Από τη στιγμή που παύουν να ακολουθούν
το νήμα τών ποιητών τους οι λαοί βαδίζουν κατευθείαν στην άβυσσο

Στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» ο Οδυσσέας Ελύτης διηγείται με τη δική του ποιητική ματιά, που είναι σαρωτική, μια δεκαετία η οποία στην ελληνική ιστορία καταλαμβάνει μια από τις σημαντικότερες θέσεις. Οι εκπρόσωποί της –τόσο ανομοιογενείς– ωστόσο, ανατρέπουν το παρελθόν και, όντας ευαίσθητοι δέκτες των νέων ρευμάτων της Ευρώπης, φέρνουν μια

αναγεννησιακή επανάσταση στον χώρο του πνεύματος και της τέχνης με την ελληνική σφραγίδα. Ο Ελύτης περιγραφικός, και με απαράμιλλη ευαισθησία και λυρικότητα, καταγράφει την εποχή του που συμπεριλαμβάνει και έναν πόλεμο στον οποίο ο ίδιος συμμετείχε ενεργά.
Παρελαύνουν από το «Χρονικό» οι αγαπημένοι του φίλοι και σαν τον καλύτερο φωτογράφο και τον καλύτερο ακτινολόγο που φωτίζει τα εσώτατα, μας «εκθέτει» αυτές τις μεγάλες θεότητες του πνεύματος (Σεφέρη, Σικελιανό, Γκάτσο, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο και τόσους τόσους άλλους), και βεβαίως των Τεχνών (από τον Χατζιδάκι μέχρι τον Πικάσο). Η Τύχη μας δίνει θερμούς εναγκαλισμούς και ο θαυμασμός περίσσιος για τούτα τα ιερά τέρατα που βρέθηκαν την ακριβή στιγμή να συνυπάρξουν σε μια «μυστική» συνομιλία και να μας αφήσουν ανεκτίμητης αξίας κληρονομιά. Είναι αυτό από μόνο του ένα τόσο ενδιαφέρον και θα λέγαμε καθηλωτικό ανάγνωσμα που μας παρασύρει και αναγκαστικά μας τσιμπούν κάτι βελόνες ζήλιας, με την καλή έννοια εννοείται.

Η αυτοβιογραφία του ξετυλίγει ταυτόχρονα με καθαρότητα –έχοντας το ένα του πόδι στον υπερρεαλισμό και δεδομένη για εκείνον την αγαπημένη του Ελλάδα άτρωτη στα χρόνια– και την αναζήτηση της ιδιωτικής του οδού, τον «εσωτερικό του σπαραγμό» και τη δημιουργική του αγωνία, προκειμένου να ολοκληρώσει την ταυτότητα του Ποιητή, που η επέκτασή του είναι ο ίδιος ο Άνθρωπος, όπως εκείνος λέει, έμπλεη «στιλπνότητας και μαρμαρυγής».
Ξεκινάμε με κάτι μικρά και απλά ψήγματα, γιατί στα δύο του πεζά βιβλία («Εν Λευκώ» και «Ανοιχτά Χαρτιά») ο Ελύτης αποκαλύπτεται με γητευτική ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια για όσους μπορούν να διαβάσουν τις λέξεις, τα νοήματα, και πάνω από αυτά. Πόσο τον ευγνωμονούμε για αυτή τη μοιρασιά!

Ο ποιητής, «χορηγός οξυγόνου», χτυπημένος «από το ζώδιο του βέλους του ατέρμονος και του φλεγομένου», ήθελε να «ξορκίσει με κάθε μέσο τα γηρατειά του κόσμου» και «φιλοδοξούσε να εμβολιάσει τη ζωή με τον ορό της Μαγείας». Να «υπερκεράσει τους συντακτικούς κανόνες σε όφελος του ακαριαίου της ψυχής, η συντομία στην υπηρεσία του ονείρου. Και πάνω από όλα: η αναπαρθένευση».

•Η δυσκολία τού να προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα – το κυριότερο κακό που τον έκανε ποιητή– μετατρέπεται σε δύναμη που τον εξαπολύει χιλιάδες μίλια μακριά, πέραν από τους φραγμούς του Ανεκδήλωτου, του λύνει τη γλώσσα, τον καθιστά ικανό ν’ ασκήσει την αντρεία του πνεύματος και συνάμα να μείνει μάγος που γοητεύει και αηδόνι που κελαηδεί.

•Δεν κερδίζεις το μέλλον, μονάχα, με μιαν επανάσταση, όταν πετύχει· κερδίζεις και το παρελθόν.
•Μια ήττα, εάν δένει τα χέρια σου, λύνει την ψυχή σου και τη στήνει ψηλά να καραδοκεί την αντεκδίκηση.
•Είναι μα την αλήθεια περίεργο αυτό που συμβαίνει με τον άνθρωπο. Του είναι δύσκολο, του είναι αδύνατον να πιστέψει ότι αυτά που φαντάζεται είναι ίδια μ’ αυτά που βλέπει. Να παραδεχθεί ότι τα φυσικά φαινόμενα είναι κι αυτά φαινόμενα του πνεύματος. Και προτιμά να επαναλάβει δυο φορές την αθλιότητα της ζωής του –μια για λογαριασμό του και μια για λογαριασμό της τέχνης του– παρά να τη μεταβάλει σε μιαν άλλη, διαφορετική πραγματικότητα, πλάθοντας, όπως θα μπορούσαμε να πούμε, από δυο σίγουρες φθορές μιαν ενδεχόμενη διάρκεια.

•Και παραμένει το ερώτημα: τι είναι προτιμότερο; Το κύμα, παρ’ όλο τον κίνδυνο να κάνεις νερά, ή η μπουνάτσα, με τη σιγουριά και την ανία της; Να είναι ο ελεύθερος σκοπευτής μέσα στην έκφραση ή ο μελλοντικός της συνταξιούχος; Επειδή και τα δύο δεν γίνονται.

•Ο συρμός είχε λανσάρει ένα κοστούμι που δε μου πήγαινε καθόλου. Χίλιες φορές να έμενα γυμνός. […] Το φαινόμενο της γλώσσας έβλεπα να παίρνει άλλες διαστάσεις που δεν τις υποψιαζόμουνα.
Μ’ ενδιέφερε το μυστήριο της γέννησης των πραγμάτων μέσ’ απ’το βάφτισμά τους στο αναγάλλιασμα εκείνο της ψυχής που είναι ο φθόγγος. Η λέξη που λειαίνεται, όπως η πέτρα, στα χείλη του λαού· στα χείλη και στα δόντια, κάτι ολόιδιο μ’ αυτό που σε παρορμά να πολεμάς ή να ερωτεύεσαι έτσι κι όχι αλλιώς. Εσύ και ο άνθρωπος της ομάδας όπου ανήκεις. Όλοι. Πιστοί, θέλοντας και μη, σ’ αυτά τα δέντρα, σ’ αυτά τα κύματα, σ’ αυτό το φως, σ’ αυτή την ιστορία.
Ω, ναι, σε έσχατη ανάλυση, η γλώσσα ήταν ήθος. Και το ήθος της ελληνικής γλώσσας, όπως το ένιωθα ν’ απελευθερώνεται μέσ’ από τους πλατωνικούς διαλόγους, και να φτάνει ανεμπόδιστο και αδιάφθορο ίσαμε τον Σολωμό, αποστράκιζε όλων των λογιών τα βόλια που σφυρίζανε την ώρα εκείνη στον ουρανό της Ευρώπης.

•«Καθένας όπως νιώθει» συνηθίζουν να λένε. Κι εγώ ένιωθα πολίτης τ’ ουρανού. Ένα σκαλοπάτι πιο πάνω απ’ την αντίληψη ότι η Ποίηση είναι μια απλή εξομολόγηση, έβλεπα ν’ αλλάζει ο ορίζοντας κι ολόκληρο το τοπίο, ακριβώς όπως από την κορυφή ενός νησιού στα δικά μας τα μέρη όπου, άξαφνα, οι γνώριμες προεξοχές της στεριάς αλλάζουνε σχήμα, σου αποκαλύπτονται ανυποψίαστοι όρμοι και κάβοι, μακρινές ράχες άλλων νησιών, ένας καινούργιος, πιο πλατύς και πιο πλούσιος στην ποικιλομορφία του κόσμος. Κι η κρησάρα της συνείδησης ν’ απορρίπτει, όσο που μια μέρα να νιώσεις τον εαυτό σου καθαρό και διάφανο, τέτοιον που όλες οι μυστικές σου ροπές τον θέλανε, και που όλες οι συνθήκες γύρω σου συνωμοτούσαν να τον παραλλάξουν. Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο, ν’ αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει, χωρίς να σε παραχαράξει.

•Σήμερα, το αίμα που κάλυψε το μελάνι έδειξε ότι δε βρίσκεις –αλίμονο– ποτέ την αλήθεια όταν αντιπορεύεσαι τα φυσικά κινήματα της ψυχής σου.
•Αν υπάρχει μια ανθρωπιστική άποψη για την αποστολή της Τέχνης μόνον έτσι, πιστεύω, μπορεί να νοηθεί. Σα μια λειτουργία αόρατη και πανομοιότυπη του μηχανισμού που ονομάζουμε «Δικαιοσύνη», και δε μιλώ φυσικά για τη «Δικαιοσύνη» των Δικαστηρίων, αλλά για την άλλη, που συντελείται αργά και ίδιο επώδυνα μέσα στις διδασκαλίες των μεγάλων ταγών της ανθρωπότητας, μέσα στους πολιτικούς αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα στα πιο ψηλά ποιητικά επιτεύγματα.

Από μια τόσο μεγάλη προσπάθεια οι σταγόνες το φως πέφτουν αργά κάθε τόσο μέσα στη μεγάλη νύχτα της ψυχής, όπως οι σταγόνες το λεμόνι μέσα στο μολυσμένο νερό.
•Εκείνο που πρέπει να γίνεται, και να γίνεται αδιάκοπα, ατέρμονα, χωρίς την παραμικρή διάλειψη, είναι η αντιδουλικότητα, η αδιαλλαξία, η ανεξαρτησία. Η Ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της Υπερηφάνειας.
«Ανοιχτά Χαρτιά», Το Χρονικό μιας δεκαετίας
Μαρίνα Αθ. Μαραγκού TEXNOGRAFIA

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΑ: Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Αξιον Εστί !

‘Μονάχη έγνοια μου η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα σοι» – Οδυσσέας Ελύτης

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.