(Ἡ ἐπίκληση τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροῦ ἀποτέλεσε τὸν κύριο ἄξονα τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῶν ἀθηναίων ἀπεσταλμένων στὴ Μῆλο. Ὁ κυνισμὸς καὶ οἱ ἀπειλές τους, ὅμως, δὲν κατόρθωσαν νὰ κάμψουν τὴν ἀποφασιστικότητα τῶν Μηλίων γιὰ οὐδετερότητα.)

Ε 84-116

Τό ἑπόμενο καλοκαίρι ὁ Ἀλκιβιάδης πῆγε στὸ Ἄργος μὲ εἴκοσι καράβια κ’ ἒπιασε ὅσους Ἀργείους ἦσαν ἀκόμη ὕποπτοι ὅτι εἶναι φίλοι τῶν Λακεδαιμονίων.

Ἦσαν τριακόσιοι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τους ἐγκατέστησαν στὰ κοντινὰ νησιά, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐξουσίαζαν. Οἱ Ἀθηναῖοι ἔκαναν ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Μήλου μὲ τριάντα δικά τους καράβια, ἕξη καράβια ἀπὸ τὴν Χίο καὶ δυὸ ἀπὸ τὴν Λέσβο. Ἦσαν καὶ Ἀθηναῖοι ὁπλίτες χίλιοι διακόσιοι, τριακόσιοι τοξότες καὶ εἴκοσι ἱπποτοξότες. Ἀπό τους συμμάχους καὶ τοὺς νησιῶτες ἦσαν περίπου χίλιοι πεντακόσιοι ὁπλίτες. Οἱ κάτοικοι τῆς Μήλου ἦσαν ἄποικοι τῶν Λακεδαιμονίων καὶ εἶχαν ἀρνηθῆ νὰ γίνουν ὑποτακτικοὶ τῶν Ἀθηναίων, σὰν τὰ ἄλλα νησιά. Στὴν ἀρχή εἶχαν μείνει οὐδέτεροι, ἀλλά ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν μεταχειριστῆ βία καὶ εἶχαν ρημάξει τὴν γῆ τους, βρέθηκαν σὲ κατάσταση ἀνοιχτοῦ πολέμου. Οἱ στρατηγοὶ Κλεομήδης τοῦ Λυκομήδους καὶ Τεισίας τοῦ Τεισιμάχου στρατοπέδευσαν μὲ τὶς δυνάμεις αὐτὲς στὸ ἔδαφος τῶν Μηλίων καὶ πρὶν ἀρχίσουν νὰ τὸ καταστρέφουν, ἔστειλαν πρέσβεις γιὰ ν’ ἀρχίσουν διαπραγματεύσεις. Οἱ Μήλιοι δὲν τοὺς παρουσίασαν στὴν συνέλευση τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς ζήτησαν νά’ἐκθέσουν τὸν σκοπὸ τῆς ἀποστολῆς τους στοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς ταγοὺς τῆς πολιτείας. Οἱ Ἀθηναῖοι πρέσβεις εἶπαν, περίπου, τὰ ἑξῆς:

«Ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ μιλήσωμε πρὸς τὸν λαὸ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθῆ τὸ πλῆθος ἀπὸ τὰ πειστικὰ ἐπιχειρήματα ποὺ θὰ ἐκθέταμε σὲ μία συνεχῆ ἀγόρευση καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐλέγξουν — γιατί καταλαβαίνομε πολὺ καλὰ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς φέρατε νὰ μιλήσωμε μπροστὰ σὲ λίγους— μπορεῖτε σεῖς, ποῦ εἶστε συγκεντρωμένοι ἐδῶ ν’ ἀκολουθήσετε μία μέθοδο ἀκόμη πιὸ ἀσφαλῆ. Μή μας ἀπαντήσετε σημεῖο πρὸς σημεῖο μὲ μία μόνο ἀγόρευση, ἀλλά νὰ μᾶς ἀπαντᾶτε ἀμέσως σὲ κάθε ἐπιχείρημα μὲ τὸ ὁποῖο δὲν συμφωνεῖτε, ὥστε ἔτσι νὰ μορφώσετε τὴν κρίση σας. Καὶ πρώτ’ ἀπ’ ὅλα ἄποκριθῆτε μας ἂν συμφωνῆτε μὲ τὴν πρότασή μας αὐτήν.»

Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μηλίων ἀποκρίθηκαν: «Ἡ πρότασή σας νὰ συζητήσωμε μὲ ἠρεμία εἶναι πολὺ καλὴ καὶ δὲν ἔχομε καμιὰν ἀντίρρηση, ἀλλά ἐκεῖνο ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν πρότασή σας εἶναι ἡ πολεμικὴ προετοιμασία σας μὲ τὴν ὁποία τώρα, εὐθύς, μᾶς ἀπειλεῖτε. Βλέπομε ὅτι ἔρχεστε σὰν δικαστὲς ποῦ θὰ κρίνουν ὅσα θὰ εἰπωθοῦν καὶ ὅτι, ἂν τὰ νομικὰ ἐπιχειρήματά μας εἶναι ἰσχυρότερα ἀπὸ τὰ δικά σας, τότε ἡ ἔκβαση τῆς συζήτησης θὰ μᾶς ὁδήγηση σὲ πόλεμο ἂν δὲν ἔνδωσωμε, ἐνῶ ἐάν μας πείσετε, θὰ μᾶς ὁδήγηση στὴν δουλεία.»




ΑΘΗΝ. Ἂν ἤρθατε ἐδῶ μὲ σκοπὸ νὰ ἐξερευνήσετε, μὲ συλλογισμοὺς βασισμένους σὲ ὑποψίες, τί μέλλει νὰ συμβῆ ἤ ἂν ἔχετε τίποτε ἄλλο κατὰ νοῦ ἀντὶ νὰ ἔχετε μόνο ὑπόψη σας τὴν παροῦσα κατάσταση γιὰ νὰ σκεφθῆτε πὼς νὰ σώσετε τὴν πολιτεία σας, καλύτερα νὰ σταματήσωμε τὴν συζήτηση. Ἀλλιῶς ἂς ἔξεκολουθήσωμε.

ΜΗΛ. Στὴν θέση ποὺ βρισκόμαστε, εἶναι φυσικὸ καὶ συγγνωστὸ νὰ καταφεύγωμε σὲ πολλὰ ἐπιχειρήματα καὶ νὰ διατυπώνωμε πολλὲς σκέψεις. Ἡ συνάντηση αὐτὴ ἔγινε, βέβαια, γιὰ νὰ σώσωμε τὴν πολιτεία μας. Δεχόμαστε, λοιπόν, νὰ διεξαχθῆ ἡ συζήτηση μὲ τὸν τρόπο ποὺ προτείνατε, ἂν τὸ νομίζετε σωστό.

ΑΘΗΝ. Λοιπὸν κ’ ἐμεῖς δὲν θὰ ποῦμε μεγάλα λόγια οὔτε μακριὲς φράσεις γιὰ ν’ ἀποδείξωμε ὅτι ἡ νίκη μας ἐπάνω στοὺς Μήδους μᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα ν’ ἀσκοῦμε τὴν ἡγεμονία μας ἤ ὅτι ἐκστρατεύσαμε τώρα ἐναντίον σας ἐπειδή μας ἀδικήσατε. Αὐτὰ δὲν θὰ σᾶς ἔπειθαν. Ἀλλά καὶ ἀπό σᾶς ζητοῦμε νὰ μὴν προσπαθήσετε νὰ μᾶς πείσετε λέγοντάς μας ὅτι, ἂν καὶ ἄποικοι τῶν Λακεδαιμονίων, δὲν εἴσαστε σύμμαχοί τους ἡ ὅτι δὲν μᾶς βλάψατε ποτέ. Ἂς συζητήσωμε, ὅμως, γιὰ τὸ τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη ἔχοντας ὑπόψη τοὺς πραγματικοὺς σκοποὺς τοῦ καθενὸς καὶ ξέροντας ὅτι, στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὰ νομικὰ ἐπιχειρήματα ἔχουν ἀξία ὅταν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἐπικαλοῦνται εἶναι περίπου ἰσόπαλοι σὲ δύναμη καὶ ὅτι, ἀντίθετα, ὁ ἰσχυρὸς ἐπιβάλλει ὅ,τι τοῦ ἐπιτρέπει ἡ δύναμή του καὶ ὁ ἀδύνατος ὑποχωρεῖ ὅσο τοῦ τὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀδυναμία του.

ΜΗΛ. Ἐμεῖς, ὅμως, νομίζομε ὅτι εἶναι χρήσιμο— καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ποῦμε ἀφοῦ θέσατε βάση τῆς συζήτησής μας τὸ συμφέρον καὶ ὄχι τὸ δίκαιο — νὰ μὴν παραβλεφθῆ ἕνα στοιχεῖο ποὺ εἶναι κοινὸ ἀγαθό, δηλαδὴ τὸ νὰ μπορῆ πάντα ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται σὲ κίνδυνο, νὰ ἐπικαλῆται τὰ ὀρθὰ καὶ τὰ δίκαια καὶ νὰ ὠφελῆται πείθοντας τὸν ἀντίπαλό του μὲ ἐπιχειρήματα πέρα ἀπὸ τὰ αὐστηρὰ πλαίσια τοῦ δικαίου.
Αὐτό, ἄλλωστε, σᾶς συμφέρει δσὸ καί μας, γιατί ἂν χάσετε τὸν πόλεμο, θὰ σᾶς ἐπιβάλουν, γιὰ παραδειγματισμό, τὴν μεγαλύτερη τιμωρία.

ΑΘΗΝ. Ἐμεῖς δὲν ἀνησυχοῦμε γιὰ τὶς συνέπειες ποὺ θὰ εἶχε μία ἐνδεχόμενη κατάλυση τῆς ἡγεμονίας μας καὶ τοῦτο ἐπειδὴ γιὰ τοὺς νικημένους δὲν εἶναι τόσο ἐπικίνδυνοι ὅσοι, σὰν τοὺς Λακεδαιμονίους, ἀσκοῦν ἡγεμονία ἐπάνω σὲ ἄλλους (ἄλλωστε δὲν συζητοῦμε τώρα μὲ Λακεδαιμονίους) ὅσο εἶναι ἐπικίνδυνοι οἱ ὑπήκοοι μιᾶς πολιτείας ὅταν ἐπαναστατήσουν ἐναντίον της καὶ ὑπερισχύσουν. Ἡ ἀντιμετώπιση, λοιπόν, ἑνὸς τέτοιου κινδύνου εἶναι δική μας ὑπόθεση. Ἐκεῖνο ποὺ τώρα θέλομε νὰ σᾶς ποῦμε εἶναι ὅτι ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ἡγεμονίας μας καὶ ὅτι τὰ ὅσα θὰ σᾶς ἄναπτυξωμε ἔχουν σκοπὸ τὴν σωτηρία τῆς πολιτείας σας. Θέλομε νὰ σᾶς ὑποτάξωμε χωρὶς νὰ ὑποβληθοῦμε σὲ κόπο καὶ χωρὶς νὰ σᾶς καταστρέψωμε, πράγμα ποὺ εἶναι κοινό μας συμφέρον.

ΜΗΛ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἒχωμε ἐμεῖς τὸ ἴδιο συμφέρον νὰ γίνωμε δοῦλοι σας ὅσο ἐσεὶς ἔχετε συμφέρον νὰ μᾶς ὑποτάξετε ;

ΑΘΗΝ. Ἐπειδὴ ἐσεῖς, ἂν ὑποταχθῆτε, θ’ ἀποφύγετε τὴν ἔσχατη καταστροφὴ κ’ ἐμεῖς θὰ ἔχωμε κέρδος ἂν δὲν σᾶς καταστρέψωμε.

ΜΗΛ. Ὥστε δὲν θὰ δεχόσαστε νὰ εἴμαστε φίλοι σας ἀντὶ ἐχθροί σας, νὰ ζοῦμε εἰρηνικὰ καὶ νὰ μείνωμὲ οὐδέτεροι ;

ΑΘΗΝ. Δὲν μᾶς βλάπτει τόσο ἡ ἔχθρα σας ὅσο ἡ φιλία σας ποὺ θὰ ἑρμηνευόταν σὰν τεκμήριο ἀδυναμίας μας, ἐνῶ τὸ μίσος σας εἶναι, γιὰ τοὺς ὅσους ἐξουσιάζομε, ἀπόδειξη τῆς δύναμής μας.

ΜΗΛ. Τέτοια ἀντίληψη τοΰ δικαίου ἔχουν, λοιπόν, οἱ ὑπήκοοί σας, ὥστε νὰ βάζουν σὲ ἴση μοίρα ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν μαζί σας κανέναν φυλετικὸ δεσμὸ καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἄποικοί σας, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς περισσότερους, ποὺ μερικοὶ μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς ἐπαναστάτησαν καὶ τοὺς ὑποτάξατε ;

ΑΘΗΝ. Ὅσο γιὰ τὰ δικαιώματα τοὺς κανεὶς ἀπό τους συμμάχους μας δὲν νομίζει ὅτι ὑστερεῖ, ἀλλά πιστεύουν ὅτι, ὅσοι διατηροῦν τὴν αὐτονομία τοὺς τὸ χρωστοῦν στὴ δύναμή τους καὶ ὅτι ὁ φόβος μᾶς συγκρατεῖ καὶ δὲν ἐκστρατεύομε ἐναντίον τους. Ἄν, λοιπόν, ὑποταχθῆτε, ὄχι μόνο θ’ αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηκόων μας, ἀλλά καὶ θ’ ἀποδεικνυόταν ὅτι σεῖς, νησιῶτες καὶ ἀσθενέστεροι ἀπὸ ἄλλους, δὲν μπορέσατε νὰ μᾶς ἀντισταθῆτε ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε θαλασσοκράτορες.

ΜΗΛ. Καὶ νομίζετε ὅτι οἱ προτάσεις μας δὲν σᾶς παρέχουν ἀσφάλεια; Πρέπει καὶ ἐδῶ, ὅπως ἐσεῖς δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὸ δίκαιο καὶ μᾶς καλεῖτε νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ συμφέρον σας, νὰ σᾶς ἐξηγήσωμε καὶ έμεῖς ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον μας καὶ νὰ προσπαθήσωμε νὰ σᾶς πείσωμε ὅτι συμβιβάζεται μὲ τὸ δικό σας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν μεταβάλετε σὲ ἐχθρούς σας ὅσους ἕως τώρα ἔμειναν οὐδέτεροι, ὅταν δοῦν τί θα ἔχετε κάνει ἐδῶ και θα περιμένουν ὅτι κάποτε θὰ στραφῆτε καὶ ἐναντίον τους ; Καὶ μὲ αὐτὸ τί ἄλλο θὰ κάνετε παρὰ νὰ ἐνισχύσετε ὅσους εἶναι ἐχθροί σας και νὰ στρέψετε ἐναντίον σας, παρὰ τὴν θέλησή τους, ὅσους δὲν εἶχαν κανένα σκοπὸ νὰ τὸ ἐπιχειρήσουν ;

ΑΘΗΝ. Καθόλου ! Ἐπικίνδυνοι ἐχθροί μας δὲν εἶναι ὅσοι κατοικοῦν τὴν στεριὰ καὶ εἶναι ἐλεύθεροι. Ἐπικίνδυνοι εἶναι οἱ νησιῶτες ἐκεῖνοι ποὺ σὰν καὶ σᾶς ἔχουν μείνει ἀνεξάρτητοι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι δυσαρεστημένοι ἀπό τούς καταναγκασμοὺς ποὺ τοὺς ἐπιβάλλει ἡ ἡγεμονία μας. Αὐτοὶ ὑπάρχει πιθανότης νὰ ἐνεργήσουν ἀλόγιστα καὶ νὰ περιπλέξουν σὲ προφανεῖς κινδύνους καὶ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ ἐμᾶς.

ΜΗΛ. Ἂν ὅμως σεῖς, γιὰ νὰ μὴν χάσετε τὴν ἠγεμονία σας, καὶ οἱ ὑπήκοοί σας, γιὰ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ αὐτήν, εἴσαστε ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσετε τόσους κινδύνους, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ἐλεύθεροι θὰ δείχναμε μεγάλη εὐτέλεια καὶ ἀνανδρία ἂν δὲν δοκιμάζαμε τὰ πάντα γιὰ νὰ μὴν γίνωμε δοῦλοι.

ΑΘΗΝ. Ὄχι, ἂν πάρετε φρόνιμη ἀπόφαση. Δὲν ἀγωνίζεστε σὰν ἴσοι πρὸς ἴσους, ὥστε νὰ ντροπιαστῆτε ἂν δὲν δείξετε ἀνδρεία. Πρόκειται νὰ σωθῆτε μὴ προβάλλοντας ἀντίσταση σὲ πολὺ ἰσχυρότερους.

ΜΗΛ. Ξέρομε, ὅμως, ὅτι καμιὰ φορᾶ οἱ τύχες τοῦ πολέμου δημιουργοῦν περισσότερη ἰσορροπία μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων ἀπὸ ὅ,τι θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ τὴν διαφορὰ τῆς δύναμής τους. Ἂν ἐνδώσωμε εὐθὺς θὰ χάσωμε ἀμέσως κάθε ἐλπίδα, ἐνῶ ὅσο ἀντιστεκόμαστε θὰ ἔχωμε ἀκόμα κάποια ἐλπίδα.

ΑΘΗΝ. Στὴν ὥρα τοῦ κινδύνου ἡ ἐλπίδα εἶναι παρηγοριά, καὶ ὅσους στηρίζονται σ’ αὐτὴν — ὅταν ἔχουν καὶ περίσσια δύναμη — μπορεῖ νὰ τοὺς βλάψη, ἀλλά δὲν τοὺς καταστρέφει. Ὅποιος, ὅμως, ἐμπιστεύεται σ’ αὐτὴν γιὰ νὰ τὰ παίξη ὅλα γιὰ ὅλα — ἡ φύση της ἐλπίδας εἶναι πάντα τέτοια, ὥστε νὰ παρασύρη — τότε μόνο ἀντιλαμβάνεται ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ οὐσία τῆς, ὅταν ἐχῆ πιὰ καταστραφῆ καὶ δὲν ἔχει κανέναν τρόπο νὰ φυλαχτῆ ἂπ’ αὐτὴν ἀφοῦ τὴν γνωρίση. Μὴν θελήσετε, λοιπόν, νὰ τὸ πάθετε σεῖς ποὺ εἴσαστε ἀδύναμοι καὶ βρίσκεστε στὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς καὶ μὴν θελήσετε νὰ μοιάσετε στοὺς πολλοὺς οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ μποροῦν ἀκόμα νὰ σωθοῦν μὲ ἀνθρώπινα μέσα, ὅταν βρεθοῦν μπροστὰ στὴν καταστροφὴ καί τους ἐγκαταλείψουν εὔλογες ἐλπίδες, καταφεύγουν σὲ φανταστικὰ σχήματα, στὴν μαντικὴ καὶ τοὺς χρησμοὺς καὶ ὅσα ἄλλα τέτοια τρέφουν τὶς προσδοκίες ποὺ ὁδηγοῦν στὴν καταστροφή.

ΜΗΛ. Ξέρετε καλὰ ὅτι κ’ ἐμεῖς θεωροῦμε πὼς εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο ν’ ἀγωνιστοῦμε ἐναντίον σας ποὺ ἔχετε τόση δύναμη καὶ σᾶς εὐνοεῖ ἡ τύχη, ἐὰν δὲν ἔχωμε ἀνάλογες δυνάμεις. Ἀλλά πιστεύομε ὅτι, ὅσο γιὰ τὴν τύχη δὲν θὰ μᾶς τὴν στερήσουν οἱ θεοί, γιατί εἴμαστε δίκαιοι καὶ ἀντιμετωπίζομε ἀδίκους. Ὅσο γιὰ τὴν ἀνεπάρκεια τῆς δύναμής μας, θὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σύμμαχοί μας οἱ Λακεδαιμόνιοι ποὺ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ τὸ κάνουν, ἂν ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο, ἀλλά ἐπειδὴ εἴμαστε φυλετικὰ συγγενεῖς τους καὶ ἀπὸ αἴσθημα τιμῆς. Τὸ θάρρος μας, λοιπόν, δὲν εἶναι τόσο παράλογο ὅσο φαίνεται.




ΑΘΗΝ. Ἀλλά κ’ ἐμεῖς νομίζομε ὅτι δὲν θὰ μᾶς λείψη ἡ εὔνοια τῶν θεῶν, γιατί οὔτε οἱ ἀξιώσεις μας οὔτε οἱ πράξεις μας ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν ἀνθρώπων ἤ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ποὺ ἐφαρμόζουν στὶς μεταξὺ τοὺς σχέσεις. Ἀπὸ ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ εἴκαση γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ ἀπὸ ὅτι εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, πιστεύομε ὅ,τι καὶ οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν πάντα ἕναν ἀπόλυτο νόμο τῆς φύσης, νὰ ἐπιβάλλουν πάντα τὴν ἐξουσία τοὺς ἂν ἔχουν τὴ δύναμη νὰ τὸ ἐπιτύχουν. Τὸν νόμο αὐτὸν οὔτε τὸν θεσπίσαμε, οὔτε τὸν ἐφαρμόσαμε ἐμεῖς πρῶτοι. Τὸν βρήκαμε νὰ ἴσχυη καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε, ὅπως θὰ τὸν ἀκολουθοῦν αἰώνια ὅσοι μᾶς διαδεχθοῦν καὶ ξέρομε καλὰ ὅτι κ’ ἐσεῖς καὶ ὁποιοιδήποτε ἄλλοι θὰ ἐκάνατε τὰ ἴδια ἂν εἴχατε τὴν δύναμή μας. Ὅσο, λοιπόν, γιὰ τὴν εὔνοια τῶν θεῶν, δὲν ἔχομε κανένα λόγο νὰ φοβόμαστε ὅτι θὰ ὕστερησωμε. Ὅσο γιὰ τὴν προσδοκία σας ὅτι οἱ Λακεδαιμόνιοι ἀπὸ αἴσθημα τιμῆς θὰ ἔρθουν νὰ σᾶς βοηθήσουν, σᾶς μακαρίζομε γιὰ τὴν ἁπλοϊκότητά σας, ἀλλά δὲν ζηλεύομε τὴν ἀνοησία σας. Οἱ Λακεδαιμόνιοι δείχνουν πραγματικὰ μεγάλες ἀρετὲς στὶς μεταξὺ τοὺς σχέσεις καὶ ἀπέναντι τῶν θεσμῶν τους, ἀλλά θὰ εἶχε πολλὰ νὰ πῆ κανεὶς γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τοὺς πρὸς τοὺς ξένους. Γιὰ νὰ τοὺς χαρακτηρίσωμε μὲ μία λέξη, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ ξέρομε, αὐτοὶ εἶναι ποὺ δείχνουν φανερὰ ὅτι θεωροῦν ἔντιμο τὸ εὐχάριστο καὶ δίκαιο τὸ συμφέρον. Καὶ οἱ ἀντιλήψεις τοὺς αὐτὲς δὲν ταιριάζουν καθόλου μὲ τὶς δικές σας τωρινές, παράλογες ἐλπίδες.

ΜΗΛ. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πιστεύομε κυρίως ὅτι οἱ Λακεδαιμόνιοι, γιὰ τὸ δικό τους συμφέρον, δὲν θὰ θελήσουν νὰ προδώσουν τοὺς Μηλίους ποὺ εἶναι ἄποικοί τους, γιατί θὰ ἔχαναν τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων ποὺ εἶναι φίλοι τους, καὶ θὰ ἐξυπηρετοῦσαν τοὺς ἐχθρούς τους.

ΑΘΗΝ. Δὲν νομίζετε ὅτι, ὅταν ἐπιδιώκη κανείς τὸ συμφέρον του ἀποφεύγει τοὺς κινδύνους, ἐνῶ ὅταν κάνη τὸ καθῆκον του καὶ ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ τιμὴ πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζη κινδύνους; Ἀλλά οἱ Λακεδαιμόνιοι αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποφεύγουν ὅσο μποροῦν!

ΜΗΛ. Πιστεύομε ὅτι γιὰ χάρη μας θ’ ἀναλάβουν πρόθυμα τοὺς κινδύνους καὶ θὰ θεωρήσουν ὅτι τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἀσφαλέστερο μαζί μας παρὰ μὲ ἄλλους, γιατί καὶ κοντὰ στὴν Πελοπόννησο εἴμαστε, ὥστε νὰ εἶναι εὔκολες γι’ αὐτοὺς οἱ ἐπιχειρήσεις καὶ τοὺς ἐμπνέομε περισσότερη ἐμπιστοσύνη ἀπὸ ἄλλους, ἀφοῦ εἴμαστε ὁμόφυλοί τους.

ΑΘΗΝ. Ἐγγύηση γιὰ ἐκεῖνον ποὺ καλεῖται νὰ συμπολεμήση μὲ κάποιον, δὲν εἶναι τὰ φιλικὰ αἰσθήματα αὐτῶν ποὺ τὸν καλοῦν, ἀλλά ἡ ὑπεροχὴ σὲ ὑλικὰ μέσα καὶ αὐτὸ ἐφαρμόζουν, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, οἱ Λακεδαιμόνιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τόσο λίγη ἐμπιστοσύνη στὶς ἴδιες τους δυνάμεις, ὥστε μόνο μὲ πολλοὺς συμμάχους ἐκστρατεύουν ἐναντίον τῶν γειτόνων τους. Δὲν φαίνεται, ἑπομένως, πιθανὸν νὰ στείλουν στρατὸ σ’ ἕνα νησί, ἒνω’ ἐμεῖς κυριαρχοῦμε στὴν θάλασσα.

ΜΗΛ. Ἔχουν, ὅμως, συμμάχους οἱ ὁποῖοι θὰ μπορέσουν νὰ μᾶς στείλουν βοήθεια. Τὸ κρητικὸ πέλαγος εἶναι μεγάλο καὶ εἶναι πολὺ δύσκολο γιὰ ἐκεῖνον ποὺ κυριαρχεῖ στὴν θάλασσα, νὰ ἀσκῆ ἔλεγχο, ἐνῶ εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ τοῦ διαφύγουν ὅσοι τὸ ἐπίχειρήσουν. Ἀλλά καὶ ἂν ἀποτύχαιναν σ’ αὐτό, θὰ μποροῦσαν ὁπωσδήποτε νὰ στραφοῦν ἐναντίον τοῦ ἐδάφους σας καὶ ἐναντίον ἐκείνων ἀπό τους συμμάχούς σας στοὺς ὁποίους δὲν πῆγε ὁ Βρασίδας. Καὶ τότε θὰ πρέπει νὰ πολεμήσετε ὄχι πιὰ γιὰ νὰ κυριέψετε ἕνα μέρος ποὺ δὲν σᾶς ἀνήκει, ἀλλά γιὰ νὰ πρόστατέψετε τὴν συμμαχία σας καὶ τὴν δική σας γῆ.

ΑΘΗΝ. Ἔχομε πείρα ἂπ’ αὐτὰ ἂν τὸ ἐπιχειρήσουν, ἀλλά καὶ σεῖς θὰ ξέρετε ὅτι ποτὲ Ἀθηναῖοι δὲν ἔλυσαν μία πολιορκία ἀπὸ φόβο ἄλλου ἀντιπάλου. Διαπιστώνομε, ὅμως, ὅτι ἐνῶ παραδεχτήκατε πὼς θὰ συζητούσαμε γιὰ τὴν σωτηρία τῆς πολιτείας σας, δὲν προτείνατε τίποτε σ’ ὅλη αὐτὴ τὴν μακριὰ συζήτηση, ἀπὸ τὸ ὁποῖο φρόνιμοι ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ ἐλπίζουν ὅτι θὰ σωθοῦν. Οἱ δικές σας ἐλπίδες στηρίζονται, κυρίως, στὸ μέλλον, ἐνῶ τὰ μέσα ποὺ ἒχετε τώρα, συγκρινόμενα μὲ τὴν δύναμη ποὺ ἀντιμετωπίζετε, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ. Καὶ θὰ κάνετε μεγάλη ἀνοησία ἄν, ἀφοῦ ἀποσυρθοῦμε ἐμεῖς, δὲν πάρετε, ὅσο εἶναι ἀκόμα καιρός, μία λογικότερη ἀπόφαση. Δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῆτε ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς τὸ ὅποιο ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ καταστροφὴ ὅταν ἀντιμετωπίζουν ταπεινωτικὲς καταστάσεις καὶ βέβαιους κινδύνους. Πολλοί, ἂν καὶ μποροῦν ἀκόμα ν’ ἄντιληφθοῦν τί τοὺς περιμένει, παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν ὡραία λέξη τιμή. Νικημένοι ἀπὸ μία λέξη, παθαίνουν ἐκούσια, ἀνήκουστες συμφορὲς καὶ ταπείνωση ποὺ εἶναι ἀκόμα πιὸ ἀτιμωτικὴ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τύχης, ἀλλά της ἀνοησίας. Σεῖς θὰ τὸ ἀποφύγετε αὐτὸ ἂν φανῆτε λογικοὶ καὶ ἂν δὲν θεωρήσετε ντροπὴ νὰ ὑποκύψετε στὴν ἰσχυρότερη ἑλληνικὴ πολιτεία πού σας προτείνει μετριοπαθεῖς ὅρους, δηλαδὴ νὰ γίνετε σύμμαχοί της ὑποτελεῖς, διατηρώντας τὸ ἔδαφός σας. Σᾶς προσφέρεται ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ τοῦ πολέμου καὶ τῆς σωτηρίας. Μὴν διαλέξετε, ἀπὸ πεῖσμα, τὸ χειρότερο. Ἀκολουθοῦν τὴν πιὸ σωστὴ πολιτικὴ ὅσοι ἀπέναντι τῶν ἴσων δὲν ὑποχωροῦν, ἀπέναντι τῶν ἰσχυρότερων συμπεριφέρονται μὲ φρόνηση καὶ ἀπέναντι τῶν κατωτέρων εἶναι μετριοπαθεῖς. Ὅταν θὰ ἔχωμε ἀποσυρθῆ σκεφθῆτε πάλι καλὰ καὶ μὴ λησμονῆτε ὅτι θ’ ἀποφασίσετε γιὰ τὴν τύχη τῆς πατρίδας σας, ὅτι δὲν ἔχετε ἄλλη καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν ἀπόφασή σας αὐτὴ θὰ ἐξαρτηθῆ ἡ σωτηρία της ἤ ἡ καταστροφή της.

Οἱ Ἀθηναῖοι ἀντιπρόσωποι ἀποχώρησαν ἀπὸ τὴν σύσκεψη.

Οἱ Μήλιοι συσκέφθηκαν μόνοι τους καὶ ἀποφάσισαν νὰ ἐπιμείνουν στὰ ὅσα εἶχαν πεῖ. Ἀποκρίθηκαν τὰ ἀκόλουθα:

«Οὔτε τὴν ἀρχική μας ἀπόφαση θὰ ἄλλαξωμε, Ἀθηναῖοι, οὔτε θὰ στερήσωμε, μέσα σὲ λίγες στιγμές, ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς μία πολιτεία ποὺ ζῆ ἐλεύθερη ἐδῶ καὶ ἑπτακόσια χρόνια. Στηριζόμενοι στὴν εὔνοια τῶν θεῶν, πού μας προστάτεψαν ἕως τώρα, καὶ στὴν βοήθεια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδίως τῶν Λακεδαιμονίων, θὰ προσπαθήσωμε νὰ σωθοῦμε. Σᾶς προτείνομε ὅμως νὰ γίνωμε φίλοι σας, νὰ μείνωμε οὐδέτεροι καὶ νὰ φύγετε ἀπὸ τὸ ἔδαφός μᾶς ἀφοῦ κάνωμε σπονδὲς ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα καὶ τῶν δυό μας.»

Αὐτὰ τὰ λίγα ἀποκρίθηκαν οἱ Μήλιοι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἀποχωρώντας ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν σύσκεψη εἶπαν:

«Ἀπὸ τὴν ἀπόφασή σας αὐτή, μᾶς φαίνεται ὅτι εἴσαστε οἱ μόνοι ἄνθρωποι ποὺ κρίνετε λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη περισσότερο τὰ μελλοντικὰ γεγονότα παρὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἔχετε μπροστά σᾶς καὶ νομίζετε ὅτι, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ τὰ ἐπιθυμεῖτε, πράγματα μελλοντικὰ καὶ ἀόριστα ἔχουν κιόλας συμβῆ. Στηρίξατε τὰ πάντα στοὺς Λακεδαιμονίους, στὴν τύχη καὶ στὶς ἐλπίδες σας καὶ θὰ χάσετε τὰ πάντα.»

Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἀθηναίων γύρισαν στὸ στρατόπεδο καὶ οἱ στρατηγοί, ἀφοῦ οἱ Μήλιοι δὲν εἶχαν ἐνδώσει σὲ τίποτε, ἄρχισαν ἀμέσως τὶς ἐπιχειρήσεις. Ἔχτισαν κυκλικὸ τεῖχος γύρω ἀπὸ τὴν πολιτεία, κατανέμοντας τὴν ἐργασία στὶς μονάδες τῶν διαφόρων πόλεων καὶ ὕστερα ἄφησαν φρουρά, δική τους καὶ συμμαχική, καὶ κατὰ γῆ καὶ κατὰ θάλασσα, καὶ ἀπέσυραν τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ στρατοῦ. Ἡ φρουρὰ ποὺ ἔμεινε ἐξακολούθησε τὴν πολιορκία.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ οἱ Ἀργεῖοι ἔκαναν εἰσβολὴ στὴν Φλιασία, ἀλλά οἱ Φλιάσιοι καὶ μερικοὶ Ἀργεῖοι φυγάδες τοὺς ἔστησαν ἐνέδρα καὶ σκότωσαν ὀγδόντα περίπου Ἀργείους. Οἱ Ἀθηναῖοι ποὺ ἦσαν στὴν Πύλο ἔκαναν ἐπιδρομὲς καὶ πῆραν πλούσια λεία ἀπό τους Λακεδαιμονίους. Οἱ Λακεδαιμόνιοι, ὅμως, οὔτε μ’ αὐτὴν τὴν αἰτία κατήγγειλαν τὴν εἰρήνη οὔτε ἄρχισαν ἐχθροπραξίες, ἀλλά ἔβγαλαν προκήρυξη ἐπιτρέποντας στοὺς πολίτες τους νὰ ληστεύουν τοὺς Ἀθηναίους. Οἱ Κορίνθιοι ἄρχισαν ἐχθροπραξίες ἐναντίον τῶν Ἀθηναίων ἐπειδὴ εἶχαν ἰδιαίτερες διαφορὲς μαζί τους. Οἱ ἄλλοι Πελοποννήσιοι δὲν ἀνέλαβαν δράση. Οἱ Μήλιοι κυρίεψαν, μὲ νυχτερινὴ ἒφοδο, τὸ μέρος τοῦ περιτειχίσματος ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν ἀγορά τους. Σκότωσαν μερικοὺς φρουρούς, μετάφεραν μέσα στὴν πολιτεία τοὺς σιτάρι καὶ ὅσα ἄλλα χρήσιμα ἐφόδια μποροῦσαν, ἀποσύρθηκαν κ’ ἒμειναν ἄπρακτοι. Μετὰ ἂπ’ αὐτό, οἱ Ἀθηναῖοι πῆραν μέτρα γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικότερη ἡ φρούρηση. Ἔτσι τελείωσε τὸ καλοκαίρι.

Τὸν ἑπόμενο χειμώνα οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐτοιμάστηκαν νὰ εἰσβάλουν στὴν ἀργολικὴ γῆ, ἀλλά οἱ θυσίες ποὺ ἔκαναν προτοῦ περάσουν τὰ σύνορα δὲν ἦσαν εὐνοϊκὲς καὶ γύρισαν πίσω. Οἱ Ἀργεῖοι, ἐξαιτίας τῆς ἑτοιμασίας αὐτῆς γιὰ εἰσβολὴ ὑποψιάστηκαν μερικοὺς ἀπό τους συμπολίτες τους. Συνέλαβαν μερικοὺς καὶ ἄλλοι πρόφτασαν νὰ φύγουν. Τὴν ἴδια ἐποχὴ οἱ Μήλιοι κατόρθωσαν, πάλι, νὰ κυριέψουν ἕνα μέρος τοῦ ἀθηναϊκοῦ περιτειχίσματος ὅπου ἦσαν λίγοι φρουροί. Μετὰ ἂπ’ αὐτὸ πῆγε καὶ ἄλλος στρατὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μὲ ἀρχηγὸ τὸν Φιλοκράτη τοῦ Δημέου καὶ ἡ πολιορκία ἔγινε στενότερη. Ἔγινε καὶ κάποια προδοσία καὶ οἱ Μήλιοι ἀναγκάστηκαν νὰ παραδοθοῦν στὴν διάκριση τῶν Ἀθηναίων, οἱ ὁποῖοι σκότωσαν ὅλους τοὺς ἐνηλίκους Μηλίους ποὺ ἔπιασαν καὶ ὑποδούλωσαν τὰ γυναικόπαιδα. Ἀργότερα, ἔστειλαν πεντακόσιους ἀποίκους καὶ τοὺς ἐγκατέστησαν στὸ νησί.




Πρωτότυπο Κείμενο

(5.84.1) Τοῦ δ’ ἐπιγιγνομένου θέρους Ἀλκιβιάδης τε πλεύσας ἐς Ἄργος ναυσὶν εἴκοσιν Ἀργείων τοὺς δοκοῦντας ἔτι ὑπόπτους εἶναι καὶ τὰ Λακεδαιμονίων φρονεῖν ἔλαβε τριακοσίους ἄνδρας, καὶ κατέθεντο αὐτοὺς Ἀθηναῖοι ἐς τὰς ἐγγὺς νήσους ὧν ἦρχον· καὶ ἐπὶ Μῆλον τὴν νῆσον Ἀθηναῖοι ἐστράτευσαν ναυσὶν ἑαυτῶν μὲν τριάκοντα, Χίαις δὲ ἕξ, Λεσβίαιν δὲ δυοῖν, καὶ ὁπλίταις ἑαυτῶν μὲν διακοσίοις καὶ χιλίοις καὶ τοξόταις τριακοσίοις καὶ ἱπποτοξόταις εἴκοσι, τῶν δὲ ξυμμάχων καὶ(5.84.2) νησιωτῶν ὁπλίταις μάλιστα πεντακοσίοις καὶ χιλίοις. οἱ δὲ Μήλιοι Λακεδαιμονίων μέν εἰσιν ἄποικοι, τῶν δ’ Ἀθηναίων οὐκ ἤθελον ὑπακούειν ὥσπερ οἱ ἄλλοι νησιῶται, ἀλλὰ τὸ μὲν πρῶτον οὐδετέρων ὄντες ἡσύχαζον, ἔπειτα ὡς αὐτοὺς ἠνάγκαζον οἱ Ἀθηναῖοι δῃοῦντες τὴν γῆν, ἐς πόλεμον (5.84.3) φανερὸν κατέστησαν. στρατοπεδευσάμενοι οὖν ἐς τὴν γῆν αὐτῶν τῇ παρασκευῇ ταύτῃ οἱ στρατηγοὶ Κλεομήδης τε ὁ Λυκομήδους καὶ Τεισίας ὁ Τεισιμάχου, πρὶν ἀδικεῖν τι τῆς γῆς, λόγους πρῶτον ποιησομένους ἔπεμψαν πρέσβεις. οὓς οἱ Μήλιοι πρὸς μὲν τὸ πλῆθος οὐκ ἤγαγον, ἐν δὲ ταῖς ἀρχαῖς καὶ τοῖς ὀλίγοις λέγειν ἐκέλευον περὶ ὧν ἥκουσιν.

(5.85.1) οἱ δὲ τῶν Ἀθηναίων πρέσβεις ἔλεγον τοιάδε. ’ἐπειδὴ οὐ πρὸς τὸ πλῆθος οἱ λόγοι γίγνονται, ὅπως δὴ μὴ ξυνεχεῖ ῥήσει οἱ πολλοὶ ἐπαγωγὰ καὶ ἀνέλεγκτα ἐσάπαξ ἀκούσαντες ἡμῶν ἀπατηθῶσιν (γιγνώσκομεν γὰρ ὅτι τοῦτο φρονεῖ ἡμῶν ἡ ἐς τοὺς ὀλίγους ἀγωγή), ὑμεῖς οἱ καθήμενοι ἔτι ἀσφαλέστερον ποιήσατε. καθ’ ἕκαστον γὰρ καὶ μηδ’ ὑμεῖς ἑνὶ λόγῳ, ἀλλὰ πρὸς τὸ μὴ δοκοῦν ἐπιτηδείως λέγεσθαι εὐθὺς ὑπολαμβάνοντες κρίνετε. καὶ πρῶτον εἰ ἀρέσκει ὡς λέ(5.86.1) γομεν εἴπατε.

‘οἱ δὲ τῶν Μηλίων ξύνεδροι ἀπεκρίναντο ’ἡ μὲν ἐπιείκεια τοῦ διδάσκειν καθ’ ἡσυχίαν ἀλλήλους οὐ ψέγεται, τὰ δὲ τοῦ πολέμου παρόντα ἤδη καὶ οὐ μέλλοντα διαφέροντα αὐτοῦ φαίνεται. ὁρῶμεν γὰρ αὐτούς τε κριτὰς ἥκοντας ὑμᾶς τῶν λεχθησομένων καὶ τὴν τελευτὴν ἐξ αὐτοῦ κατὰ τὸ εἰκὸς περιγενομένοις μὲν τῷ δικαίῳ καὶ δι’ αὐτὸ μὴ ἐνδοῦσι πόλεμον ἡμῖν φέρουσαν, πεισθεῖσι δὲ δουλείαν.‘

(5.87.1) {ΑΘ.} Εἰ μὲν τοίνυν ὑπονοίας τῶν μελλόντων λογιούμενοι ἢ ἄλλο τι ξυνήκετε ἢ ἐκ τῶν παρόντων καὶ ὧν ὁρᾶτε περὶ σωτηρίας βουλεύσοντες τῇ πόλει, παυοίμεθ’ ἄν· εἰ δ’ ἐπὶ τοῦτο, λέγοιμεν ἄν.

(5.88.1) {ΜΗΛ.} Εἰκὸς μὲν καὶ ξυγγνώμη ἐν τῷ τοιῷδε καθεστῶτας ἐπὶ πολλὰ καὶ λέγοντας καὶ δοκοῦντας τρέπεσθαι· ἡ μέντοι ξύνοδος καὶ περὶ σωτηρίας ἥδε πάρεστι, καὶ ὁ λόγος ᾧ προκαλεῖσθε τρόπῳ, εἰ δοκεῖ, γιγνέσθω.

(5.89.1) {ΑΘ.} Ἡμεῖς τοίνυν οὔτε αὐτοὶ μετ’ ὀνομάτων καλῶν, ὡς ἢ δικαίως τὸν Μῆδον καταλύσαντες ἄρχομεν ἢ ἀδικούμενοι νῦν ἐπεξερχόμεθα, λόγων μῆκος ἄπιστον παρέξομεν, οὔθ’ ὑμᾶς ἀξιοῦμεν ἢ ὅτι Λακεδαιμονίων ἄποικοι ὄντες οὐ ξυνεστρατεύσατε ἢ ὡς ἡμᾶς οὐδὲν ἠδικήκατε λέγοντας οἴεσθαι πείσειν, τὰ δυνατὰ δ’ ἐξ ὧν ἑκάτεροι ἀληθῶς φρονοῦμεν διαπράσσεσθαι, ἐπισταμένους πρὸς εἰδότας ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν.

(5.90.1) {ΜΗΛ.} Ἧι μὲν δὴ νομίζομέν γε, χρήσιμον (ἀνάγκη γάρ, ἐπειδὴ ὑμεῖς οὕτω παρὰ τὸ δίκαιον τὸ ξυμφέρον λέγειν ὑπέθεσθε) μὴ καταλύειν ὑμᾶς τὸ κοινὸν ἀγαθόν, ἀλλὰ τῷ αἰεὶ ἐν κινδύνῳ γιγνομένῳ εἶναι τὰ εἰκότα καὶ δίκαια, καί τι καὶ ἐντὸς τοῦ ἀκριβοῦς πείσαντά τινα ὠφεληθῆναι. καὶ (5.90.1.6) πρὸς ὑμῶν οὐχ ἧσσον τοῦτο, ὅσῳ καὶ ἐπὶ μεγίστῃ τιμωρίᾳ σφαλέντες ἂν τοῖς ἄλλοις παράδειγμα γένοισθε.

(5.91.1) {ΑΘ.} Ἡμεῖς δὲ τῆς ἡμετέρας ἀρχῆς, ἢν καὶ παυθῇ, οὐκ ἀθυμοῦμεν τὴν τελευτήν· οὐ γὰρ οἱ ἄρχοντες ἄλλων, ὥσπερ καὶ Λακεδαιμόνιοι, οὗτοι δεινοὶ τοῖς νικηθεῖσιν (ἔστι δὲ οὐ πρὸς Λακεδαιμονίους ἡμῖν ὁ ἀγών), ἀλλ’ ἢν οἱ ὑπήκοοί που (5.91.2) τῶν ἀρξάντων αὐτοὶ ἐπιθέμενοι κρατήσωσιν. καὶ περὶ μὲν τούτου ἡμῖν ἀφείσθω κινδυνεύεσθαι· ὡς δὲ ἐπ’ ὠφελίᾳ τε πάρεσμεν τῆς ἡμετέρας ἀρχῆς καὶ ἐπὶ σωτηρίᾳ νῦν τοὺς λόγους ἐροῦμεν τῆς ὑμετέρας πόλεως, ταῦτα δηλώσομεν, βουλόμενοι ἀπόνως μὲν ὑμῶν ἄρξαι, χρησίμως δ’ ὑμᾶς ἀμφοτέροις σωθῆναι.

(5.92.1) {ΜΗΛ.} Καὶ πῶς χρήσιμον ἂν ξυμβαίη ἡμῖν δουλεῦσαι, ὥσπερ καὶ ὑμῖν ἄρξαι;

(5.93.1) {ΑΘ.} Ὅτι ὑμῖν μὲν πρὸ τοῦ τὰ δεινότατα παθεῖν ὑπακοῦσαι ἂν γένοιτο, ἡμεῖς δὲ μὴ διαφθείραντες ὑμᾶς κερδαίνοιμεν ἄν.

(5.94.1) {ΜΗΛ.} Ὥστε [δὲ] ἡσυχίαν ἄγοντας ἡμᾶς φίλους μὲν εἶναι ἀντὶ πολεμίων, ξυμμάχους δὲ μηδετέρων, οὐκ ἂν δέξαισθε;

(5.95.1) {ΑΘ.} Οὐ γὰρ τοσοῦτον ἡμᾶς βλάπτει ἡ ἔχθρα ὑμῶν ὅσον ἡ φιλία μὲν ἀσθενείας, τὸ δὲ μῖσος δυνάμεως παράδειγμα τοῖς ἀρχομένοις δηλούμενον.

(5.96.1) {ΜΗΛ.} Σκοποῦσι δ’ ὑμῶν οὕτως οἱ ὑπήκοοι τὸ εἰκός, ὥστε τούς τε μὴ προσήκοντας καὶ ὅσοι ἄποικοι ὄντες οἱ πολλοὶ καὶ ἀποστάντες τινὲς κεχείρωνται ἐς τὸ αὐτὸ τιθέασιν;

(5.97.1) {ΑΘ.} Δικαιώματι γὰρ οὐδετέρους ἐλλείπειν ἡγοῦνται, κατὰ δύναμιν δὲ τοὺς μὲν περιγίγνεσθαι, ἡμᾶς δὲ φόβῳ οὐκ ἐπιέναι· ὥστε ἔξω καὶ τοῦ πλεόνων ἄρξαι καὶ τὸ ἀσφαλὲς ἡμῖν διὰ τὸ καταστραφῆναι ἂν παράσχοιτε, ἄλλως τε καὶ νησιῶται ναυκρατόρων καὶ ἀσθενέστεροι ἑτέρων ὄντες εἰ μὴ περιγένοισθε.

(5.98.1) {ΜΗΛ.} Ἐν δ’ ἐκείνῳ οὐ νομίζετε ἀσφάλειαν; δεῖ γὰρ αὖ καὶ ἐνταῦθα, ὥσπερ ὑμεῖς τῶν δικαίων λόγων ἡμᾶς ἐκβιβάσαντες τῷ ὑμετέρῳ ξυμφόρῳ ὑπακούειν πείθετε, καὶ ἡμᾶς τὸ ἡμῖν χρήσιμον διδάσκοντας, εἰ τυγχάνει καὶ ὑμῖν τὸ αὐτὸ ξυμβαῖνον, πειρᾶσθαι πείθειν. ὅσοι γὰρ νῦν μηδετέροις ξυμμαχοῦσι, πῶς οὐ πολεμώσεσθε αὐτούς, ὅταν ἐς τάδε βλέψαντες ἡγήσωνταί ποτε ὑμᾶς καὶ ἐπὶ σφᾶς ἥξειν; κἀν τούτῳ τί ἄλλο ἢ τοὺς μὲν ὑπάρχοντας πολεμίους μεγαλύνετε, τοὺς δὲ μηδὲ μελλήσαντας γενέσθαι ἄκοντας ἐπάγεσθε;

(5.99.1) {ΑΘ.} Οὐ γὰρ νομίζομεν ἡμῖν τούτους δεινοτέρους ὅσοι ἠπειρῶταί που ὄντες τῷ ἐλευθέρῳ πολλὴν τὴν διαμέλλησιν τῆς πρὸς ἡμᾶς φυλακῆς ποιήσονται, ἀλλὰ τοὺς νησιώτας τέ που ἀνάρκτους, ὥσπερ ὑμᾶς, καὶ τοὺς ἤδη τῆς ἀρχῆς τῷ ἀναγκαίῳ παροξυνομένους. οὗτοι γὰρ πλεῖστ’ ἂν τῷ ἀλογίστῳ ἐπιτρέψαντες σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς ἐς προῦπτον κίνδυνον καταστήσειαν.

(5.100.1) {ΜΗΛ.} Ἦ που ἄρα, εἰ τοσαύτην γε ὑμεῖς τε μὴ παυθῆναι ἀρχῆς καὶ οἱ δουλεύοντες ἤδη ἀπαλλαγῆναι τὴν παρακινδύνευσιν ποιοῦνται, ἡμῖν γε τοῖς ἔτι ἐλευθέροις πολλὴ κακότης καὶ δειλία μὴ πᾶν πρὸ τοῦ δουλεῦσαι ἐπεξελθεῖν.

(5.101.1) {ΑΘ.} Οὔκ, ἤν γε σωφρόνως βουλεύησθε· οὐ γὰρ περὶ ἀνδραγαθίας ὁ ἀγὼν ἀπὸ τοῦ ἴσου ὑμῖν, μὴ αἰσχύνην ὀφλεῖν, περὶ δὲ σωτηρίας μᾶλλον ἡ βουλή, πρὸς τοὺς κρείσσονας πολλῷ μὴ ἀνθίστασθαι.

(5.102.1) {ΜΗΛ.} Ἀλλ’ ἐπιστάμεθα τὰ τῶν πολέμων ἔστιν ὅτε κοινοτέρας τὰς τύχας λαμβάνοντα ἢ κατὰ τὸ διαφέρον ἑκατέρων πλῆθος· καὶ ἡμῖν τὸ μὲν εἶξαι εὐθὺς ἀνέλπιστον, μετὰ δὲ τοῦ δρωμένου ἔτι καὶ στῆναι ἐλπὶς ὀρθῶς.

(5.103.1) {ΑΘ.} Ἐλπὶς δὲ κινδύνῳ παραμύθιον οὖσα τοὺς μὲν ἀπὸ περιουσίας χρωμένους αὐτῇ, κἂν βλάψῃ, οὐ καθεῖλεν· τοῖς δ’ ἐς ἅπαν τὸ ὑπάρχον ἀναρριπτοῦσι (δάπανος γὰρ φύσει) ἅμα τε γιγνώσκεται σφαλέντων καὶ ἐν ὅτῳ ἔτι φυλάξεταί (5.103.2) τις αὐτὴν γνωρισθεῖσαν οὐκ ἐλλείπει. ὃ ὑμεῖς ἀσθενεῖς τε καὶ ἐπὶ ῥοπῆς μιᾶς ὄντες μὴ βούλεσθε παθεῖν μηδὲ ὁμοιωθῆναι τοῖς πολλοῖς, οἷς παρὸν ἀνθρωπείως ἔτι σῴζεσθαι, ἐπειδὰν πιεζομένους αὐτοὺς ἐπιλίπωσιν αἱ φανεραὶ ἐλπίδες, ἐπὶ τὰς ἀφανεῖς καθίστανται μαντικήν τε καὶ χρησμοὺς καὶ ὅσα τοιαῦτα μετ’ ἐλπίδων λυμαίνεται.

(5.104.1) {ΜΗΛ.} Χαλεπὸν μὲν καὶ ἡμεῖς (εὖ ἴστε) νομίζομεν πρὸς δύναμίν τε τὴν ὑμετέραν καὶ τὴν τύχην, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ἴσου ἔσται, ἀγωνίζεσθαι· ὅμως δὲ πιστεύομεν τῇ μὲν τύχῃ ἐκ τοῦ θείου μὴ ἐλασσώσεσθαι, ὅτι ὅσιοι πρὸς οὐ δικαίους ἱστάμεθα, τῆς δὲ δυνάμεως τῷ ἐλλείποντι τὴν Λακεδαιμονίων ἡμῖν ξυμμαχίαν προσέσεσθαι, ἀνάγκην ἔχουσαν, καὶ εἰ μή του ἄλλου, τῆς γε ξυγγενείας ἕνεκα καὶ αἰσχύνῃ βοηθεῖν. καὶ οὐ παντάπασιν οὕτως ἀλόγως θρασυνόμεθα.

(5.105.1) {ΑΘ.} Τῆς μὲν τοίνυν πρὸς τὸ θεῖον εὐμενείας οὐδ’ ἡμεῖς οἰόμεθα λελείψεσθαι· οὐδὲν γὰρ ἔξω τῆς ἀνθρωπείας τῶν μὲν ἐς τὸ θεῖον νομίσεως, τῶν δ’ ἐς σφᾶς αὐτοὺς βουλήσεως (5.105.2) δικαιοῦμεν ἢ πράσσομεν. ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξῃ τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῇ, ἄρχειν· καὶ ἡμεῖς οὔτε θέντες τὸν νόμον οὔτε κειμένῳ πρῶτοι χρησάμενοι, ὄντα δὲ παραλαβόντες καὶ ἐσόμενον ἐς αἰεὶ καταλείψοντες χρώμεθα αὐτῷ, εἰδότες καὶ ὑμᾶς ἂν καὶ ἄλλους ἐν τῇ αὐτῇ δυνάμει ἡμῖν γενομένους (5.105.3) δρῶντας ἂν ταὐτό. καὶ πρὸς μὲν τὸ θεῖον οὕτως ἐκ τοῦ εἰκότος οὐ φοβούμεθα ἐλασσώσεσθαι· τῆς δὲ ἐς Λακεδαιμονίους δόξης, ἣν διὰ τὸ αἰσχρὸν δὴ βοηθήσειν ὑμῖν πιστεύετε αὐτούς, μακαρίσαντες ὑμῶν τὸ ἀπειρόκακον οὐ (5.105.4) ζηλοῦμεν τὸ ἄφρον. Λακεδαιμόνιοι γὰρ πρὸς σφᾶς μὲν αὐτοὺς καὶ τὰ ἐπιχώρια νόμιμα πλεῖστα ἀρετῇ χρῶνται· πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους πολλὰ ἄν τις ἔχων εἰπεῖν ὡς προσφέρονται, ξυνελὼν μάλιστ’ ἂν δηλώσειεν ὅτι ἐπιφανέστατα ὧν ἴσμεν τὰ μὲν ἡδέα καλὰ νομίζουσι, τὰ δὲ ξυμφέροντα δίκαια. καίτοι οὐ πρὸς τῆς ὑμετέρας νῦν ἀλόγου σωτηρίας ἡ τοιαύτη διάνοια.

(5.106.1) {ΜΗΛ.} Ἡμεῖς δὲ κατ’ αὐτὸ τοῦτο ἤδη καὶ μάλιστα πιστεύομεν τῷ ξυμφέροντι αὐτῶν, Μηλίους ἀποίκους ὄντας μὴ βουλήσεσθαι προδόντας τοῖς μὲν εὔνοις τῶν Ἑλλήνων ἀπίστους καταστῆναι, τοῖς δὲ πολεμίοις ὠφελίμους.

(5.107.1) {ΑΘ.} Οὔκουν οἴεσθε τὸ ξυμφέρον μὲν μετ’ ἀσφαλείας εἶναι, τὸ δὲ δίκαιον καὶ καλὸν μετὰ κινδύνου δρᾶσθαι· ὃ Λακεδαιμόνιοι ἥκιστα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τολμῶσιν.

(5.108.1) {ΜΗΛ.} Ἀλλὰ καὶ τοὺς κινδύνους τε ἡμῶν ἕνεκα μᾶλλον ἡγούμεθ’ ἂν ἐγχειρίσασθαι αὐτούς, καὶ βεβαιοτέρους ἢ ἐς ἄλλους νομιεῖν, ὅσῳ πρὸς μὲν τὰ ἔργα τῆς Πελοποννήσου ἐγγὺς κείμεθα, τῆς δὲ γνώμης τῷ ξυγγενεῖ πιστότεροι ἑτέρων ἐσμέν.

(5.109.1) {ΑΘ.} Τὸ δ’ ἐχυρόν γε τοῖς ξυναγωνιουμένοις οὐ τὸ εὔνουν τῶν ἐπικαλεσαμένων φαίνεται, ἀλλ’ ἢν τῶν ἔργων τις δυνάμει πολὺ προύχῃ· ὃ Λακεδαιμόνιοι καὶ πλέον τι τῶν ἄλλων σκοποῦσιν (τῆς γοῦν οἰκείας παρασκευῆς ἀπιστίᾳ καὶ μετὰ ξυμμάχων πολλῶν τοῖς πέλας ἐπέρχονται), ὥστε οὐκ εἰκὸς ἐς νῆσόν γε αὐτοὺς ἡμῶν ναυκρατόρων ὄντων περαιωθῆναι.

(5.110.1) {ΜΗΛ.} Οἱ δὲ καὶ ἄλλους ἂν ἔχοιεν πέμψαι· πολὺ δὲ τὸ Κρητικὸν πέλαγος, δι’ οὗ τῶν κρατούντων ἀπορώτερος ἡ (5.110.2) λῆψις ἢ τῶν λαθεῖν βουλομένων ἡ σωτηρία. καὶ εἰ τοῦδε σφάλλοιντο, τράποιντ’ ἂν καὶ ἐς τὴν γῆν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τοὺς λοιποὺς τῶν ξυμμάχων, ὅσους μὴ Βρασίδας ἐπῆλθεν· καὶ οὐ περὶ τῆς μὴ προσηκούσης μᾶλλον ἢ τῆς οἰκειοτέρας ξυμμαχίδος τε καὶ γῆς ὁ πόνος ὑμῖν ἔσται (5.111.1) {ΑΘ.} Τούτων μὲν καὶ πεπειραμένοις ἄν τι γένοιτο καὶ ὑμῖν καὶ οὐκ ἀνεπιστήμοσιν ὅτι οὐδ’ ἀπὸ μιᾶς πώποτε (5.111.2) πολιορκίας Ἀθηναῖοι δι’ ἄλλων φόβον ἀπεχώρησαν. ἐνθυμούμεθα δὲ ὅτι φήσαντες περὶ σωτηρίας βουλεύσειν οὐδὲν ἐν τοσούτῳ λόγῳ εἰρήκατε ᾧ ἄνθρωποι ἂν πιστεύσαντες (5.111.2.4) νομίσειαν σωθήσεσθαι, ἀλλ’ ὑμῶν τὰ μὲν ἰσχυρότατα ἐλπιζόμενα μέλλεται, τὰ δ’ ὑπάρχοντα βραχέα πρὸς τὰ ἤδη ἀντιτεταγμένα περιγίγνεσθαι. πολλήν τε ἀλογίαν τῆς διανοίας παρέχετε, εἰ μὴ μεταστησάμενοι ἔτι ἡμᾶς ἄλλο τι (5.111.3) τῶνδε σωφρονέστερον γνώσεσθε. οὐ γὰρ δὴ ἐπί γε τὴν ἐν τοῖς αἰσχροῖς καὶ προύπτοις κινδύνοις πλεῖστα διαφθείρουσαν ἀνθρώπους αἰσχύνην τρέψεσθε. πολλοῖς γὰρ προορωμένοις ἔτι ἐς οἷα φέρονται τὸ αἰσχρὸν καλούμενον ὀνόματος ἐπαγωγοῦ δυνάμει ἐπεσπάσατο ἡσσηθεῖσι τοῦ ῥήματος ἔργῳ ξυμφοραῖς ἀνηκέστοις ἑκόντας περιπεσεῖν καὶ αἰσχύνην (5.111.4) αἰσχίω μετὰ ἀνοίας ἢ τύχῃ προσλαβεῖν. ὃ ὑμεῖς, ἢν εὖ βουλεύησθε, φυλάξεσθε, καὶ οὐκ ἀπρεπὲς νομιεῖτε πόλεώς τε τῆς μεγίστης ἡσσᾶσθαι μέτρια προκαλουμένης, ξυμμάχους γενέσθαι ἔχοντας τὴν ὑμετέραν αὐτῶν ὑποτελεῖς, καὶ δοθείσης αἱρέσεως πολέμου πέρι καὶ ἀσφαλείας μὴ τὰ χείρω φιλονικῆσαι· ὡς οἵτινες τοῖς μὲν ἴσοις μὴ εἴκουσι, τοῖς δὲ κρείσσοσι καλῶς προσφέρονται, πρὸς δὲ τοὺς ἥσσους μέτριοί (5.111.5) εἰσι, πλεῖστ’ ἂν ὀρθοῖντο. σκοπεῖτε οὖν καὶ μεταστάντων ἡμῶν καὶ ἐνθυμεῖσθε πολλάκις ὅτι περὶ πατρίδος βουλεύεσθε, ἧς μιᾶς πέρι καὶ ἐς μίαν βουλὴν τυχοῦσάν τε καὶ μὴ κατορθώσασαν ἔσται.

(5.112.1) Καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι μετεχώρησαν ἐκ τῶν λόγων· οἱ δὲ Μήλιοι κατὰ σφᾶς αὐτοὺς γενόμενοι, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς (5.112.2) παραπλήσια καὶ ἀντέλεγον, ἀπεκρίναντο τάδε. ’οὔτε ἄλλα δοκεῖ ἡμῖν ἢ ἅπερ καὶ τὸ πρῶτον, ὦ Ἀθηναῖοι, οὔτ’ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ πόλεως ἑπτακόσια ἔτη ἤδη οἰκουμένης τὴν ἐλευθερίαν ἀφαιρησόμεθα, ἀλλὰ τῇ τε μέχρι τοῦδε σῳζούσῃ τύχῃ ἐκ τοῦ θείου αὐτὴν καὶ τῇ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ Λακεδαιμονίων τιμωρίᾳ πιστεύοντες πειρασόμεθα σῴζεσθαι. (5.112.3) προκαλούμεθα δὲ ὑμᾶς φίλοι μὲν εἶναι, πολέμιοι δὲ μηδετέροις, καὶ ἐκ τῆς γῆς ἡμῶν ἀναχωρῆσαι σπονδὰς ποιησαμένους αἵτινες δοκοῦσιν ἐπιτήδειοι εἶναι ἀμφοτέροις.‘

(5.113.1) Οἱ μὲν δὴ Μήλιοι τοσαῦτα ἀπεκρίναντο· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι διαλυόμενοι ἤδη ἐκ τῶν λόγων ἔφασαν ’ἀλλ’ οὖν μόνοι γε ἀπὸ τούτων τῶν βουλευμάτων, ὡς ἡμῖν δοκεῖτε, τὰ μὲν μέλλοντα τῶν ὁρωμένων σαφέστερα κρίνετε, τὰ δὲ ἀφανῆ τῷ βούλεσθαι ὡς γιγνόμενα ἤδη θεᾶσθε, καὶ Λακεδαιμονίοις καὶ τύχῃ καὶ ἐλπίσι πλεῖστον δὴ παραβεβλημένοι καὶ πιστεύσαντες πλεῖστον καὶ σφαλήσεσθε.‘

(5.114.1) Καὶ οἱ μὲν Ἀθηναίων πρέσβεις ἀνεχώρησαν ἐς τὸ στράτευμα· οἱ δὲ στρατηγοὶ αὐτῶν, ὡς οὐδὲν ὑπήκουον οἱ Μήλιοι, πρὸς πόλεμον εὐθὺς ἐτρέποντο καὶ διελόμενοι κατὰ πόλεις περι(5.114.2) ετείχισαν κύκλῳ τοὺς Μηλίους. καὶ ὕστερον φυλακὴν σφῶν τε αὐτῶν καὶ τῶν ξυμμάχων καταλιπόντες οἱ Ἀθηναῖοι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀνεχώρησαν τῷ πλέονι τοῦ στρατοῦ. οἱ δὲ λειπόμενοι παραμένοντες ἐπολιόρκουν τὸ χωρίον.

(5.115.1) Καὶ Ἀργεῖοι κατὰ τὸν χρόνον τὸν αὐτὸν ἐσβαλόντες ἐς τὴν Φλειασίαν καὶ λοχισθέντες ὑπό τε Φλειασίων καὶ τῶν (5.115.2) σφετέρων φυγάδων διεφθάρησαν ὡς ὀγδοήκοντα. καὶ οἱ ἐκ τῆς Πύλου Ἀθηναῖοι Λακεδαιμονίων πολλὴν λείαν ἔλαβον· καὶ Λακεδαιμόνιοι δι’ αὐτὸ τὰς μὲν σπονδὰς οὐδ’ ὣς ἀφέντες ἐπολέμουν αὐτοῖς, ἐκήρυξαν δὲ εἴ τις βούλεται παρὰ σφῶν (5.115.3) Ἀθηναίους λῄζεσθαι. καὶ Κορίνθιοι ἐπολέμησαν ἰδίων τινῶν διαφορῶν ἕνεκα τοῖς Ἀθηναίοις· οἱ δ’ ἄλλοι Πελοποννήσιοι
(5.115.4) ἡσύχαζον. εἷλον δὲ καὶ οἱ Μήλιοι τῶν Ἀθηναίων τοῦ περιτειχίσματος τὸ κατὰ τὴν ἀγορὰν προσβαλόντες νυκτός, καὶ ἄνδρας τε ἀπέκτειναν καὶ ἐσενεγκάμενοι σῖτόν τε καὶ ὅσα πλεῖστα ἐδύναντο χρήσιμα ἀναχωρήσαντες ἡσύχαζον· καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἄμεινον τὴν φυλακὴν τὸ ἔπειτα παρεσκευάζοντο. καὶ τὸ θέρος ἐτελεύτα.

(5.116.1) Τοῦ δ’ ἐπιγιγνομένου χειμῶνος Λακεδαιμόνιοι μελλήσαντες ἐς τὴν Ἀργείαν στρατεύειν, ὡς αὐτοῖς τὰ διαβατήρια [ἱερὰ ἐν τοῖς ὁρίοις] οὐκ ἐγίγνετο, ἀνεχώρησαν. καὶ Ἀργεῖοι διὰ τὴν ἐκείνων μέλλησιν τῶν ἐν τῇ πόλει τινὰς ὑποπτεύσαντες τοὺς μὲν ξυνέλαβον, οἱ δ’ αὐτοὺς καὶ διέφυγον.

(5.116.2) καὶ οἱ Μήλιοι περὶ τοὺς αὐτοὺς χρόνους αὖθις καθ’ ἕτερόν τι τοῦ περιτειχίσματος εἷλον τῶν Ἀθηναίων, παρόντων οὐ (5.116.3) πολλῶν τῶν φυλάκων. καὶ ἐλθούσης στρατιᾶς ὕστερον ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἄλλης, ὡς ταῦτα ἐγίγνετο, ἧς ἦρχε Φιλοκράτης ὁ Δημέου, καὶ κατὰ κράτος ἤδη πολιορκούμενοι, γενομένης καὶ προδοσίας τινός, ἀφ’ ἑαυτῶν ξυνεχώρησαν τοῖς Ἀθηναίοις (5.116.4) ὥστε ἐκείνους περὶ αὐτῶν βουλεῦσαι. οἱ δὲ ἀπέκτειναν Μηλίων ὅσους ἡβῶντας ἔλαβον, παῖδας δὲ καὶ γυναῖκας ἠνδραπόδισαν· τὸ δὲ χωρίον αὐτοὶ ᾤκισαν, ἀποίκους ὕστερον πεντακοσίους πέμψαντες.

Θουκυδίδου Ἰστορία, ἐκδόσεις Ἠριδανός, μετάφραση Ἄγγελου Βλάχου

Πηγή: Αγία Ζώνη

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.