Η θρησκεία, το πλέγμα των πεποιθήσεων των αρχαίων Ελλήνων για τους θεούς και τη σχέση τους με τους ανθρώπους, μολονότι οι ρίζες της ανάγονται σε πολύ παλαιές εποχές, έζησε, με την ανεπτυγμένη της μορφή, περισσότερο από μία χιλιετία, από την εποχή του Ομήρου ως τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Μαζί με τη θρησκεία, το εκτεταμένο σώμα των μύθων που μιλούσαν για θεούς (ουράνιους και χθόνιους, ήρωες και ιεροτελεστίες) που συμπλήρωναν το θεϊκό σύμπαν, εμπεριείχε την κοσμοθεωρία της και ενσωματώνει όλες τις πηγές της νιότης ενός πολιτισμού, αποτελώντας το ανεξάντλητο ορυχείο από το οποίο άντλησε τη θεματολογία του το θαύμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης.


Ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του έχει συντάξει από τον 8ο π.Χ. αιώνα το ελληνικό πάνθεον, ταξινομώντας τις λατρείες και τους μύθους που αναφέρονται στη γέννηση του κόσμου και των θεών.
Η αρχαία ελληνική θρησκεία εμφάνιζε σαφώς μια ηθική διάσταση. Οι πληροφορίες που αντλούμε είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι θεοί τους ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και τις πράξεις των ανθρώπων. Αν ο άνθρωπος αμάρτανε τότε διέτρεχε τον κίνδυνο να προκαλέσει την μήνιν των θεών.

Επίσης, όπως γνωρίζουμε και από τον Όμηρο, που μας παρέχει άφθονα θεολογικά στοιχεία, μία αμαρτωλή πράξη ενός ατόμου μπορούσε να επιφέρει την τιμωρία των θεών σε μια ολόκληρη κοινότητα, παραδείγματος χάριν με τη μορφή επιδημίας. Τότε έπρεπε να κατευνάσουν τους θεούς με κατάλληλες διαδικασίες, για τις οποίες προσέφευγαν στο Μαντείο του Απόλλωνος, στους Δελφούς –το μεγαλύτερο συμβουλευτικό κέντρο σε θρησκευτικά θέματα–, το οποίο τους παρέδιδε τις απαραίτητες οδηγίες. Οι διάφορες ηθικές παραινέσεις του μαντείου, όπως το «Γνώθι σαυτόν» ή το «Μέτρον άριστον», που ήταν χαραγμένες στον Ναό του Απόλλωνα, αποτελούν μια καθαρή ένδειξη της στενής σχέσης που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ θρησκείας και ηθικής.

Η αρχαία ελληνική θρησκεία αποκαλείται συχνά τελετουργική και είναι αληθές ότι χαρακτηριζόταν από πολλές και ποικίλες πράξεις λατρείας –στο πλαίσιο της οικογένειας, της πόλεως και πανελλήνιες– με σκοπό τον εξευμενισμό των θεοτήτων. Μια ποικιλία από ιεροτελεστίες, με κύριες τις θυσίες (αιματηρές, αναίμακτες, ωμοφαγία), ρύθμιζαν καθημερινά την ιδιωτική και τη δημόσια ζωή τους.
Η θυσία με αιματοχυσία εντάσσεται στο πλαίσιο μιας επίσημης τελετής όπου παρίστανται οι θεοί, αλλά έχει και μια άλλη όψη, την τελετουργική παρασκευή της τροφής. Οι διάφοροι τρόποι μαγειρέματος των κρεάτων των θυσιασμένων ζώων, η μοιρασιά που γίνεται ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους και ακόμη περισσότερο η διπλή μοιρασιά, ταυτόχρονα ιεραρχική και ισοπολιτειακή των κομματιών του κρέατος, προσδιορίζουν τη θέση του Έλληνα σε σχέση με τους θεούς, αλλά επίσης και σε σχέση με τον κόσμο των αγρίων που αγνοούν το ψήσιμο των τροφών και την κατανάλωση του ψωμιού. Εκτροπές που καταγράφονται, η χορτοφαγία των Πυθαγορείων, η ωμοφαγία των διονυσιακών οργίων.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο η ελληνική θρησκεία αποκαλείται τελετουργική είναι διότι δεν είχε ιερατείο. Υπήρχαν μόνο ιερείς και ιέρειες, πρόσωπα σεβαστά, υπεύθυνα για τη σωστή διαχείριση της λατρείας του θεού και του ιερού χώρου. Άλλωστε, η θρησκεία δεν βασιζόταν σε κάποιο δόγμα ή σε κάποιο ιερό βιβλίο, παρά μόνο στην τήρηση των ιεροτελεστιών. Δεν είχε ομολογία πίστεως και δεν ήταν προσηλυτιστική.
Ένα ελληνικό κράτος ήταν διατεθειμένο να δεχθεί την έλλειψη θρησκευτικής πίστης, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα οδηγούσε σε έλλειψη ασέβειας, δηλαδή έλλειψη σεβασμού και απόρριψης των θρησκευτικών δοξασιών και ιεροτελεστιών που αναγνωρίζονταν από το κράτος ως μέρος της προγονικής παράδοσης. Η ασέβεια αυτή θεωρείτο απειλή για την ενότητα του κράτους και αντιμετωπιζόταν ως έγκλημα που ετιμωρείτο με θάνατο. Βλέπε, επί παραδείγματι, την καταδίκη του Σωκράτη με την κατηγορία ότι υπονόμευε την πίστη στους θεούς και εισήγαγε καινά δαιμόνια (καινούργιους θεούς).
Στο πλαίσιο της θρησκείας οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν την προσωπική τους ευσέβεια και να ικανοποιήσουν τις βαθιές θρησκευτικές τους ανάγκες και τις προσδοκίες τους για τη ζωή συμμετέχοντας σε κάποια από τις ειδικές μυστηριακές λατρείες, ή μυστήρια. Οι λατρείες αυτές, οι οποίες υπόσχονταν προσωπική σωτηρία, αθανασία της ψυχής, ευτυχισμένη μεταθανάτια ζωή, πραγματοποιούνταν σε ιερά, υπό τον έλεγχο του κράτους, όπως τα περίφημα Ελευσίνια Μυστήρια, είτε ήταν απλά κινήματα που υποστηρίζονταν από θρησκευτικές ομάδες. Οι εορτές επίσης, αγροτικής κυρίως προέλευσης και εποχικού χαρακτήρα, εξέφραζαν την κοινωνική διάσταση της θρησκείας και προσείλκυαν πλήθος κόσμου (πανηγύρεις).

Η πολυθεϊστική θρησκεία περιελάμβανε μια μεγάλη ποικιλία από θεότητες με ξεχωριστή προσωπικότητα και με ανθρώπινη μορφή και συμπεριφορά. Θεός και θείον στα αρχαία δεν δήλωναν μόνον τα σταθερά πρόσωπα του μύθου και της λατρείας. Τα ονόματα αυτά λειτουργούσαν κυρίως ως κατηγορήματα και μπορούσαν να χαρακτηρίσουν οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων και το αντίστοιχο πάθημα της ανθρώπινης ψυχής –τον ξαφνικό έρωτα, την απροσδόκητη νίκη, το δέος ενώπιον του κεραυνού, την ποιητική έμπνευση, την άλογη βία, την ταχέως διαδιδόμενη φήμη, το ασυγκράτητο γέλιο, την οργιαστική μανία ή τον αδικαιολόγητο φόβο– που καταλαμβάνει αίφνης άτομα ή ομάδες και τους αλλοιώνει την κανονική συνείδηση και συμπεριφορά. Η χαρακτηριστικά αρχαιοελληνική εμπειρία του θείου ανιχνεύεται σε τούτη τη δυναμική απροσδιοριστία των καταστάσεων στις οποίες ενδέχεται να εμφανιστεί μια θεότητα.
Όλες μαζί οι θεότητες αποτελούσαν μια μεγάλη οικογένεια, αλλά καθεμία από αυτές είχε τις δικές της ιδιότητες και αντιπροσώπευε μία από τις όψεις της ανθρώπινης ζωής ή του φυσικού κόσμου, ενώ μπορούσαν να πάρουν επίθετα ή τίτλους, ανάλογα με τις διάφορες μορφές ή υποστάσεις που ελάμβαναν, προσωποποιώντας ένα λατρευτικό ή μυθικό στοιχείο τους (Ξένιος Ζευς, προστάτης των ξένων, Ζευς Ερκείος, προστάτης της οικιακής αυλής, Αθηνά Πολιάς, προστάτις της πόλεως). Οι αρχαίοι φαντάζονταν τους θεούς τους ευτυχισμένους, επειδή ήταν αθάνατοι, πολύ ισχυροί και άξιοι λατρείας από τους ανθρώπους.

Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. η ορθολογική σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων αμφισβήτησε εκ βάθρων την παραδοσιακή θρησκεία. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος και ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι, απέρριψαν με περιφρόνηση τόσο τη λατρεία όσο και τους θεούς. Ο Ξενοφάνης, μάλιστα, ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής, χλεύασε την ιδέα των ανθρωπόμορφων θεών, λέγοντας ότι αν τα ζώα θα μπορούσαν να απεικονίσουν θεούς, οι θεοί θα είχαν τη μορφή των ζώων. Ο Ξενοφάνης πίστευε σε έναν και μοναδικό θεό, ένα υπέρτατο ον, το οποίο δεν έμοιαζε στους ανθρώπους, ούτε στη μορφή ούτε στις ιδέες.
Ακολούθησαν κατόπιν οι σοφιστές, οι οποίοι υπέβαλλαν σε βασανιστικό έλεγχο τις παραδοσιακές αξίες. Ωστόσο, οι γνώσεις μας για το αντίκτυπο που είχε αυτή η αμφισβήτηση στο σύνολο της κοινωνίας είναι περιορισμένες. Ο Παρθενώνας και οι άλλοι αθηναϊκοί ναοί του τέλους του 5ου αι. π.Χ. καταδεικνύουν όχι τόσο τη θεοσέβεια των Αθηναίων όσο την αισθητική και τη δύναμή τους.
Θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι η πίστη στους παραδοσιακούς θεούς είχε ατονήσει για την πλειονότητα των αρχαίων Ελλήνων.
Οι ενδείξεις μας είναι πολύ σημαντικές:
● Προσεύχονταν στους θεούς τους για να ζητήσουν βοήθεια, πιστεύοντας ότι οι θεοί ήλεγχαν την έκβαση όλων των πραγμάτων. Γι’ αυτό, γενικευμένα, τους έταζαν, αν κάποια επιχείρηση, ας πούμε, στεφόταν με επιτυχία, μια προσφορά. Τα αρχαία ιερά ήταν γεμάτα από τέτοιες προσφορές ή αναθήματα, από μεγαλοπρεπή μνημεία και θαυμάσια και ακριβά έργα τέχνης, όπως αγάλματα που αφιερώνονταν ως δώρα ευχαριστίας από σημαίνοντα πρόσωπα μέχρι πήλινα εδώλια και κεραμικά αγγεία από τον απλό άνθρωπο.

● Μια διαδεδομένη δοξασία ήταν ότι οι θεοί μπορούσαν να θεραπεύουν τις ασθένειες. Στα αρχαία ελληνικά ιερά, ιδίως του Ασκληπιού, βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες αναθημάτων και πολλές επιγραφές, που αποδεικνύουν ότι διάφορες θεραπείες οφείλονταν σε θεϊκή παρέμβαση.
● Στα μαντεία, επίσης, απευθύνονταν, πιστεύοντας ότι οι θεοί γνωρίζουν το μέλλον, εκτός από διάφορα κράτη και απλοί άνθρωποι που ανησυχούσαν για μια δύσκολη κατάσταση ή έπρεπε να λάβουν μια σημαντική απόφαση.
● Ακόμη, θεωρούσαν αναγκαίο να τελούν τις κατάλληλες θρησκευτικές τελετές σε όλες τις σημαντικές μεταβατικές περιόδους της ζωής, γαμήλιες τελετές, τελετές γέννησης, ενηλικίωσης των νέων, και πάνω από όλα στο πέρασμα από τη ζωή στον θάνατο.
● Η θρησκεία διείπε κάθε άποψη της δημόσιας ζωής. Οι συνελεύσεις άρχιζαν με θυσία και προσευχή, οι αξιωματούχοι του κράτους και όσοι εμφανίζονταν ενώπιον του δικαστηρίου έδιναν θρησκευτικούς όρκους και κάθε αρχαίο θέατρο είχε στο κέντρο του έναν βωμό προς τιμήν του Διονύσου.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν συγκεκριμένη λέξη για τη θρησκεία. Τόσο πολύ ήταν ο μύθος και η τελετουργία πράγματα συνυφασμένα με τις άλλες, αμεσότερα πρακτικές, δραστηριότητες του βίου, ώστε δεν σκέφτηκαν να αυτονομήσουν τη θρησκευτικότητα. Τη θρησκεία τους τη μάθαιναν στην πράξη. Συμμετέχοντας σε όλα τις εκδηλώσεις, έρχονταν σε επαφή με ολόκληρο εκείνο τον φαντασιακό κόσμο όντων υπεραισθητών που εκφράστηκε τόσο καίρια στην ποίηση και στην τέχνη. Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν πλήρως διαποτισμένη από το αίσθημα του ιερού.
Εν συνόψει, αναντίρρητα οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στους θεούς τους και διακατέχονταν από ένα βαθιά θρησκευτικό συναίσθημα, ενώ η θρησκεία κατείχε τη σημαντικότερη θέση στο σύστημα των αξιών τους.
texnografia
Βιβλιογραφία:
Σημαντικοί σταθμοί του ελληνικού πολιτισμού, τόμος Β’, ΕΑΠ 2000.
Κλοντ Μοσέ, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας.
Σ.Ι. Ράγκος, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ψυχανάλυση και αρχαία ελληνική θρησκεία
Ελλάς, ΠΛΜ, τόμος Α’.

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.