Πουρπούρης, Δωδεκαήμερο, Ισάακιο Διδυμότειχο Έβρου (Ανατολική Θράκη, Κουρτκιοί). Κολοκύθα, κέρατα κριαριού, ύφασμα, χρώμα, τρίχες αλόγου, 0,80×0,50 μ. Αυθεντική μάσκα από τη συλλογή του Γιώργη Μελίκη.

Η «Μπάμπω» και ο «Πουρπούρης»

Τα έθιμα των Χριστουγέννων και τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια αποτέλεσαν κομμάτι της συλλογικής μνήμης του Θρακικού ελληνισμού, διέφεραν πολλές φορές από χωριό σε χωριό, σχηματίζοντας έναν πυρήνα μιας χειμαρρώδους λαϊκής παράδοσης που εστιαζόταν κυρίως στα χωριά του βόρειου Έβρου και διατηρήθηκε αναλλοίωτη μέχρι τη δεκαετία του 1970.


Όπως εξηγεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εκπαιδευτικός, λαογράφος, συγγραφέας και χοροδιδάσκαλος, Δημήτρης Βραχιόλογλου, οι προετοιμασίες των Χριστουγέννων στη Θράκη, κυρίως για τα μικρά αγόρια αλλά και για τα παλικάρια μέχρι την ηλικία που θα πήγαιναν στον στρατό, άρχιζαν 40 μέρες νωρίτερα από τη γέννηση του Χριστού. Ήταν οι ομάδες που θα συγκεντρώνονταν στα καφενεία, στα σπίτια ή ακόμα και έξω στους δρόμους, για να κάνουν πρόβες για τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, τα «κόλιαντα», όπως ήταν γνωστά στη Θράκη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στο χωριό Μάνη της επαρχίας Διδυμοτείχου, έχουν καταγραφεί πάνω από 45 χριστουγεννιάτικα τραγούδια τα οποία τραγουδιόντουσαν αποκλειστικά σε αυτό το χωριό. Η κάθε ομάδα έπρεπε να μάθει τα ίδια λόγια με τα οποία θα έμπαινε στα σπίτια και τις αυλές των σπιτιών γιατί έπρεπε να πούνε πολλά χριστουγεννιάτικα τραγούδια για όλα τα μέλη της οικογένειας που επισκεπτόταν.

Έθιμα που έφεραν μαζί τους και οι ξεριζωμένοι προσφυγικοί πληθυσμοί από την παρέβρια περιοχή της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 από τη Νέα Βύσσα του βόρειου Έβρου μέχρι το Φυλαχτό στο νότο και από τις Φέρες μέχρι την Ξάνθη.

Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, κυρίως τα μικρά παιδιά με τους μπαμπάδες τους, ξεχύνονταν μέσα στα χωριά κρατώντας χοντρά και μακριά ξύλα τις γνωστές μας «τζουμάκες» ή «ζουπανίκες». Τα ξύλα αυτά δεν συμβόλιζαν μόνο τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου, ήταν και τα προστατευτικά τους από τις επιθέσεις των σκυλιών. Με αυτές τις «ζουπανίκες» χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών για να τους ανοίξουν.

Στο Πύθιο, χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού, για να πουν τα «κόλιντα». Λέγαν λοιπόν τα Πυθιωτάκια: «Κόλιντα μπάμπου, τσικ, τσικ, τσικ». Στη Νέα Βύσσα, της επαρχίας Ορεστιάδας, τα μικρά παιδιά, κρατώντας το καθένα από μακριά βέργα, που στην άκρη κατέληγε σε θύσανο, την παραμονή των Χριστουγέννων, λέγανε το: «Κο, κο, κο – Μπι, μπι, μπι – Τικ, τικ, τικ – Κόλιντρα – Να τη φαν τα σκυλιά – Κι την αλιπούς – Πούφαγε μια πουλιά – Κι έναν κουτσοπέτεινου».

Τα πολύ μικρά αυτά «τραγούδια», κατάλληλα όμως για την ηλικία τους, τα λέγανε τα αγοράκια από τις πρώτες πρωινές ώρες της Παραμονής μέχρι το μεσημέρι. Από εκεί και μετά είχαν το λόγο οι παρέες των μεγάλων παιδιών, των παλικαριών, που τραγουδούσαν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια τους από το βράδυ της Παραμονής, όλη τη νύχτα μέχρι και ολόκληρη την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.

Στα χωριά των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη τα αγόρια έλεγαν τα δικά τους «κόλιντα», σαν αυτό που λένε ακόμα στο Φυλακτό, χωριό του δήμου Σουφλίου στο νομού Έβρου: «Κόλιντα μπάμπου – Δος μας μια κλουρίτσα – Ας είνι σταρίσια – Ας είνι καλαμποκίσια – Κόλιντα μπάμπου».

Το Δωδεκαήμερο ξεκινά από την παραμονή των Χριστουγέννων και φτάνει μέχρι και τα Φώτα. Το Δωδεκαήμερο, όπως αναφέρει ο κ. Βραχιόλογλου, άρχιζε από την Παραμονή των Χριστουγέννων, με το σφάξιμο των γουρουνιών που κυριαρχούσε τη μέρα αυτή σε όλα τα χωριά αλλά και σε πόλεις της Θράκης. Οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι ή ομάδες μικρές ανδρών έσφαζαν τα γουρούνια τα δικά τους, των συγγενών τους, αλλά και γενικά όλου του χωριού. Όλοι τρέφανε γουρούνια στα σπίτια τους, στα κουμάσια, «γιατί Χριστούγεννα χωρίς χοιρινό κρέας στο σπίτι δεν μπορούσαν να νοηθούν».

Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων, το τραπέζι σε κάθε σπίτι έπρεπε να είχε επάνω εννιά φαγητά. Όλα νηστίσιμα και αμαγείρευτα για να βρίσκονται στο σπίτι όλο το χρόνο πολλά φαγητά. Το μόνο μαγειρεμένο φαγητό σε ορισμένα χωριά ήταν τα φασούλια. Βέβαια το κάθε φαγητό ξεχωριστά συμβόλιζε και κάτι για την αγροτική οικογένεια. Τα εννιά φαγητά, θέλει να πιστεύει ο λαός ότι συμβολίζουν τα εννέα μέρη που επισκέφθηκαν ο Χριστός, η Παναγία και ο Ιωσήφ κατά τον διωγμό του Ηρώδη. Κατ’ άλλους βέβαια συμβολίζουν και την εννεάμηνη κύηση της Παναγίας.

Τα πιο συνηθισμένα φαγητά πάνω στο στρωμένο τραπέζι της Παραμονής των Χριστουγέννων ήταν η πίτα, το μέλι, το κρασί για να απλώσει η οικογένεια σαν την κληματαριά, το σαραγλί για να φερόμαστε πάντα γλυκά τους επισκέπτες μας, το καρπούζι για να είναι γλυκιά η οικογένεια αλλά και η παραγωγή σαν το καρπούζι. Το πεπόνι, το μήλο για να έχουν τα μέλη της οικογένειας κόκκινα μάγουλα, το σκόρδο για να προστατεύονται από τα τσιμπήματα των εντόμων, το κρεμμύδι για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα. Αυτά πίστευαν και πιστεύουν στο Πραγγί της επαρχίας Διδυμοτείχου. Συμπλήρωμα των φαγητών ήταν η μπουγάτσα ή το χριστόψωμο το οποίο έκοβε ο νοικοκύρης το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και πριν αρχίσει το φαγητό.

Η «Μπάμπω» ήταν το πρώτο φαγητό που θα έτρωγε η οικογένεια μετά από τη νηστεία των 40 ημερών, μάλιστα το έβραζαν όλη τη νύχτα σε σιγανή φωτιά για να είναι έτοιμο όταν θα γύριζε η οικογένεια από την εκκλησία.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό φαγητό ήταν η «Πουσουρτί», που αποτελείται από χοιρινό κρέας, το οποίο διατηρούνταν μέσα στο λίπος του μέχρι και το Πάσχα, η χοιρινή μπριζόλα και το κόκκινο κρασί.

Στη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, οι μεταμφιέσεις ήταν οι χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της γιορταστικής αυτής περιόδου. Οι μεταμφιεσμένοι θύμιζαν στους συγχωριανούς τους τη μεγάλη μέρα της Χριστιανοσύνης.

Τέτοιο έθιμο ήταν ο «Πουρπούρης», που αναπαριστούσαν οι κάτοικοι του Ισαακίου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, πολλές φορές, όμως, και την τρίτη. Ένα προσφυγικό έθιμο που το έφεραν το 1922 οι «Σακπασιώτες» από τα εφτά απέναντι χωριά της Ανατολικής Θράκης, όταν μετεγκαταστάθηκαν στις καινούργιες τους πατρίδες στη Δυτική Θράκη.

Ο «Πουρπούρης» φορούσε προβιά ή κάπα τσομπάνη μια μάσκα από νεροκολοκύθα και κουδούνια στη μέση, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, με τη συνοδεία νέων του χωριού και έλεγε τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

«Η λαογραφία, έστω και έμμεσα, βρίσκει πρόσφορο πεδίο στην οικογένεια τόσο των χωριών όσο και των αστικών κέντρων. Ασυνείδητα ή και συνειδητά ορισμένες φορές, οι άνθρωποι συνεχίζουν αυτό που οι γονείς και οι παππούδες τους έκαναν πριν από πάρα πολλά χρόνια. Χάρη στους πολυάριθμους πολιτιστικούς συλλόγους των χωριών και των πόλεων κρατούνται ζωντανές παραδόσεις με τις οποίες μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν ολόκληρες γενιές», καταλήγει ο κ. Βραχιόλογλου.

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.