Από την καθομιλουμένη έως τον γραπτό λόγο συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε φράσεις, γνωμικά, ρητά, παροιμίες που παρήλασαν ανά τους αιώνες στη γλώσσα μας από τις εκάστοτε γενιές ανθρώπων που περπάτησαν σε τούτη τη χώρα. Σίγουρα γεννάται η απορία πώς κατάφεραν να επιβιώνουν σε όλη αυτή τη διαδρομή, η αφετηρία της οποίας βρίσκεται χιλιάδες χρόνια πίσω και, παρά τη μη σημερινή χρήση αυτών των μορφών της γλώσσας μας, π.χ.  έπεα πτερόεντα που ο ποιητής Όμηρος μας διαφυλάσσει, οι μεγάλοι κλασικοί, τα θρησκευτικά βιβλία ή ακόμη ο ίδιος ο λαός πολύ παλαιών εποχών, με συνέπεια εξακολουθούμε να τις συναναστρεφόμαστε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Πρόκειται για  μέγα θαύμα και αξία πραγματικά ανυπολόγιστη. 

Μάλιστα αυτές τις φράσεις τις διατυπώνουμε όταν θέλουμε να ζωντανέψουμε τον λόγο ή τη γραφή μας, προκειμένου να αποδοθούν πιο εμφαντικά, πιο παραστατικά. Ο χρόνος τα σμίλεψε επιμελώς καθιστώντας τα παραδεκτά από όλους και, φυσικά, φράσεις αναφοράς. Είναι μια παρακαταθήκη, τόσο έτοιμα και τόσο ουσιώδη, που ξεπροβάλλουν με ευκολία στη γλώσσα μας αντί για περιφράσεις  που χάνονται στη μετάφραση του νοήματός μας.  Παρεμβάλλονται αβασάνιστα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του λεξιλογίου μας.

Υπό την κυριαρχία των σκέψεων αυτών, αναζητήσαμε επισταμένως συνήθεις φράσεις, τις επιλέξαμε και τις αναλύουμε παρακάτω, ανασκαλεύοντας τη μήτρα τους, το πότε, το πού, και γιατί ειπώθηκαν. Χωρίς ίχνος υποβόσκουσας παντογνωσίας, και μη διεκδικώντας το αλάθητο, προσπαθήσαμε να αποδοθούν σωστά, ως ώφειλε, και με στόχο να μη χρησιμοποιούνται λάθος και στο νόημα αλλά και στο αυτούσιό τους. Εν μέσω γενικών διαστρεβλώσεων και συγχύσεων, φορτώνονται και αυτά με την ίδια τύχη.

Αιδώς Αργείοι, Ντροπή  σας Έλληνες! Είναι επιτιμητική φράση που λέγεται στην Ιλιάδα για τους Αργείους, που για τον Όμηρο ήταν οι  Έλληνες. Την απευθύνουν με τα ίδια λόγια πρώτα η Ήρα με τη φωνή του Στέντορα (Ε 787) και μετά ο Αγαμέμνων (Θ 228): «Αἰδὼς Ἀργεῖοι, κάκ᾽ ἐλέγχεα., εἶδος ἀγητοί», σε μετάφραση του Παπύρου: «Ντροπή σας Αργείοι, άνανδροι και επονείδιστοι, μόνο στην όψη θαυμαστοί!».  Έπειτα ο Ποσειδών: «Αἰδώς Ἀργεῖοι, κοῦροι νέοι·» (Ν 95). Τέλος, το επαναλαμβάνει ο Αίας: «Αἰδώς Ἀργεῖοι· νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι/ηέ σαωθήναι και απώσασθαι κακά νηών»  (Ο 502, 503), «Ντροπή, Αργείοι· Τώρα είμαστε έτοιμοι να χαθούμε ή να σωθούμε και να διώξουμε από τα πλοία μας το κακό».

Άχθος αρούρης, Βάρος της γης, άχρηστος άνθρωπος.
Βρίσκεται στην ΙλιάδαΣ,104. Ο Αχιλλέας θρηνεί για τον θάνατο του Πατρόκλου και συνομιλώντας με τη μητέρα του νιώθει τη ματαιότητα της ζωής και ότι έχει γίνει βάρος της γης: «ἀλλ᾽ ἧμαι παρὰ νηυσὶν ἐτώσιον ἄχθος ἀρούρης», «αλλά κάθομαι δίπλα στα πλοία ένα άχρηστο φορτίο της γης».

 Επί ξυρού ακμής, στην κόψη του ξυραφιού, σε κρίσιμο σημείο. Θέμα ζωής και θανάτου. Ομηρική φράση που ειπώθηκε από τον Νέστορα στην προσπάθειά του να ξυπνήσει τον Διομήδη  και να τον ξεσηκώσει για να αντιμετωπίσουν τον αιφνιδιασμό των Τρώων.

Εμφανίζεται στην Ιλιάδα Κ 173-174: «νῦν γὰρ δὴ πάντεσσιν ἐπὶ ξυροῦ ἵσταται ἀκμῆς
ἢ μάλα λυγρὸς ὄλεθρος Ἀχαιοῖς ἠὲ βιῶναι.», «τώρα πραγματικά για όλους τους Αχαιούς στην κόψη του ξυραφιού στέκεται ή θλιβερός χαμός ή σωτηρία».
Των οικιών ημών εμπιπραμένων υμείς άδετε; – Τα σπίτια μας καίγονται και εσείς τραγουδάτε; Χρησιμοποιείται ειρωνικά για ανθρώπους  που καταπιάνονται με ασήμαντα θέματα, ενώ αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα.
Προέρχεται από τον Μύθο του Αισώπου Κοχλίαι: «Γεωργοῦ παῖς κοχλίας ὤπτα· ἀκούσας δὲ αὐτῶν τριζόντων ἔφη· “Ὦ κάκιστα ζῷα, τῶν οἰκιῶν ὑμῶν ἐμπιπραμένων, αὐτοὶ ᾄδετε;”.», «Παιδί γεωργού που έψηνε σαλιγκάρια, όταν τα άκουσε να τσιτσιρίζονται είπε: “Ω κάκιστα ζώα, τα σπίτια σας καίγονται και εσείς τραγουδάτε;”».

Αρχή άνδρα δείκνυσι, η ποιότητα του ανδρός φαίνεται μόνο όταν αναλάβει αξιώματα και εξουσία. Τα διάφορα γνωμικολογικά το αποδίδουν σε δύο από τους Επτά Σοφούς, ή στον Βίαντα τον Πριηνέα (6ος  αι. π.Χ.) ή στον Πιττακό τον Μυτιληναίο (περίπου 650-570 π.Χ.).  Το βέβαιο είναι ότι αναφέρεται στον Αριστοτέλη και στα Ηθικά Νικομάχεια: «αρχή άνδρα δείξει», και, με ανάλογο νόημα, στην Αντιγόνη του Σοφοκλή175-177: «ἀμήχανον δὲ παντὸς ἀνδρὸς ἐκμαθεῖν  ψυχήν τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην, πρὶν ἂν ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ», «Δεν είναι δυνατόν να µάθει κανείς την ψυχή, τις ιδέες και τη γνώµη ενός ανθρώπου, προτού αυτός δοκιµαστεί στην άσκηση της εξουσίας και των νόμων».

Εις αύριον τα σπουδαία, με την έννοια ότι δεν πρέπει να αναβάλλουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε, επειδή μετά μπορεί να μας κοστίσει ακριβά.

Αρχαία παροιμία, όπως γράφει ο Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.) στο έργο του Βίοι Παράλληλοι,  Πελοπίδας-Μάρκελλος: «ὁ Ἀρχίας μειδιάσας“οὐκοῦν εἰς αὔριον” ἔφη“τὰ σπουδαῖα”». Μια ιστορική φράση του Θηβαίου ολιγαρχικού Αρχία στον «γραμματοφόρο» που του κόμισε την επιστολή, στη διάρκεια συμποσίου, με την οποία  τον ειδοποιούσαν ότι εξυφαινόταν συνωμοσία εναντίον του. Εκείνο το βράδυ ο Αρχίας δολοφονήθηκε.
Ώδινεν όρος, Ζευς δ’εφοβείτο, το δ’  έτεκε μυν, κοιλοπονούσε το όρος, ο Ζευς φοβόταν, και γέννησε ποντικό. Ο μεθερμηνευόμενον: ιδιαίτερα εντυπωσιακές προσπάθειες που καταλήγουν σε ασήμαντο αποτέλεσμα.

Αρχαία ελληνική παροιμία που τη συναντούμε πάλι στους Βίους Παράλληλους Αγησίλαοςτου Πλουτάρχου,  όπου κατ’ αυτόν οι Αιγύπτιοι ηγεμόνες ανέφεραν το μυθολογούμενο, όπως το διατυπώνει, όταν αντίκρισαν πρώτη φορά τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο, απογοητευμένοι από την ευτελή ενδυμασία του και την εν γένει εμφάνισή του: «τὸ μυθολογούμενον ὠδίνειν ὄρος, εἶτα μῦν ἀποτεκεῖν». Την ίδια αναφορά είχε κάνει και ο Οράτιος (65-8 π.Χ.): «parturiunt montes, nascetur ridiculus mus», «κοιλοπονούν τα όρη, όμως θα γεννηθεί φαιδρός ποντικός»).

Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος, δεν θα πάρεις τίποτε από αυτόν που δεν έχει.

Είναι από το έργο του Λουκιανού (120 – μετά το 180 μ.Χ.) Νεκρικοί Διάλογοι. Όπως γνωρίζουμε, ο Χάρων ήταν ο πορθμέας του Άδη που μετέφερε με τη βάρκα του τους πεθαμένους από τη μια όχθη του ποταμού Αχέροντα στην είσοδο του Άδη. Οι νεκροί ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν στον Χάροντα έναν οβολό, που έφεραν όλοι κάτω από τη γλώσσα τους προτού ταφούν. Σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος είναι ο μόνος που δεν πλήρωσε τον Χάροντα γιατί δεν είχε τίποτα.

Μένιππος: «βόα, εἰ τοῦτό σοι, ὦ Χάρων, ἥδιον. Χάρων: ἀπόδος, φημί, ἀνθ᾽ ὧν σε διεπορθμευσάμην. Μένιππος: οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», «Μένιππος: Φώναζε όσο θέλεις, αν σ᾽ αρέσει! Χάρων: Πλήρωσε, σου λέω, που σε πέρασα από τη λίμνη! Μένιππος: Δεν μπορείς να πάρεις από αυτόν που δεν έχει».

Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν, είναι συνηθισμένο για τους  Κλαζομενίους να ασχημονούν. Η φράση χρησιμοποιείται υποτιμητικά και σημαίνει ότι είναι αναμενόμενο για κάποιους να συμπεριφέρονται με απρέπεια. Προέρχεται από τον σοφιστή Αιλιανό Κλαύδιο  (170-235 μ.Χ) και το έργο του Ποικίλη Ιστορία 2,15: «προσέταξαν αὐτὸν δημοσίᾳ κηρύξαι τοῦτο δὴ τὸ θαυμαζόμενον· “ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν”», «πρόσταξαν αυτόν να κηρύξει δημόσια αυτό μάλιστα το θαυμαζόμενο· “ας επιτραπεί στους Κλαζομενίους να ασχημονούν”».
Η φράση φέρεται ότι ειπώθηκε από τους Σπαρτιάτες  όταν Κλαζομένιοι μέτοικοι μαύρισαν με καπνιά τους θώκους των εφόρων της πόλης και τότε εκείνοι υποχρέωσαν τον δημόσιο κήρυκα να διαλαλήσει την παραπάνω ρήση.  Οι κάτοικοι των  Κλαζομενών  (ιωνική πόλη της Λυδίας) είχαν αποκτήσει φήμη κατά την αρχαιότητα ως απρεπείς, άσεμνοι και ανήθικοι.

Κομίζω γλαύκας εις Αθήνας, λέω παλιά και πασίγνωστα πράγματα σαν να είναι καινούργια. Αρχαία παροιμία «γλαύκ’ ες Αθήνας ή γλαύκ’ Αθήναζε» (κομίζειν). Η φράση λέγεται επειδή η γλαυξ, η κουκουβάγια, κατείχε εξέχουσα θέση στην τέχνη και στις παραδόσεις του αρχαίου κόσμου διότι εθεωρείτο ως το ιερό πτηνό της Αθηνάς από το οποίο και αυτή ονομάσθηκε γλαυκώπις. Ιδιαιτέρως της Αθήνας ήταν το αγαπητό πτηνό της, το επίσημο σύμβολο στα νομίσματα και σε πολλά μνημεία της.

Ἡ γλῶσσ’ ἁμαρτάνουσα τἀληθῆ λέγει, η γλώσσα σφάλλουσα την αλήθεια λέγει. Όταν κάποιος ομολογεί, χωρίς να το θέλει, την αλήθεια, διαπράττοντας γλωσσικό σφάλμα. Αποδίδεται  στον αρχαίο κωμικό ποιητή Μένανδρο  (342-291 π.Χ.) σε μονόστιχό του.

Εξ απαλών ονύχων, από μικρό παιδί, από τη νηπιακή ηλικία.
Προσθέτουμε και αυτό το πολυταλανισμένο, χωρίς να γνωρίζουμε την ακριβή προέλευσή του ή αν είναι όπως λέγεται λατινικό. Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι το κακομεταχειριζόμαστε, δίνοντάς του την έννοια του ακροθιγώς, σε αδρές γραμμές. Προφανέστατα η φράση χρησιμοποιείται μόνο για να δηλώσει τη νηπιακή ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος έχει μαλακά νύχια.

Τυρβάζει περί πολλά, λέγεται για κάποιον που ασχολείται με πολλά συγχρόνως και παραμελεί το κύριο έργο του.

Η φράση είναι από την Καινή Διαθήκη, Λουκάς Κεφ. 10ο, 38-42: «Mάρθα, Mάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζFη περί πολλά·  ἑνὸς δέ ἐστι χρεία», «Μάρθα, Μάρθα, φροντίζεις και ανακατεύεσαι με όλα· για ένα όμως υπάρχει ανάγκη».

Κύμβαλον αλαλάζον,  ονομάζουμε τον κενό, επιφανειακό άνθρωπο, χωρίς περιεχόμενο, ο οποίος  ενστερνίζεται ξένες απόψεις και τις επαναλαμβάνει άκριτα.

Η φράση προέρχεται από την επιστολή του Αποστόλου ΠαύλουΠρος Κορινθίους (13.1): «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον», «Αν τις γλώσσες των ανθρώπων μιλώ και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που ηχεί ή τύμπανο που κροταλίζει».
Του λόγου το ασφαλές, προς επιβεβαίωση των όσων έχω πει. Περιέχεται στο Απολυτίκιο των Θεοφανίων: «και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές».
Πριν αλέκτορα φωνήσαι, προτού λαλήσει ο κόκορας. Με όχι ακριβώς τον ίδιο τρόπο η φράση αυτή απαντάται και στα τέσσερα Ευαγγέλια. Αφορά το γνωστό επεισόδιο του Μυστικού Δείπνου, όπου ο Πέτρος έλεγε στον Ιησού ότι δεν πρόκειται να τον προδώσει και ο Ιησούς του απάντησε: «Προτού  ο πετεινός λαλήσει θα με απαρνηθείς τρεις φορές». Μια προφητεία που κατόπιν επαληθεύτηκε.
Στα Ευαγγέλια του Λουκά, του Ματθαίου και του Μάρκου βρίσκεται η φράση που είναι πλησίον σε αυτήν που χρησιμοποιούμε σήμερα:

«Πριν ἀλέκτορα φωνῆσαι σήμερον ἀπαρνήσῃ με τρις» (Λουκάς, 22.61).

«Πριν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρις ἀπαρνήσῃ με» (Ματθαίος, 26.34 και 26.75).
«Πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δις τρις με ἀπαρνήσῃ» (Μάρκος, 14.72).
Επί δικαίους και αδίκους, συμπεριλαμβανομένων όλων, είτε δικαιούνται ή τους αξίζει κάτι είτε όχι.

Αναφέρεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ε’ 45: «ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους», «όπως είσαστε παιδιά του πατρός σας που βρίσκεται στους ουρανούς, ο οποίος ανατέλλει τον ήλιο του και για τους πονηρούς και για τους καλούς και βρέχει και για τους δίκαιους και για τους άδικους».

Αβρόχοις ποσί, χωρίς να βρέξω τα πόδια μου. Λέγεται για κάποιον που ξεπέρασε μια δύσκολη κατάσταση, που αντιμετώπισε μια δοκιμασία χωρίς να πάθει ζημιά.

Προέρχεται από τη βιβλική αφήγηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας από τους Ισραηλίτες όταν έφυγαν από την Αίγυπτο, έπειτα από τη διάνοιξη των υδάτων. Ο Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας το χρεώνει στον Μέγα Βασίλειο: «αἱ ἑξακόσιαι ἐκεῖναι χιλιάδες αἱ την Ἐρυθράν θάλασσαν ἀβρόχοις ποσί διαπεράσασαι».

Μαρίνα Μαραγκού

TEXNOGRAFIA

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.