούτε να αποκρύψει καταστάσεις ούτε να πλάσει νέες ιστορίες, αλλά να αποδώσει πιστά την πραγματικότητα. Σε αντίθετη περίπτωση γνώριζε πως θα αντιμετώπιζε πλείστες κατηγορίες και χλευασμούς. Ένα ακόμη σημείο δυσκολίας ήταν η στενή του σχέση και συνεργασία με τον Μονομάχο. Πώς θα μπορούσε να τον παρουσιάσει σωστά και αμερόληπτα, αφού γνώριζε πολλά για αυτόν και τις κινήσεις του;
Αν μιλούσε μόνο με καλά λόγια, θα κατηγορούνταν πως γράφει για λογαριασμό του αυτοκράτορα. Αν μιλούσε με αρνητικούς χαρακτηρισμούς, κινδύνευε να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί αχάριστος για όσα του είχε προσφέρει ο αυτοκράτορας. Αυτές τις σκέψεις που τον ταλαιπωρούσαν και τον έκαναν να αμφιταλαντεύεται ο Ψελλός τις παραθέτει στο έργο του και ξεκάθαρα δηλώνει τον αρχικό δισταγμό του, καθώς και στη μία περίπτωση και στην άλλη κινδύνευε να παρεξηγηθεί.248

Μετά, λοιπόν, από πολλή σκέψη ο Ψελλός καταλήγει να προχωρήσει στη συγγραφή του έργου του και δηλώνει πως θα αναφέρει όσα έγιναν με μόνο κριτήριο την αλήθεια. Όσον αφορά στις ενέργειες του Κωνσταντίνου λέει πως θα τις παραθέσει όλες είτε είναι θετικές είτε αρνητικές και ζητά την κατανόηση και την επιείκεια του αυτοκράτορα. Άλλωστε, και ο Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος με ατέλειες και ήταν λογικό να έκανε λάθη.249 Μάλιστα επισημαίνει πως τα μειονεκτήματα του Μονομάχου δεν μπορεί να τα αποσιωπήσει, καθώς ήταν αυτοκράτορας, και ο ίδιος ο χαρακτήρας του καθόρισε πολλές αποφάσεις και ενέργειές του. Συγκεκριμένα δηλώνει πως τον στενοχωρεί που ο αυτοκράτορας ήταν απερίσκεπτος.250

Ο Ψελλός σε όλη την έκταση της Χρονογραφίας ταλαιπωρείται από την προσπάθειά του να περιγράψει τα γεγονότα, όπως συνέβησαν και να μην προσβάλλει τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο. Ως ιστοριογράφος οφείλει να γράψει την αλήθεια, ως ηθικός άνθρωπος, όμως, οφείλει να μη χλευάσει και να μην υποβιβάσει τον αυτοκράτορα. Ωστόσο, τον συσχετίζει και τον συγκρίνει με τους προκατόχους του, καταλήγοντας πως ο Κωνσταντίνος είχε και αρνητικά και θετικά στοιχεία στο χαρακτήρα του και κατά συνέπεια και στον τρόπο διακυβέρνησής του. Σίγουρα υπολειπόταν των άλλων αυτοκρατόρων σε γενναιότητα και πολεμική διάθεση, αλλά ήταν άνθρωπος εγκρατής, δεν ξέφευγε από τα όρια σαν ένας ηνίοχος που ελέγχει πάντα το χαλινάρι του χαρακτήρα του και της διάθεσής του. Ακόμη και σε περιπτώσεις, όπου ως αυτοκράτορας και ανώτατος ηγέτης έπρεπε να μιλήσει σε έντονο τόνο ή να απειλήσει κάποιον με βασανιστήρια, η όψη του τον πρόδιδε, καθώς κοκκίνιζε από τη ντροπή του.

Τέλος, όπως παρουσιάστηκε και παραπάνω, ήταν επιεικής και ελαστικός ακόμη και με άτομα που αποδεδειγμένα στράφηκαν εναντίον του και σχεδίασαν την ανατροπή του από το θρόνο ή ακόμη και τη δολοφονία του. Μάλιστα δεν έκοβε τους δεσμούς μαζί τους, αλλά ενίοτε τους κρατούσε κοντά του στον κύκλο των επαφών του .251 Γενικότερα ήταν υπέρμαχος της ειρήνης και σε κάθε ευκαιρία δήλωνε την αντίθεσή του στον πόλεμο252. Πεποίθηση του Ψελλού ήταν πως οποιαδήποτε μεταβολή πολιτειακής φύσεως θα είχε αρνητικά αποτελέσματα, όπως συνέβη στην περίπτωση της διεύρυνσης της συγκλήτου από τον Μονομάχο.253

Συμπερασματικά, λοιπόν, ο Ψελλός παρουσιάζει τον Κωνσταντίνο Θ΄ ως έναν άνθρωπο με αδυναμίες και τάση για καλοπέραση, ο οποίος όμως ως αυτοκράτορας δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, καθώς η ανικανότητα και η απερισκεψία του χαρακτήριζαν κάθε του κίνηση. Επιπλέον, δεν ακολουθούσε μια συγκεκριμένη τακτική καθ όλη τη διάρκεια της θητείας του, αλλά η γραμμή πολιτικής του μεταβαλλόταν εύκολα, διότι αγόταν και φερόταν από τους εκάστοτε συμβούλους του και τους υποτιθέμενους φίλους του.254 Είναι βέβαιο πάντως πως και ο Μονομάχος επηρέασε το έργο του Ψελλού, ο οποίος συνέγραψε και ένα ποίημα «Ερμηνεία του Άσματος των ασμάτων διά στίχων πολιτικών», τμήμα του οποίου ήταν αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Θ΄.255

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη

Ένας άλλος ιστορικός που παρουσίασε στο έργο του τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο ήταν ο Μιχαήλ Ατταλειάτης. Ο Ατταλειάτης ήταν επίσης αξιωματούχος και καταγόταν πιθανότατα από την Αττάλεια της Παμφυλίας στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1030 και 1040 μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη. Στην πρωτεύουσα απέκτησε μεγάλη περιουσία και ανελίχθηκε στην κλίμακα των αξιωμάτων. Έφτασε να τιμηθεί με το αξίωμα του κριτή της αυτοκρατορικής αυλής.
Τα καθήκοντά του διευρύνθηκαν βέβαια και επεκτάθηκαν, καθώς το 1072 ανέλαβε να συγγράψει νομικό κώδικα για τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Παραπινάκιο. Κατά τα έτη 1079 και 1080 εκδόθηκε από τον ίδιο η ιστορία που κάλυπτε την περίοδο 1034-1079. Επρόκειτο για ένα έργο, το οποίο μέσα από λεπτομερείς και ενδελεχείς παρουσιάσεις εστιάζει σε δολοπλοκίες, συνωμοσίες και εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα μέσα στη αυτοκρατορία.
Ενδεχομένως ο Ατταλειάτης να ήθελε να προχωρήσει και στα επόμενα χρόνια, αλλά η πτώση του Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη, ο οποίος ήταν ο προστάτης του, το 1081, του ανέτρεψε τα σχέδια. Το έργο του πάντως έχει μοναδική πιστότητα, καθώς περιγράφει τα γεγονότα σαν αυτόπτης μάρτυρας και προσπαθεί να είναι αμερόληπτος, κάτι που τελικά το επιτυγχάνει. Ο ίδιος τονίζει εξαρχής πως το εγχείρημά του είναι δύσκολο και εστιάζει στην ανίχνευση των αιτιών που κρύβονται πίσω από τις αποφάσεις και τις κινήσεις των σημαντικών προσώπων. Επιπρόσθετα, έχει διευρυμένες γνώσεις, καθώς γνωρίζει τα μεγάλα και σημαντικά έργα των ιστορικών στην Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη.256

Η Χρονογραφία του Ψελλού και η Ιστορία του Ατταλειάτη ανήκουν εν μέρει στην κατηγορία των απομνημονευμάτων. Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο Ψελλός ήταν πιο επιπόλαιος και εγωπαθής, ενώ ο Ατταλειάτης είναι πιο σεμνός και λεπτομερής. Το έργο του Ατταλειάτη έχει ως πηγή έμπνευσης και άξονα τη βυζαντινή χρονογραφία, καθώς είναι προφανής σε όλη την έκτασή του η πίστη στη Θεία Πρόνοια και οι ερμηνείες που στηρίζονται στη φυσιογνωσία. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή, αρχαΐζουσα με διάσπαρτα λόγια στοιχεία και η σημασία του έργου του είναι ανεκτίμητη, κυρίως λόγω της πληθώρας των πληροφοριών.
Το υπερβατικό σχήμα είναι χαρακτηριστικό της γραφής του και οι χρονικοί του προσδιορισμοί είναι εκτενείς και περιφραστικοί.257 Επίσης κάνει αναφορές τόσο στην ελληνική μυθολογία όσο και στα ομηρικά έπη.258
Ο Ατταλειάτης ήταν ένας ανεξάρτητος και γεμάτος σθένος ιστορικός259. Είναι προσεκτικός στη διατύπωσή του και επικριτικός εκεί που χρειάζεται, χωρίς να υπερβάλλει.260 Το έργο του παρουσιάζει αναλογίες με αυτό του Ψελλού, καθώς και αυτός κρίνει και κυρίως κατακρίνει τον Κωνσταντίνο για την πολιτική του. Μέσα από λεπτομερείς περιγραφές και εξειδικευμένες πληροφορίες μας δίνει μια εικόνα της αυτοκρατορίας τονίζοντας συνάμα πως η ευθύνη πάντα βαρύνει τον εκάστοτε αυτοκράτορα261.
Θεωρεί πως τα μέτρα που ελήφθησαν από τον Μονομάχο για το ιβηρικό στράτευμα είχαν ως αρχικό σκοπό να επιβάλουν ένα νέο σύστημα φορολογίας και στρατολογίας, το οποίο τελικά δεν απέδωσε.262 Στο έργο του ο Μονομάχος εμφανίζεται δίκαιος αυτοκράτορας και γενναιόδωρος. Ωστόσο στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κωνσταντίνος Θ΄ προέβη σε σπασμωδικές κινήσεις αντίθετες με τις αξίες που μέχρι τότε τιμούσε. Περιόρισε αισθητά τις παροχές σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και αφέθηκε στις απολαύσεις, κάτι που δε βοήθησε στην εικόνα του.263

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τον Ιωάννη Σκυλίτζη

Ο Ιωάννης Σκυλίτζης έδρασε στα τέλη του 11ου αιώνα. Δε γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του, η γέννησή του τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1040. Όπως μαθαίνουμε, διετέλεσε κουροπαλάτης και δρουγγάριος της Βίγλης264. Το πιο γνωστό και πιο σημαντικό έργο του είναι η Σύνοψις Ιστοριών, ένα έργο που περιγράφει όσα έγιναν κατά τα χρόνια της βασιλείας των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, συγκεκριμένα από το θάνατο του Νικηφόρου Α΄ το 811 έως την πτώση του Μιχαήλ Στ΄. Ο Σκυλίτζης είναι ο συνεχιστής του χρονικού, που συνέγραψε ο Θεοφάνης ο Ομολογητής. Οι νεότεροι μελετητές πιστεύουν πως ο Σκυλίτζης έγραψε και το βιβλίο Συνεχιστής του Σκυλίτζη (Scylitzes Continuatus).
Η Σύνοψις Ιστοριών σώθηκε σε πολλά χειρόγραφα, εκ των οποίων το πιο γνωστό ήταν στην Σικελία κατά το 12ο αιώνα και σήμερα φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας, στην Μαδρίτη. Ο κώδικας περιέχει 574 μικρογραφίες και είναι το μοναδικό ιστορικό χρονικό του Βυζαντίου με εικόνες και πλήθος πληροφοριών για την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής στην αυτοκρατορία.265 Το συγκεκριμένο έργο άσκησε μεγάλη επιρροή και υπήρξε πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερους ιστορικούς.
Ο Σκυλίτζης διέκειτο αρνητικά έναντι των προγενέστερων ιστοριογράφων, κατηγορώντας τους για έκφραση προσωπικής άποψης. Ο ίδιος, πάντως, σύμφωνα με τον Hunger είναι εξαιρετικά λεπτομερής στην περιγραφή των μαχών και των γεγονότων.266 Δεν ενδιαφέρεται για κριτική των ενεργειών, αλλά σκοπός του είναι η πιστή καταγραφή των γεγονότων αντικειμενικά και αμερόληπτα. Συγγράφει κατά το πρότυπο του Γεωργίου Μοναχού και του Θεοφάνη, των οποίων τα έργα στηρίζονται στην έρευνα και στη συστηματική καταγραφή. Έτσι και ο ίδιος συλλέγει τα στοιχεία, τα αξιολογεί και κατόπιν τα καταγράφει κατά θεματικές ενότητες. Σε αυτήν την προσέγγιση σαφώς τον επηρέασε και η ιδιότητα του νομικού, η οποία υπαγόρευε προσεκτική και εξονυχιστική εξέταση των δεδομένων πριν από την καταγραφή τους.

Αυτό που διαπερνά όλο το έργο του είναι πως σταδιακά ο αυτοκράτορας χάνει την αίγλη και το κύρος του και οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους στρατηγούς, οι οποίοι δρουν ενεργά στο πεδίο της μάχης αλλά και της πολιτικής.267 Καταφέρνει να παραμείνει συνεπής στο έργο του και να ελέγχει τις πηγές του με ηρεμία268. Το θέμα της διάλυσης του ιβηρικού στρατού το παρουσιάζει στα πλαίσια της προσπάθειας για ανανέωση της άμυνας και οικονομικής ενίσχυσης του κράτους, με σκοπό την ανέγερση του ναού των Μαγγάνων269. Η κριτική του, πάντως, απέναντι στον Κωνσταντίνο είναι αυστηρή και απόλυτη εστιάζοντας στο ότι η βασιλεία του σήμανε την αρχή του τέλους.270

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τον Ιωάννη Ζωναρά

Οι πληροφορίες που έχουμε για την καταγωγή και τη ζωή του Ιωάννη Ζωναρά, ενός χρονογράφου με πολύ αξιόλογη συγγραφική δραστηριότητα271, είναι λιγοστές και αβέβαιες. Το όνομα της οικογένειάς του αναφέρεται σε πηγές κυρίως από τον 10ο αιώνα272 και εξής, και τα μέλη της εμφανίζονται ως κάτοχοι υψηλών τίτλων και αριστοκρατικών αξιωμάτων στην Κωνσταντινούπολη273.
Το σπουδαιότερο έργο του Ζωναρά είναι η «Επιτομή Ιστοριών». Ο ίδιος δηλώνει πως το εν λόγω έργο σκόπιμα και ηθελημένα σταματά στο θάνατο του Αλεξίου Α’, καθώς τα όσα συνέβησαν μετά ήταν ήσσονος σημασίας.274 Πρόκειται για μια ευσύνοπτη συρραφή παλαιότερων έργων και πηγών , τις οποίες αναφέρει ο Ζωναράς ονομαστικά275. Διατύπωσε την έντονη δυσαρέσκειά του για αυτοκράτορες που ουσιαστικά κυβέρνησαν απολυταρχικά, όπως ο Αλέξιος Α΄276 και επεσήμανε πως ο σωστός ηγεμόνας δεν ασκεί δεσποτικά την εξουσία, αλλά σαν τον οικονόμο ενός σπιτιού λαμβάνει τις κατάλληλες αποφάσεις για το καλό των πολιτών .277

Αφιερώνει ξεχωριστό κομμάτι του έργου στον Κωνσταντίνο και στα χρόνια της βασιλείας του, καθώς τον γνώριζε προσωπικά278. Επίσης κατανοεί πως η ποικιλομορφία και το διαφορετικό ύφος των πηγών που παραθέτει μπορεί να δημιουργήσουν σύγχυση στον αναγνώστη, κάτι που επισημαίνει μόνος του279. Κρίνει πως ο Μονομάχος προχώρησε στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, όπως η διάλυση του ιβηρικού στρατού, για να ενισχυθεί η περιοχή στρατιωτικά με επαγγελματίες280 και να εξοικονομήσει χρήματα η αυτοκρατορία281. Μάλιστα αυτά τα χρήματα ο Κωνσταντίνος τα διέθεσε στην ανέγερση της μονής του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων.282

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τους ιστορικούς του 11ου αιώνα

Συμπερασματικά, η γενικότερη αντίληψη των παλαιότερων ιστοριογράφων αναφορικά με τη δράση και την προσφορά του Κωνσταντίνου Θ΄ ήταν αυστηρή και συχνά αρνητική. Βέβαια, υπάρχουν ακόμη και ανάμεσα σε αυτούς διαβαθμίσεις στην κριτική τους για τον αυτοκράτορα. Κοινός παρονομαστής, πάντως, των απόψεων του Ψελλού, του Ζωναρά και του Ατταλειάτη είναι πως οι πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες του Μονομάχου ήταν απερίσκεπτες και αποδείχθηκαν μοιραίες για την αυτοκρατορία.
Ο Ψελλός επισημαίνει πως η αδυναμία του αυτοκράτορα να χειριστεί σωστά τις υποθέσεις έδωσε την ευκαιρία σε εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους να αναδυθούν και να απειλήσουν την αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα, θεωρεί πως μέχρι τότε η αυτοκρατορία διέθετε έναν ισχυρό κεντρικό άξονα, ο οποίος την προστάτευε και η αρχή του κακού ήταν η στάση του Μονομάχου, η οποία επέτρεψε και σε άλλα κακά να εμφανιστούν και να καλλιεργηθούν283. Το γεγονός της διάλυσης του Ιβηρικού στρατού σίγουρα αποτέλεσε μια κίνηση με πολλές αρνητικές συνέπειες και εκκίνησε την πορεία της πτώσης284.
Ιδιαίτερα καυστικός είναι ο Ζωναράς επισημαίνοντας πως ο Μονομάχος απερίσκεπτα και ανεύθυνα ενήργησε χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες285 και πως η εν λόγω κίνηση ήταν ανίερη από πλευράς Κωνσταντίνου286. Σε συνδυασμό με άλλους οικονομικής φύσης περιορισμούς η κατάσταση δυσχέρανε σημαντικά, κατά τον Ζωναρά και τον Ατταλειάτη, οι οποίοι εντόπισαν μεγάλες αδυναμίες και ελλείψεις στα μέτρα που υιοθετήθηκαν287. Ακόμη σύμφωνα και με τον Κεκαυμένο, ο οποίος επιδόθηκε στη συγγραφή παραινέσεων που αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής288, ο Κωνσταντίνος ευθυνόταν για την παρακμή της αυτοκρατορίας289.

Η γενικότερα αρνητική άποψη του Ψελλού για τον Κωνσταντίνο, όπως προαναφέρθηκε, βασιζόταν στην αδύναμη και άκαιρη πολιτική, που υιοθέτησε ο αυτοκράτορας. Μάλιστα δε χάνει την ευκαιρία πολλές φορές μέσα στο έργο του να τοποθετηθεί σχετικά με τον τρόπο διακυβέρνησης του Μονομάχου, εστιάζοντας στην ανευθυνότητα και στην επιπολαιότητά του.290 Βέβαια, η γενικότερη εικόνα του Κωνσταντίνου στο λαό ήταν θετική, καθώς με τον τρόπο που λειτουργούσε κέρδιζε τη σχετική εύνοια των πολιτών αλλά και των ανώτερων αξιωματούχων, κυρίως λόγω των παραχωρήσεων που έκανε. Κατά συνέπεια διαμορφώθηκε σχεδόν σε όλα τα στρώματα του λαού ένας τρόπος σκέψης και μια νοοτροπία, η οποία τους εξυπηρετούσε όλους, αλλά τελικά θα αποτελούσε τη ρίζα του κακού.291

Πρόκειται για τη νοοτροπία, η οποία στηρίχθηκε στην αποστρατιωτικοποίηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας»292. Εξίσου σημαντικό για τον Ψελλό και την οπτική, από την οποία παρουσίασε τον Κωνσταντίνο, είναι η παραδοχή του ιστορικού πως δεν εστιάζει σε πολιτικές ή στρατιωτικές πληροφορίες, αλλά περισσότερο τον απασχολεί και του προξενεί ενδιαφέρον η προσωπική ζωή του αυτοκράτορα και τα παρεπόμενα αυτής, καθώς έζησε δίπλα του και εργάστηκε κοντά του.293 Αυτό δικαιολογεί και τη μεγάλη έκταση και τη λεπτομερή παρουσίαση όλων των γεγονότων που αφορούν στην παράνομη σχέση του με την Σκλήραινα294, το πάθος του για την Αλανή πριγκίπισσα295 και όλα όσα έκανε για να κερδίσει την αγάπη είτε αυτών των γυναικών είτε του λαού.

Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου από τους νεότερους μελετητές

Οι νεότεροι μελετητές προσεγγίζουν το θέμα της βασιλείας του Κωνσταντίνου και του τρόπου, με τον οποίο ο ίδιος αντιμετώπισε τα προβλήματα που ανέκυψαν, κάπως διαφορετικά. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως είναι πιο θετικοί απέναντί του ερμηνεύοντας τα γεγονότα από άλλη σκοπιά. Επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως, σύμφωνα με νεότερες μελέτες, μπορεί όντως η παρακμή και η κατάρρευση να μην ήταν πια αναστρέψιμες στην εποχή του Κωνσταντίνου Θ΄, ωστόσο μια αναλαμπή σε θέματα πνευματικής δημιουργίας και καλλιέργειας ήταν γεγονός αναμφισβήτητο. Μπορεί ο αυτοκράτορας να εστίαζε στη διασκέδασή του και στην καλοπέραση, ταυτόχρονα, όμως, δεν ήταν φειδωλός σε θεάματα και ανέγερση πολυτελών μνημείων. Επιπλέον, περιστοιχιζόταν για ένα διάστημα από λαμπρές προσωπικότητες –Ψελλός, Λειχούδης, Ξιφιλίνος, Μαυρόπους – με τη βοήθεια των οποίων δόθηκε ώθηση στην παιδεία και στην πνευματική ανάπτυξη.296

Ο Τσουγκαράκης από την άλλη, αφού κάνει μια αναλυτική παρουσίαση των πρωτογενών πηγών σχετικά με το χειρισμό των στρατιωτικών και πολιτικών ζητημάτων κατά τον 11ο αιώνα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν πρέπει να χρεώσουμε την πτώση της αυτοκρατορίας σε τακτικές και κινήσεις των αυτοκρατόρων. Σαφώς αυτό δε σημαίνει πως τους απαλλάσσει από τις ευθύνες, απλώς εντοπίζει τη ρίζα του προβλήματος αλλού και συγκεκριμένα σε μια γενική ατμόσφαιρα χαλάρωσης και ασφάλειας. Εκείνη την εποχή και ο αυτοκράτορας και ο λαός βίωναν μια περίοδο ειρήνης, την οποία μάλλον υπερεκτίμησαν.
Αυτό είχε ήδη ξεκινήσει μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ και παγιώθηκε ως κατάσταση στα χρόνια του Μονομάχου. Ζώντας, λοιπόν, μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όλοι πίστευαν πως δεν υπάρχει απειλή και δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε επενδύσεις στρατιωτικής φύσεως. Επιπρόσθετα, θεωρούσαν πως οτιδήποτε σχετίζεται με πόλεμο και στρατό δε θα πρέπει να τους απασχολεί.297
Ένα ζήτημα, το οποίο εγείρει πολλά ερωτηματικά και προκαλεί πλήθος συζητήσεων, είναι αυτό της αντιπολεμικής νοοτροπίας του Μονομάχου. Η συγκεκριμένη διάθεση του αυτοκράτορα εκλαμβάνεται ως αδυναμία χαρακτήρα και ευάλωτο σημείο της πολιτικής του. Υπέρμαχος αυτής της άποψης είναι ο Μιχαήλ Ψελλός298.
Κατά συνέπεια, η στάση του Κωνσταντίνου δεν ήταν η αρμόζουσα για έναν αυτοκράτορα και μάλιστα σε μια εποχή ποικίλων κινδύνων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ostrogorsky299 υπήρχαν απειλές τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Οι στάσεις εναντίον του Κωνσταντίνου και οι επιδρομές των εχθρών ήταν συνεχόμενες και επισημαίνεται πως κάθε φορά που ήταν ατυχής η κατάληξή τους, αυτό συνέβαινε από καθαρή τύχη ή από ανικανότητα των στασιαστών.
Από την άλλη πλευρά, ο P. Lemerle δεν είναι τόσο απόλυτος απέναντι στις ενέργειες του Κωνσταντίνου κρίνοντας πως οι γενικότερες συνθήκες της εποχής δεν υπαγόρευαν διαφορετική πολιτική από αυτήν που ακολούθησε ο αυτοκράτορας. Επισημαίνει πως την εποχή εκείνη οι εξωτερικοί κίνδυνοι για το Βυζάντιο δεν ήταν μεγάλοι και ο αυτοκράτορας επιβαλλόταν να εστιάσει στην ανάκαμψη της οικονομίας.
Μάλιστα, διερευνά τα αίτια των πράξεών του και το σκοπό τους καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κατά κάποιον τρόπο η δεινή οικονομική κατάσταση και χρηματική στενότητα της αυτοκρατορίας απαιτούσαν τη θέσπιση και λήψη νέων μέτρων για τη φορολογία. Μάλιστα, ο P. Lemerle διατυπώνει την άποψη πως οι ενέργειες των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας πρέπει να μελετηθούν από πολλές οπτικές και να προσεγγιστούν κριτικά και βάσει των εκάστοτε συνθηκών. Αλλιώς τα συμπεράσματα είναι αβέβαια και υποκειμενικά.300
Αυτή η θέση ενισχύεται και από άλλους σύγχρονους ιστοριογράφους301 και μελετητές, οι οποίοι κρίνουν πως οι αλλαγές του Κωνσταντίνου στο θέμα της στράτευσης και της φορολογίας υποδεικνύονταν από τις ανάγκες της εποχής302.
Μάλιστα οι μελετητές των τελευταίων δεκαετιών κρίνουν πως η αιτία του προβλήματος δεν ήταν αυτή καθαυτή η πολιτική του Κωνσταντίνου, αλλά η γενικότερη ιδεολογία και αντίληψη ολόκληρου του λαού πως η περίοδος εκείνη ήταν ειρηνική και ασφαλής. Το πρόβλημα, δηλαδή, ήταν εσωτερικό και δεν αναγόταν στον αποδυναμωμένο στρατό, όπως υποστήριζαν οι περισσότεροι σύγχρονοι του Μονομάχου ιστορικοί. Σίγουρα, βέβαια, αυτά τα μέτρα, όπως και οι εξεγέρσεις εναντίον του αυτοκράτορα κλόνισαν τα θεμέλια του κράτους, αλλά ήταν όλα επακόλουθα αυτής της ιδεολογίας.303
Κατά συνέπεια, η νεότερη ιστοριογραφία ερμηνεύει διαφορετικά την παρουσία και την προσφορά του Κωνσταντίνου. Μέσω της προσέγγισης από διαφορετικές σκοπιές είναι εφικτή μια παρουσίαση, που αποκλίνει από τις παλαιότερες όσον αφορά στο χαρακτήρα και στην πολιτική του αυτοκράτορα. Ο Lemerle304 και ο Angold305 υποστηρίζουν πως σε τελική ανάλυση ο Μονομάχος ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και κατά περιόδους ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία.

Επιπρόσθετα, θεωρούν πως επεχείρησε σημαντικές αλλαγές στο σύστημα τηςαυτοκρατορίας που είναι αξιομνημόνευτες. Βέβαια, υπάρχουν και πιο αυστηροί κριτές του Κωνσταντίνου, οι οποίοι του χρεώνουν την καθοδική πορεία της βυζαντινής αυτοκρατορίας και επισημαίνουν όλα τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του, τα οποία δεν άρμοζαν σε έναν αυτοκράτορα.Υποστηρικτής της εν λόγω θέσης είναι ο Ostrogorsky306, ο οποίος επιρρίπτει ευθύνες στον Μονομάχο για τη δεινή οικονομική και όχι μόνο κατάσταση του κράτους, τονίζοντας την αναισθησία του αυτοκράτορα και την ενασχόλησή του με προσωπικά πάθη και ζητήματα. Μάλιστα ο Ostrogorksy θεωρεί τις πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες του Κωνσταντίνου άκρως παράτολμες και καταστροφικές για το Βυζάντιο.

Παρουσιάζει έναν αυτοκράτορα, ο οποίος μονίμως λαμβάνει λάθος αποφάσεις και διαρκώς βλάπτει την αυτοκρατορία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αυτό επιβεβαιώνεται από την άποψή του πως στην ουσία ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προκάλεσε τη στάση του Μανιάκη, απαλλάσσοντάς τον από τον τίτλο του στρατηγού. Αυτή η κίνηση ήταν απερίσκεπτη και προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Για τον Ostrogorksy δεν έπρεπε ο αυτοκράτορας να υποβιβάσει και να απαξιώσει ένα στρατηγό, του οποίου οι νίκες ήταν συνεχόμενες και μεγάλες. Ειδικά εκείνη την εποχή που η αυτοκρατορία δε διένυε την καλύτερή της περίοδο οι πολεμικές και στρατιωτικές κατακτήσεις του Μανιάκη ήταν ένα θετικό στοιχείο για ανάκαμψη.

Επομένως, η ευθύνη βαρύνει τον Μονομάχο, με την απόφαση του οποίου εξοργίστηκε ο Μανιάκης και συνωμότησε εναντίον του. Άλλωστε, ο Ostrogorsky καταλήγει, όπως και πολλοί άλλοι ιστορικοί, στο συμπέρασμα πως η πτώση της πόλης επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου ήταν πολλές φορές πιθανή, αλλά λόγω τύχης και αδυναμίας των αντιπάλων ή των στασιαστών τελικά δεν έγινε πραγματικότητα307 Αν μη τι άλλο αυτή η θέση επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος ήταν κατώτερος των προσδοκιών και των περιστάσεων και τελικά δεν ήταν άξιος για το αξίωμα του αυτοκράτορα.
Παρόμοια θέση για τις ικανότητες και τις τελικές πολιτικο-στρατιωτικές αποφάσεις του Κωνσταντίνου, οι οποίες στάθηκαν μοιραίες, έχει και ο Αλ. Σαββίδης308 και η T. Talbot Rice309 , σύμφωνα με τους οποίους η χρονική στιγμή των κινήσεων του αυτοκράτορα ήταν καθοριστική. Επισημαίνουν δε πως όχι μόνο αποδυνάμωσε το στρατό δίνοντας την ευκαιρία σε μισθοφόρους να ενταχθούν σε αυτόν, οι οποίοι δε διακατέχονταν από το αίσθημα ευθύνης απέναντι στην πατρίδα ούτε από ανδρεία, αλλά έχασε και πολύτιμα εδάφη στην Μικρά Ασία, μια περιοχή υψηλής στρατιωτικής σημασίας για την αυτοκρατορία.

Το μέγα λάθος του Μονομάχου ήταν ότι δεν υπολόγισε την αυξανόμενη δύναμη των Σελτζούκων Τούρκων, οι οποίοι υπό την αρχηγία του Τογρούλ Μπεγ310 προωθούνταν και πλησίαζαν απειλητικά, καθώς επετίθεντο στο Βασπουκαράν της Αρμενίας. Σε συνδυασμό με την αναπροσαρμογή του οικονομικού τομέα, καθώς οι μεταρρυθμίσεις στη φορολογία βάρυναν το λαό, η απογύμνωση από στρατεύματα της περιοχής χαρακτηρίζεται ως και εγκληματική από τον Toumanoff .311
Ενδιαφέρουσα είναι και η τοποθέτηση της W. Wolska-Conus, η οποία θεωρεί πως ο Μονομάχος δρούσε βάσει στόχων, που θα εξυπηρετούσαν τον ίδιο προσωπικά. Συνεπώς, ορισμένες πολιτικές ενέργειές του, όπως η απόδοση εξουσιών και αξιωμάτων στον Ξιφιλίνο και στον Ψελλό, αποσκοπούσαν σε εξυπηρέτηση συμφερόντων και εξασφάλιση της φιλίας και εύνοιας από αυτά τα άτομα.312
Κάτι ανάλογο υποστηρίζει και ο Γ. Λεβενιώτης313, καθώς θεωρεί πως ο Μονομάχος, για να επιβληθεί στο λαό και να γίνει αρεστός, δρούσε έντονα τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.
Σε γενικές γραμμές διαπιστώνεται ότι είναι επικριτική η στάση των περισσότερων μελετητών απέναντι στις πρακτικές του Κωνσταντίνου είτε άμεσα είτε έμμεσα. Σε αυτό εστιάζει και ο Sp. Vryonis314, o οποίος αναφέρει πως κατά το 10ο αιώνα διεξήχθησαν τέτοιες αλλαγές στον κεντρικό άξονα της αυτοκρατορίας, οι οποίες ήταν αδύνατο να αφήσουν ανεπηρέαστη την πορεία της. Ωστόσο, αυτή η επιρροή δεν ήταν θετική, καθώς μέσα από τις επιμέρους πρακτικές του κάθε αυτοκράτορα αποδυναμώθηκε αισθητά ο στρατός και η αυτοκρατορία έγινε ευάλωτη σε επιθέσεις. Βασικότατη αιτία αυτής της εξασθένησης ήταν αναμφισβήτητα η διάλυση του θεματικού στρατού και η συνακόλουθη «νόθευση» του βυζαντινού στρατού με μισθοφόρους. Αυτό αποδείκνυε την αδιαφορία για την άμυνα του κράτους και κατ’ επέκταση την αδυναμία των αυτοκρατόρων να ανταποκριθούν στις αυξημένες και πολυδιάστατες απαιτήσεις του αξιώματός τους.

Επίλογος – Συμπεράσματα

Όπως γίνεται κατανοητό από την παραπάνω παρουσίαση η περίοδος της βασιλείας του Κωνσταντίνου (1042-1055) ήταν μια εποχή γεμάτη από σημαντικά γεγονότα στρατιωτικής, πολιτειακής και θρησκευτικής φύσεως, τα οποία άλλαξαν την πορεία της αυτοκρατορίας.

Ο Κωνσταντίνος, παρά τις αρετές του και τα χαρίσματά του, δεν ήταν ένας ηγέτης με όραμα, τον οποίο είχε ανάγκη το κράτος για να ξεπεράσει τις δυσκολίες και να ανακάμψει. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η ανευθυνότητα και η ροπή του στη χαλαρή ζωή δε βοήθησαν στο έργο του καιτελικά έμεινε στην ιστορία ως ένας αυτοκράτορας με αμφισβητήσιμη προσφορά.315

Όπως παραδίδει ο Ψελλός, κατά τη διάρκεια παραμονής του δίπλα στον Κωνσταντίνο συμπέρανε πως για τον αυτοκράτορα η διακυβέρνηση έμοιαζε με τη ζωή ενός κυβερνήτη, ο οποίος αποτραβήχτηκε από τις υποχρεώσεις και την κούραση, για να ζήσει σ’ ένα ησυχαστήριο.316 Η παρουσίαση του Κωνσταντίνου μέσα από το έργο του Ψελλού είναι σε τελική ανάλυση αυστηρή και επικριτική, καθώς ο ιστορικός πέρα από πληροφορίες για τα στρατεύματα, τη διπλωματική πολιτική, τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές, φωτίζει τις αιτίες των ενεργειών του αυτοκράτορα317 .

Αυτό καταδεικνύει την ικανότητα του Ψελλού να εμβαθύνει στην ουσία των πραγμάτων και να αξιολογεί καταστάσεις και πρόσωπα. Από το έργο του προσεγγίζεται η προσωπικότητα και το άτομο του Μονομάχου ανθρώπινα και κατά συνέπεια με ατέλειες και μειονεκτήματα. Θαμπορούσαμε να ισχυριστούμε πως είναι μια ειλικρινής και αληθινή παρουσίαση ενός αυτοκράτορα από έναν κοντινό του άνθρωπο, με όποιους κινδύνους αυτό συνεπάγεται. Βέβαια το έργο του Ψελλού δεν παύει να είναι ταυτόχρονα και ένα έργο με λογοτεχνικές αξιώσεις και προσωπικές φιλοδοξίες, το οποίο αποτελεί μεν πηγή πληροφοριών, αλλά όχι πάντοτε απόλυτης ιστορικής ακρίβειας.
Αντίστοιχα λεπτομερής και παραστατικός είναι και ο Ατταλειάτης στο έργο του, καθώς παρουσιάζει αφενός τις πρακτικές και τα γεγονότα της εποχής και αφετέρου προσπαθεί να τα ερμηνεύσει και να τα αιτιολογήσει.
Πρόκειται, δηλαδή, πάλι για ένα ιστορικό μεν έργο, το οποίο, όμως, εμπεριέχει στοιχεία κριτικής σκέψης και αμφισβήτησης ειδικά σε ό,τι αφορά στον Κωνσταντίνο Μονομάχο και τις ενέργειές του. Ο αυτοκράτορας ξεδιπλώνεται με όλες τις θετικές και αρνητικές πτυχές του χαρακτήρα του. Μάλιστα, οι κατακριτέες αποφάσεις και κινήσεις του Μονομάχου ελέγχονται και επαναπροσδιορίζονται σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθούν ή έστω να εξηγηθούν με βάση την κοινή λογική.

Σε γενικές γραμμές ο Ατταλειάτης φαίνεται να είναι θετικά διακείμενος προς τον Κωνσταντίνο χωρίς βέβαια να μην του αποδίδει ευθύνες. Άλλωστε, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ήταν μεγάλα και δυσεπίλυτα και αυτό έπρεπε να το λαμβάνουν υπόψη και οι επικριτές του318. Είναι, πάντως, γεγονός πως και στο έργο του Ψελλού και στο έργο του Ατταλειάτη η παρουσίαση του Μονομάχου καταλαμβάνει μεγάλη έκταση και γίνεται προσπάθεια να αναφερθούν όλα τα περιστατικά και τα γεγονότα, που τον επηρέασαν ή αυτός προκάλεσε. Η σφαιρική αυτή σκιαγράφηση του αυτοκράτορα ακόμη κι αν μερικές φορές είναι υποκειμενική ή άλλες φορές εμπαθής, εμπεριέχει σημαντικά στοιχεία για τον τρόπο που έβλεπε ο λαός τον Κωνσταντίνο.

Το έργο του Σκυλίτζη από την άλλη παρουσιάζει αποκλίσεις σε σχέση με τα άλλα δύο, καθώς δεν επεκτείνεται σε κρίσεις χαρακτήρων ή διαμόρφωση άποψης για τα τεκταινόμενα. Απεναντίας είναι πιο οργανωμένο και εστιάζει στην αυστηρή καταγραφή των πολεμικών μαχών, των ονομάτων, των τίτλων, των τοπωνυμίων και των δολοπλοκιών. Ο Κωνσταντίνος παρουσιάζεται έτσι στα αυστηρά αυτοκρατορικά πλαίσια.319 Πάντως και μετά το τέλος της ζωής του ο Κωνσταντίνος γενικότερα δε γνώρισε την εκτίμηση και την αποδοχή των συγχρόνων του, αλλά οι περισσότεροι του χρέωναν όλες τις αποτυχίες της αυτοκρατορίας. Τον θεωρούσαν υπεύθυνο για πολλά δεινά στρατιωτικής και κοινωνικής φύσεως, τα οποία επηρέασαν την πορεία της αυτοκρατορίας.320 Αυτό επιβεβαιώνεται και στη σύγχρονη εποχή από το πλήθος των ερμηνειών και των διαφορετικών απόψεων σχετικά με τις ενέργειες του Μονομάχου.321

Είναι αναμφισβήτητο πως η κρίση μιας προσωπικότητας και μάλιστα ενός αυτοκράτορα πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη δυσκολία του αξιώματος και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές συνθήκες της εποχής. Οι σύγχρονοι του Κωνσταντίνου ιστοριογράφοι παρά τις ικανότητές τους και το ταλέντο τους δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν αντικειμενικά αυτόν τον άνθρωπο και όσα έκανε. Σίγουρα γνώριζαν περισσότερα γι’ αυτόν, καθώς τον ήξεραν προσωπικά, αλλά ας μην ξεχνάμε πως η πολιτική του επηρέαζε και αυτούς.
Έτσι είναι λογικό, όσο περνούν τα χρόνια, οι μελετητές να προσεγγίζουν τον Μονομάχο και από άλλες πλευρές, καθώς υπάρχει χρονική απόσταση, η οποία εν γένει εξασφαλίζει μεγαλύτερη αντικειμενικότητα.
Οι νεότεροι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με τον Μονομάχο δεν είναι πιο επιεικείς μαζί του, αλλά εντοπίζουν και άλλες παραμέτρους, οι οποίες υπαγόρευσαν τις κινήσεις του. Σε τελική ανάλυση, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλός ή κακός αυτοκράτορας, αλλά μπορούμε να ισχυριστούμε με ασφάλεια και βεβαιότητα ότι ήταν ένας αυτοκράτορας με ψυχή και διάθεση ενός αισιόδοξου ανθρώπου, αλλά χωρίς τη φιλοδοξία ενός μεγάλου ηγέτη.
Συνοψίζοντας και οργανώνοντας τις απόψεις όλων των μελετητών, σύγχρονων και μεταγενέστερων του Κωνσταντίνου, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως όλες του οι ενέργειες είχαν πολλαπλά και πολυδιάστατα αποτελέσματα, καθώς επηρέαζαν κάθε πτυχή και κάθε τομέα της αυτοκρατορικής διοίκησης και κατ’ επέκταση της ίδιας της αυτοκρατορίας.

Όσο και αν οι πηγές πληροφορούν για πνευματική ανάταση και σχετική οικονομική άνθηση στις μέρες του Κωνσταντίνου, παραμένει γεγονός ότι οι αποφάσεις του σε πολιτικά και στρατιωτικά θέματα επισκίασαν οτιδήποτε καλό έκανε, διότι δε στόχευαν στην επέκταση του κράτους ή έστω στην εδραίωση της θέσης της αυτοκρατορίας στον παγκόσμιο χάρτη. Αντιθέτως, ήταν ένα ακόμη λιθαράκι στην πολύχρονη και βραδεία κατεδάφιση της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ κ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΚΟΤΖΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΡΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΕΔΩ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΠΗΓΗ : ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ – ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Θεσσαλονίκη 2014

ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΥΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΚΑΘΑΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ-ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΝΩΘΕΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η ΜΕΡΟΣ ΑΥΤΗΣ

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ για ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.