Η φιλοξενία ερμηνεύεται ως φιλία προς τους ξένους. Δηλαδή, μια μορφή φιλίας ευρύτερη, κατά την οποία ανοίγει κανείς το σπίτι του όχι μόνο στους συγγενείς και στους φίλους, αλλά και σε μη γνωστούς του ανθρώπους. Στην αρχαιότητα, τώρα, και ειδικά στους Έλληνες, λόγω και της έλλειψης των μέσων συγκοινωνίας και των κατάλληλων καταλυμάτων για τους ξένους, είχε μείζονα ηθική αξία ως μέσο αναψυχής, προστασίας των οδοιπόρων και κέντρο μόρφωσης και γεφύρωσης του λαού, εξαγιαζόμενη φυσικά από τη θρησκεία. Εξ ου και έδωσαν στον πατέρα των θεών και των ανθρώπων το επίθετο Ξένιος (αλλά και στην Αθηνά), ως προστάτη και των ξένων και των φίλων, και τιμωρού των καταπατούντων την αρετή της φιλοξενίας.


Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τη φιλοξενία θεωρώντας την ύψιστη αρετή και σημαντική ηθική υποχρέωση. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια είναι υπέρ το δέον γλαφυρός και ως ένας έξοχος ηθογράφος μάς παρουσιάζει με παραστατικότητα την κακή μεταχείριση των ξένων στηλιτεύοντάς την ως έλλειψη πολιτισμού (χώρα των Κυκλώπων) ενώ, αντιθέτως, την καλή μεταχείριση ως ένδειξη πολιτισμένων ανθρώπων Ιδού ένα συνοπτικό απόσπασμα από τη χώρα των Φαιάκων:

Όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται απροσδόκητα στο παλάτι του Αλκίνοου και βρίσκει τους άρχοντες Φαίακες να τρώνε, να πίνουν και να κάνουν σπονδές, τους ζητάει να τον βοηθήσουν να γυρίσει στην πατρίδα του. Ένας από αυτούς τότε θα πει στον Αλκίνοο: Δεν είναι αυτό όμορφο πράγμα, ούτε και σωστό να κάθεται ο ξένος χάμω, […] σήκωσε τον ξένο και βάλ’ τον να καθίσει σε πολυθρόνα ασημοκάρφωτη και πες στους κήρυκες να ανακατέψουν κρασί, και η οικονόμος ας δώσει στον ξένο από ό,τι βρίσκεται. Ύστερα, μια υπηρέτρια, αφηγείται ο Όμηρος, έφερε νερό με ένα όμορφο μαλαματένιο κανάτι πάνω από ασημένια λεκάνη για να πλυθεί, και σιμά του έστρωσε αστραφτερό τραπέζι. Μια γερόντισσα οικονόμος μετά έφερε ψωμί μπροστά του και από τα πολλά φαγητά που βρίσκονταν με προθυμία του βάζει. Κατόπιν ο Αλκίνοος, απευθυνόμενος στους αρχηγούς των Φαιάκων, τους λέει: Τώρα που τέλειωσε το φαγοπότι, να πάτε σπίτια σας για ύπνο, και το πρωί να φωνάξουμε γέροντες πιο πολλούς και να περιποιηθούμε στ’ ανάκτορα τον ξένο και στους θεούς να κάμουν όμορφες θυσίες και ύστερα να σκεφτούμε και για το ταξίδι, για να πάει γρήγορα, χαρά γεμάτος, στα πατρικά του χώματα ο ξένος, χωρίς κόπους και βάσανα, με συνοδεία δική μας, κι αν ακόμα είναι από πολύ μακριά. Ο δε Οδυσσέας όταν εκείνοι θα τον ρωτήσουν πώς βρέθηκε στο παλάτι, θα τους διηγηθεί ότι όταν βρέθηκε στη στεριά, παρασυρμένος από τα κύματα, ικέτευσε την κόρη του Αλκίνοου Ναυσικά που έπαιζε με τις φίλες της στην αμμουδιά να τον βοηθήσει, και όλες του πρόσφεραν άφθονο φαγητό και φλογάτο κρασί και αφού του έδωσαν ρούχα τον βοήθησαν να λουστεί στον ποταμό.

Οι αρχαίοι Έλληνες διέκριναν την ξενία σε ανεπίσημη και επίσημη. Η ανεπίσημη ξενία εκδηλωνόταν κυρίως με τη μορφή φιλοξενίας στο σπίτι, με ειδική περιποίηση και ανταλλαγή δώρων την ώρα του αποχωρισμού. Παρότι απευθυνόταν συνήθως σε ξένους από άλλες κοινότητες, ωστόσο εθεωρείτο επίσης αξιέπαινο να προσφέρει κανείς τέτοιου είδους φιλοξενία σε μη Έλληνες. Ας δούμε δύο παραδείγματα: Ο Μιλτιάδης ο Πρεσβύτερος ανακηρύχθηκε διοικητής της Χερσονήσου, ενός κράτους που ιδρύθηκε στη Θράκη, σε ανταμοιβή για τη γενναιόδωρη φιλοξενία που είχε προσφέρει στην Αθήνα σε ξένους από την περιοχή αυτήν. Και ο στρατηγός Κίμων είχε κάθε βράδυ έτοιμο φαγητό στο σπίτι του για τους ξένους περαστικούς και γενικά για όσους είχαν ανάγκη.
Η επίσημη ξενία ονομαζόταν «τελετουργική φιλία» και ήταν μια επίσημη σχέση μακράς διάρκειας ανάμεσα στους πολίτες διαφόρων ελληνικών πόλεων ή ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους.

Σε κάθε ελληνική πόλη των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, και πολύ περισσότερο στην ομηρική κοινωνία, είχαν ανάγκη από φίλους στον ευρύτερο ελληνικό αλλά και στον μη ελληνικό κόσμο, που θα μπορούσαν να τους υποστηρίξουν και να φροντίσουν γα τα συμφέροντά τους σε ξένα μέρη. Η φιλία αυτή παρέμενε ισχυρή ανάμεσα στις ίδιες οικογένειες διά μέσου των γενεών, καθώς συνεπαγόταν σαφείς υποχρεώσεις και είχε εθιμοτυπικούς κανόνες. Ο «τελετουργικός» φίλος έπρεπε να βοηθάει στις δύσκολες στιγμές, όπως όταν κάποιος είχε εξορισθεί από το κράτος του, ή σε οικονομικές ή άλλες συναλλαγές έξω από το κράτος του. Προς επίρρωσιν της σπουδαιότητας αυτής της σχέσης, συνήθιζαν να δίνουν σε έναν γιο το όνομα ενός «τελετουργικού» φίλου, ένα έθιμο που ορθώς παρομοιάστηκε με αυτό της βάπτισης στη χριστιανική κοινωνία. Εκτός ορίων του ελληνικού κόσμου, ακόμη και στην κλασική εποχή, οι Έλληνες διατηρούσαν προσωπικές σχέσεις «τελετουργικής» ξενίας ή επιγαμίας που, μάλιστα, μπορούσαν να προσφέρουν μεγάλη βοήθεια στις εξωτερικές σχέσεις του κράτους και στη διάρκεια ενός πολέμου.

Μαρ.Μαρ .TEXNOGRAFIA

Πηγές:
Ομήρου Οδύσσεια Η 160-296.
Ηρόδοτος 6.34-36.
Πλούταρχος, Κίμων 10.6.
Σημαντικοί σταθμοί στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Β’, ΕΑΠ, 2000.
Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.