Μαινάδα (βάκχη) με τύμπανον και σάτυρος με δίαυλο (διπλό αυλό)

“Τι είναι γλώσσα; Ποια η προέλευσή της;” – διαβάζουμε στην είσοδο του συνεδριακού μεγάρου όπου γίνεται ένα άκρως ενδιαφέρον διεθνές συμπόσιο. Εντός του, φυσικά, οι πάντες… διαφωνούν με τους πάντες, όμως υπάρχει και μια επωδός, όπου όλοι σχεδόν συμφωνούν, κάτι που διέφυγε της προσοχής ακόμη και του Δαρβίνου: προϋπόθεση για την ανάπτυξη της γλώσσας, λένε, είναι να υπάρχει εμπιστοσύνη στους κόλπους τής φυλής – αυτό που εμείς ονομάζουμε “κοινωνία”! Άρα, κάποιος κοινωνικός μετασχηματισμός αύξησε την εμπιστοσύνη σε πρωτοφανή επίπεδα, απελευθερώνοντας εν δυνάμει γλωσσοπλαστικές ικανότητες που παρέμεναν αδρανείς. Υπό κανονικές συνθήκες, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, “οι λέξεις είναι φτηνές”, “έπεα πτερόεντα”, “λόγια τού αέρα”, σύμβολα αναξιόπιστα, που δεν μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στα μέλη τής φυλής για την επιβίωσή τους – δηλαδή η γλώσσα ήταν αναξιόπιστη ως βάσιμη εξελικτικά στρατηγική.

Κοιμισμένη αντιλόπη, Σαχάρα, νότια Αλγερία

Όταν η γάτα γουργουρίζει, ξέρουμε σίγουρα ότι νιώθει υπέροχα! Εμπιστευόμαστε τον ήχο γιατί απλούστατα το ζώο δεν μπορεί να υποκριθεί. Οι φωνές των πρωτευόντων ίσως να μην είναι τόσο αξιόπιστες. Η κοινωνική ευφυΐα τους χαρακτηρίζεται “μακιαβελική” – ιδιοτελής και δίχως ηθικούς ενδοιασμούς. Συχνά οι πίθηκοι προσπαθούν να εξαπατήσουν τους άλλους και είναι μονίμως “στην τσίτα” μπας και “την πατήσουν” και οι ίδιοι! Παραδόξως, αυτό ακριβώς θεωρείται πως εμποδίζει την εξέλιξη της επικοινωνίας τους ώστε να γίνει παρόμοια με γλώσσα! Το προφορικό σήμα μοιάζει με την κραυγή “Λύκοι!” του βοσκού που ήθελε να κοροϊδέψει τους άλλους στη γνωστή ηθικοπλαστική σχολική ιστορία. Μόλις αποδειχθεί ψεύτικο, κανείς δεν το παίρνει τοις μετρητοίς και αδιαφορεί. Άρα χρειάζονται κοινωνικά αξιόπιστοι θεσμοί στους οποίους ο κάθε κατεργάρης, “πίθηκος” ή “βοσκός”, λογοδοτεί. Σε μια κοινωνία κυνηγών-συλλεκτών τροφής, ο βασικός μηχανισμός που εμπνέει εμπιστοσύνη είναι οι ομαδικές τελετουργίες. (Στην κοινωνία μας, τα παραπάνω εξηγούν επαρκώς την κρίση που μας ταλανίζει…)

“Μωρουδίστικα” και ηχητικά ερεθίσματα εμβρύου

“Αφροδίτη” τού Willendorf (28.000-25.000 π.Χ.) – η απουσία χαρακτηριστικών προσώπου, παρά μόνον εκείνων της αναπαραγωγής, ίσως παραπέμπει σε Μητέρα Θεά.

Έσχατο μα όχι λιγότερο σημαντικό είναι αυτό που ονομάζουμε “μωρουδίστικη γλώσσα” – όχι αυτή των μωρών, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν ακόμη να μιλήσουν, αλλ’ αυτή που χρησιμοποιούν οι ενήλικες (συνήθως οι μητέρες) όταν απευθύνονται στα βρέφη, αγγίζοντας και χαϊδεύοντάς τα: είναι γλώσσα μελωδική και κυματιστή, με έντονες χειρονομίες, υπερβολικές εκφράσεις τού προσώπου, και ρυθμικές κινήσεις τού κεφαλιού και του σώματος.
Πρόκειται όντως για γλώσσα αφού το μωρό καταλαβαίνει το νόημα όλων αυτών των ήχων και κινήσεων: κατανοεί δηλαδή τις προθέσεις τής μητέρας του. Με την έννοια αυτή η εν λόγω γλώσσα είναι παρόμοια με τη μουσική, έχοντας δύο κύριες λειτουργίες: να ενισχύσει τη σχέση μητέρας-παιδιού, και να βοηθήσει το βρέφος να μιλήσει.
Έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες επιβίωσής του. Η ικανότητα του ανθρώπου να συγχρονίζεται μ’ έναν εξωτερικό παλμό – που μάλλον είναι άγνωστη στα υπόλοιπα θηλαστικά, ακόμη και τα πρωτεύοντα – απορρέει από την αρχέγονη αλληλεπίδραση μητέρας-βρέφους η οποία κατόπιν μετεξελίχθηκε σε ένα είδος πρωτο-μουσικής, αλλά και πρωτο-γλώσσας.

Τα “μωρουδίστικα” έχουν παρόμοιο “λεξιλόγιο” σε όλους τους πολιτισμούς. Ο τρόπος που μητέρες και μωρά αυξομειώνουν τις φωνές τους, αλλάζουν ταυτόχρονα εκφράσεις και κινούν τα χέρια τους είναι παρόμοιος παντού, παρά τις γλωσσικές διαφορές, όπως ανάμεσα σε μουσικές και δυναμικές γλώσσες.
Οι λόγοι μπορεί να είναι γενετικοί ή και περιβαλλοντικοί – με την έννοια πως όλα τα έμβρυα αναπτύσσονται σε παρόμοιο περιβάλλον και διαθέτουν ακοή είκοσι εβδομάδες πριν από τη γέννηση, πολύ περισσότερο από ό,τι τα υπόλοιπα ζώα, που στην πλειονότητά τους αποκτούν ακοή μετά τη γέννησή τους.
Στο ίδιο διάστημα, το ανθρώπινο έμβρυο αντιλαμβάνεται επίσης την κίνηση και τον προσανατολισμό. Διαισθάνεται επιπλέον τη συγκινησιακή κατάσταση της μητέρας του μέσω των ήχων στο εσωτερικό τού σώματός της (φωνή, κτύποι καρδιάς, βήματα, πέψη, κλπ.) κι έτσι προσαρμόζει τις απαιτήσεις του μετά τη γέννηση (π.χ. κλάμα), αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο τις πιθανότητες επιβίωσής του.
Η ικανότητα του εμβρύου να μαθαίνει και να θυμάται ηχητικά μοτίβα φαίνεται να επιβεβαιώνει τη θεωρία αυτή. Σε αυτήν την περίπτωση, οι εσωτερικοί ήχοι του ανθρώπινου σώματος και η σχέση τους με τη συγκινησιακή κατάσταση ίσως να συνδέονται με τη σχέση ανάμεσα στα ηχητικά-ρυθμικά πρότυπα στη μουσική και το έντονο συγκινησιακό τους φορτίο.

“Το ανθρώπινο ον είναι μουσικό ον από την ίδια του τη φύση”.
(Iégor Reznikoff)

“Ο άνθρωπος”, παρατηρεί ο Iégor Reznikoff,(ε) “είναι ένα ον που μιλά. Είμαι όμως απόλυτα σίγουρος πως είναι και μουσικό ον, ένα ον που τραγουδά, όπως και τα πουλιά κελαηδούν. Είναι γνωστό πως τα διάφορα είδη πουλιών ξεχωρίζουν και από τον τρόπο κελαηδήματος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν όχι μόνον από την ομιλία τους, αλλά και από το τραγούδι τους.

(ε) Τις παρατηρήσεις τού Reznikoff κατέγραψε η Δέσποινα Παϊσίδου-Λαζαρίδου στους Δελφούς το 1986 για την εκπομπή “Όσο ζω μαθαίνω” στην ραδιοφωνία τής ΕΡΤ-3. Τότε άνοιξε και ο δικός μου δρόμος προς τα ερτζιανά, αναλαμβάνοντας ειδικός συνεργάτης στον πρώτο κύκλο εκπομπών με θέμα το “Χρονικό τής μουσικής”, ως κειμενογράφος, παρουσιαστής και μουσικός επιμελητής. Τι εστί ραδιόφωνο, πάντως, το έμαθα παρακολουθώντας την παραγωγό Καίτη Βλάχου με την απέραντη υπομονή και την ευρύτητα πνεύματός της: με άφησε να πω από ένα δημόσιο μέσο αυτά που δεν μου επιτρεπόταν τότε ν’ αναπτύξω σ’ ένα… ιδιωτικό (εφημερίδα Θεσσαλονίκη).

Η εκπαίδευση του Αχιλλέα από τον Χείρωνα (νωπογραφία στο Ηράκλειον, πόλη πλουσιότερη της γειτονικής Πομπηίας)

“Αυτά τα χαρακτηριστικά πιστεύω πως εντάσσονται στην ανθρώπινη φύση. Είναι βαθιά συνδεδεμένα με την οργανική φύση τού ανθρώπου – το αυτί του και το λαρύγγι του, δηλαδή τις φωνητικές του δυνατότητες. Έτσι γεννιέται κι έτσι δημιουργείται από τη σύλληψή του. Το παιδί λ.χ. ακούει ακόμη κι όταν βρίσκεται ως έμβρυο στη μήτρα τής μάνας του και θυμάται ορισμένα στοιχεία μουσικής και τη φωνή τής μητέρας του ή το τραγούδι της.(ς)

(ς) “Οι φωνές και τα ηχητικά ερεθίσματα στα οποία υποβάλλεται το έμβρυο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όχι μόνο γίνονται αντιληπτά, αλλά και καταγράφονται στη μνήμη του”, διαπίστωσε μια επιστημονική ομάδα που έκανε σχετική μελέτη. “Έτσι, αν ως έμβρυο άκουγε την απαλή μουσική των φυσικών οργάνων, ως βρέφος ηρεμεί και ησυχάζει αμέσως υπό τους ήχους αυτούς, ενώ κάποιο άλλο μωρό, που δεν είχε τέτοια εμπειρία όσο ήταν στην κοιλιά τής μάνας του, συνεχίζει να στριγκλίζει”…
Επιπλέον, εκτός από τους “αοιδούς Neanderthal”, μαθαίνουμε πως ακόμη και τα έμβρυα “άδουν”! Μια νέα έρευνα απέδειξε ότι τα έμβρυα αντιδρούν σε ηχητικά ερεθίσματα και “τραγουδούν”… Ερευνητές τού Ινστιτούτου Marquès στη Βαρκελώνη έδειξαν ότι το έμβρυο μπορεί να ανιχνεύει ήχους και μάλιστα να αντιδρά κουνώντας το στόμα και τη γλώσσα, αποδεικνύοντας ότι τα αυτιά των εμβρύων είναι πλήρως ανεπτυγμένα από την 16η εβδομάδα της κύησης. Η επικεφαλής της έρευνας είπε ότι τα έμβρυα ανταποκρίθηκαν στη μουσική κουνώντας το στόμα τους σα να προσπαθούσαν να μιλήσουν ή να τραγουδήσουν. Η μουσική ενεργοποιεί το τμήμα του εγκεφάλου που συνδέεται με την επικοινωνία και με το άκουσμά της τα έμβρυα αντιδρούν με κινήσεις παρόμοιες με αυτές της κραυγής, το πρώτο στάδιο πριν από την ομιλία και το τραγούδι.

“Η μουσική έχει βαθιές ρίζες στον άνθρωπο. Το τραγούδι χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος. Δεν αποτελεί κάτι το πρόσφατο στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Ο μηχανισμός τής ακοής και η σχέση που έχει με την ομιλία χαρακτηρίζονται από περιπλοκότητα κι εντοπίζονται βαθιά μες στον εγκέφαλο. Άρα, δεν μπορεί να είναι κάτι το πρόσφατο. Με δυο λόγια: το ανθρώπινο ον είναι μουσικό ον από την ίδια του τη φύση.”
Γενικά μιλώντας, τα διάφορα είδη γεννώνται μεν ως tabula rasa όσον αφορά τις επίκτητες ικανότητές τους – αυτές που πρέπει ν’ αποκτήσουν μετά τη γέννησή τους, ανάλογα με τις τρέχουσες συνθήκες που αντιμετωπίζει το κάθε είδος για την επιβίωσή του. Φέρουν όμως στο DNA τους όλες εκείνες τις κληρονομικές ικανότητες και ιδιότητες που ξεκίνησαν ως επίκτητες (όρθια στάση, άρθρωση λόγου κ.ά.) και οι οποίες εξασφάλισαν στο είδος την επιβίωσή του κατά τις χιλιετίες τής εξέλιξής του. Εδώ είναι αποθηκευμένη όλη η σοφία τού παρελθόντος – μαζί φυσικά με τις μουσικές ικανότητες.

Μάθημα μουσικής (επίσης στο Ηράκλειον, αρχές 1ου αιώνα μ.Χ.)

Ωστόσο, η έμφυτη κλίση στη μουσική, το ταλέντο, το μουσικό αυτί, δεν διακρίνουν όλους τούς ανθρώπους, αλλά μάλλον μια μειοψηφία. Πώς γίνεται κάποιοι άνθρωποι να τραγουδούν όμορφα ή έστω σωστά, κι άλλοι, που αγαπούν εξίσου τη μουσική, να είναι φάλτσοι;

“Υπάρχει έμφυτη μουσική προδιάθεση, το μουσικό ταλέντο, που πολλές φορές είναι κληρονομικό: απόδειξη η οικογένεια Bach”, λέει ο καθηγητής Δημήτρης Θέμελης. “Αλλά σε γενικές γραμμές, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν μέχρις ένα σημείο μουσική. Οι περισσότεροι είναι παράφωνοι επειδή δεν έχουν σωστή μουσική παιδεία – εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις που μπορεί να έχουν κάποιο οργανικό πρόβλημα λ.χ. βαρηκοΐα. Ή μπορεί ν’ ακούν σωστά και να έχουν κάποια κλίση στη μουσική, αλλά ν’ αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα στους μύες τού λάρυγγα. Έχουμε περιπτώσεις διακεκριμένων μουσικών, παραγωγικών συνθετών, που είναι ‘παράφωνοι’, δηλαδή δεν μπορούν να τραγουδήσουν γι’ αυτόν τον λόγο.”

Πώς όμως γίνεται στον Τρίτο Κόσμο και δη στα χωριά του, οπουδήποτε μακριά από αστικά μητροπολιτικά κέντρα, όπου δηλαδή τα παιδιά αναθρέφονται με τη φυσική διαδικασία, σχεδόν οι πάντες να τραγουδούν και να χορεύουν σωστά; Ιδού η απάντηση της Ellen Dissanayake:
“Δεν είναι η προφορική γλώσσα που επικαλύπτει ή παρεμποδίζει τις μουσικές ικανότητες, αλλά οι συνθήκες των εκσυγχρονισμένων κοινωνιών που έχουν καταστήσει τη μουσική μια εξιδίκευση – ατομικότητα, ανταγωνιστικότητα, κατηγοριοποίηση, και ακαδημαϊσμός – ενισχυμένη από τον υψηλό βαθμό λόγιας (και όχι προφορικής, αυτοσχεδιαστικής) εκπαίδευσης που απαιτείται για να διαβάσει (ή να συνθέσει) κανείς παρτιτούρες ή και λογοτεχνικά κείμενα. Σε μικρές προ-νεωτερικές κοινωνίες (και σε κάθε μεγάλη σύγχρονη πόλη τής υποσαχάριας Αφρικής, ή και σε παιδιά οπουδήποτε αν εκτίθενται συχνά-πυκνά σε δημόσιες μουσικές εκδηλώσεις), ο καθένας συμμετέχει στη μουσική – τακτικά, αυθόρμητα, και ολόψυχα – κι έτσι επωφελείται από τα πολλά πλεονεκτήματα προσαρμογής” που προσφέρει.

Είναι λοιπόν καθοριστικός ο ρόλος τής μητέρας κι εν γένει του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη της έμφυτης μουσικής κλίσης σ’ ένα παιδί. Έτσι πρέπει να εξηγείται η ύπαρξη όχι μόνον μουσικών οικογενειών, μα και μουσικών φυλών, όπως οι τσιγγάνοι και οι μαύροι. Δεν είναι τα πάντα κληρονομικά, παρά τον σημαντικό ρόλο τής κληρονομικότητας: οι εν δυνάμει ικανότητες πρέπει να καλλιεργηθούν, αλλιώς θα παραμείνουν σε λανθάνουσα κατάσταση, εν αχρηστία, σαν κάποιο ατροφικό μέλος.

“Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι Αφροαμερικάνοι έχουν αυτό το θείο δώρο”,σχολιάζει ο Reznikoff, αναφερόμενος στην έμφυτη τάση, το ειδικό ταλέντο. “Οι Αφρικανοί έχουν μεγάλη παράδοση στη μουσική και το τραγούδι. Επιπλέον, έχουν κρατήσει μερικούς πρωτόγονους τρόπους έκφρασης και συναισθήματος κι έτσι είναι ίσως πιο κοντά στην αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες επίσης αγαπούσαν πολύ το τραγούδι και τον χορό, όπως και οι Άραβες σήμερα.

“Αφού είμαστε ανθρώπινα όντα, με την αίσθηση της ακοής και της όρασης, συμβαίνει να έχουμε και σταθερές στην τέχνη. Αυτές οι σταθερές στη μουσική έχουν να κάνουν με τους φυσικούς νόμους συντονισμού και συνήχησης: όταν πάλλεται μια χορδή, ακολουθεί τους νόμους που διέπουν τον ήχο, παράγοντας ήχους και αρμονικές που ευχαριστούν την ακοή μας – άρα, το σώμα μας ανταποκρίνεται.
“Είναι εντυπωσιακό ένα όργανο σαν την κιθάρα να υπάρχει σε όλους τούς πολιτισμούς.
Η συμπεριφορά τής χορδής και των σωμάτων είναι ίδια παντού. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους αυλούς. Σημειωτέο πως τα όργανα αυτά χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους σε όλους τούς πολιτισμούς. Αλλά μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, κι εκτός από τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, βλέπουμε να υπάρχουν παντού οι ίδιοι μουσικοί νόμοι. Πρόκειται για μια παγκόσμια αντίληψη περί συνήχησης επειδή ακριβώς έχουμε να κάνουμε μ’ έναν φυσικό νόμο.
“Την αντίληψη αυτή όμως τη χάσαμε από τις αρχές τού 19ου αιώνα που μπήκε στη μουσική το πιάνο αλλάζοντας το φυσικό κούρδισμα των οργάνων. Γιατί το πιάνο χορδίζεται διαφορετικά, με τα εξισωμένα διαστήματα της συγκερασμένης κλίμακας. Αυτό το κούρδισμα είναι λαθεμένο, αν το εξετάσουμε από την άποψη του φυσικού συντονισμού. Οφείλεται στην τεράστια ανάπτυξη της μουσικής – αλλά ενός είδους καλλιεργημένης, συναισθηματικής, εγκεφαλικής μουσικής, που εγκατέλειψε τη φυσική της βάση, την ριζωμένη στο σώμα και την ψυχή.

“Το αντίστοιχο συνέβη και στη ζωγραφική: Έχουμε την αρχαία τέχνη ή ακόμη και την αγιογραφία, κι έπειτα έχουμε την τέχνη τής ομορφιάς, ακόμη κι αν απεικονίζει αγίους ή τη Θεοτόκο. Αν δεις τη Madonna τού Ραφαήλ, είναι πραγματικά όμορφη, οι κινήσεις της είναι όμορφες, και η τέχνη βρίσκεται σ’ αυτήν την ομορφιά κι όχι στη δύναμη που ασκεί βαθιά μες στην ψυχή σου μια αγιογραφία. Χάσαμε λοιπόν αυτές τις βαθιές ρίζες που σχετίζονται με τα βιολογικά μας σώματα – γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε υλικά όντα που υπακούμε στους φυσικούς νόμους. Τώρα η τέχνη είναι πάρα πολύ εγκεφαλική, όπως λ.χ. η αφηρημένη τέχνη, ή ακόμα η μουσική με ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

“Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι είχαν λεπτό, φίνο αυτί που έπιανε όλες τις αποχρώσεις. Η λύρα ήταν μαλακό όργανο, όπως και τα παλιά παραδοσιακά. Αλλά κι όταν άκουγε κανείς τη μουσική των οργάνων αυτών, χρησιμοποιούσε πιο πολύ το πνεύμα του – ας θυμηθούμε και τη μεγάλη διάρκεια των κειμένων των παλιών τραγουδιών. Τώρα, βέβαια, έχουμε εκείνα τα τεράστια μηχανήματα με τα πολλά decibel! Όλα τα όργανα είναι ενισχυμένα κι έχουν τροποποιηθεί προς τον σκοπό αυτό. Το βιολί είναι πια σκληρό όργανο, όπως και το πιάνο.

“Εγώ, προσωπικά, πιστεύω στη φυσική προσέγγιση της αρχαιότητας – χωρίς να τη μιμούμαστε και να την αντιγράφουμε. Πρέπει να επιστρέψουμε στη λεπτή ακουστική τής αρχαιότητας, γιατί ο άνθρωπος εν τέλει παραμένει ο ίδιος ψυχή τε και σώματι. Αυτοί οι φυσικοί νόμοι – οι τόσο πλούσιοι που δημιούργησαν όλους εκείνους τους πολιτισμούς – είναι σαν το οξυγόνο για μας. Στις μεγαλουπόλεις, βέβαια, μπορεί να ζούμε μέσα στη ρύπανση της ατμόσφαιρας, αλλά δεν είμαστε φτιαγμένοι γι’ αυτό: είναι καλύτερα ν’ αναπνέουμε καθαρό αέρα…
“Σκοπός τής μουσικής στην αρχαιότητα δεν ήταν απλώς η διασκέδαση. Είχε να κάνει κυρίως με τον αόρατο κόσμο. Αυτό ισχύει και για τους πυθαγόρειους και στη συνέχεια για την πλατωνική σχολή και παλιότερα για την ορφική παράδοση που επηρέασε και την χριστιανική Εκκλησία. Για την ορφική παράδοση, η μουσική χρησιμεύει πράγματι στη σύνδεση με το αόρατο: στην προετοιμασία τού ταξιδιού τής ψυχής μετά θάνατον ως την αιωνιότητα”…

Ορφέας, του Marc Chagall

Ο “λαβύρινθος” τής σκέψης τού Reznikoff και οι αντιδιαστολές “μαλακών” και “σκληρών” οργάνων μπορεί να μας μπερδεύουν. Το κλειδί για την κατανόησή του βρίσκεται σ’ εκείνο το εύστοχο παράδειγμα από τον χώρο τής ζωγραφικής. Οι γλυκές μελωδίες και οι απαλές φωνές στα περισσότερα νανουρίσματα λ.χ. είναι το αντίστοιχο της Μαντόνας τού Ραφαήλ.

Το εντελώς αντίθετο πρότεινε ο Πλάτων για τα παιδιά που δύσκολα τα πιάνει ύπνος: “αι μητέρες ουχ ησυχίαν αυτοίς προσφέρουσιν, αλλά τουναντίον κίνησιν, και ατεχνώς οίον καταυλούσι των παιδίων”. Αν πειραματιστεί κανείς, λένε, βλέπει πως η… πλατωνική τεχνική είναι άκρως αποτελεσματική!
Ανάλογη παρεξήγηση φαίνεται να διακατέχει και τους ψυχοθεραπευτές που, αν χρησιμοποιούν τη μουσική, επιλέγουν κομμάτια με απαλούς ήχους, έχοντας στο βάθος για… γαρνιτούρα νερά να κελαρύζουν και πουλάκια να κελαηδούν. Το αντίθετο ακριβώς επεδίωκαν οι αρχαίοι κατά τις ψυχοθεραπευτικές τους τελετές με την σκόπιμα έντονη και μονότονα επαναλαμβανόμενη μουσική.
“Το πυρ καθαίρει, το δε ύδωρ αγνίζει”, έλεγε ο Πλούταρχος.

Στην αρχαία Ελλάδα κάθαρση ονόμαζαν τον ψυχικό και ηθικό εξαγνισμό μέσω της διονυσιακής έκστασης.(ζ) Χρησιμοποιώντας κατάλληλες μελωδίες και ρυθμούς, προκαλούσαν την έξαψη του ψυχικά διαταραγμένου σε τέτοιο βαθμό ώστε να επακολουθήσει η αντίδραση που θα τον ξανάφερνε στην πρότερή του φυσιολογική κατάσταση. Πρόκειται για μεθόδους μαγείας που επιβίωναν ακόμη και στον “πολιτισμένο” κόσμο ως τη δεκαετία τού ’60. Τώρα που έχουμε τόσο “εκπολιτιστεί”, δύσκολα μας εξάπτουν οι μουσικοί ήχοι…
(ζ) Αυτή είναι η αρχική σημασία τής λέξης κι όχι εκείνη που προβάλλεται σε περιόδους πολιτικής διαφθοράς. Κάθαρση, κατά τον Αριστοτέλη, υφίσταντο και οι θεατές τής αρχαίας τραγωδίας με τα συναισθήματα οίκτου και φόβου που προκαλούσαν τα πάθη και το τραγικό τέλος των ηρώων.
Στην αρχαία Ελλάδα κάθαρση ονόμαζαν τον ψυχικό και ηθικό εξαγνισμό μέσω της διονυσιακής έκστασης. Κάθαρση υφίσταντο και οι θεατές τής αρχαίας τραγωδίας με τα συναισθήματα οίκτου και φόβου που προκαλούσαν τα πάθη και το τραγικό τέλος των ηρώων.

Κυβέλη και Άττις, τρεις Κορύβαντες, Αιών, Ήλιος, Εωσφόρος,Σελήνη, Έσπερος, Ποσειδών, Θέτις και Γαία, στη « φιάλη τού Parabiago » (2ος-4ος αιώνας μ.Χ.)

“Υπήρχε στενή σχέση ανάμεσα στο έλος (εστία μολύνσεων και πυρετών), τις συνακόλουθες νευροψυχικές διαταραχές και την ίασή τους με τη μουσική στις θεραπευτικές τελετουργίες των Κορυβάντων και των Βακχίδων.(η) Αυτά τα δεδομένα επιτρέπουν μια καλύτερη ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Μπορούμε να τα ανασυστήσουμε όχι πια μέσα σ’ ένα αποκλειστικά ανορθολογικό πλαίσιο με διάχυτο μυστικισμό, αλλά σε μια πραγματικότητα με τραγικά βιώματα στην ροή τού χρόνου.
(η) Κορύβαντες: ιερείς τής Κυβέλης (ή Ρέας) στη Φρυγία, συνδεδεμένοι με τον Διόνυσο-¬Βάκχο, που εκτελούσαν οργιαστικούς χορούς συνοδεία κυμβάλων, κροτάλων, αυλών και τυμπάνων (> κορυβαντισμός (κάθαρση) / κορυβαντιώ).
Τις συνοδούς τού Διονύσου, Βακχίδες, Βάκχες ή Μαινάδες (< μαίνομαι / μανία), τις γνωρίσαμε ήδη ως φόνισσες του Ορφέα (βλέπε προηγούμενη Περιήγηση 9η).

“Έτσι, η βιολογική και παθολογική αιτία των παραισθήσεων επανεμφανίζεται ως ένα αρχέτυπο του μυθολογικού και ονειρικού κόσμου τής φαντασίας. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες, αν κι έδιωξαν τους αρχαίους θεούς που έπαιζαν έναν ρόλο στην θεραπεία, δεν εξάλειψαν την ελονοσία – παλιά μάστιγα όπως και ο κόσμος, αλλά πάντοτε παρούσα. Αυτή η θρακο-φρυγική και ορφικο-πυθαγόρεια μουσικοθεραπεία επιβίωσε λίγο-πολύ σε ορισμένες λαϊκές, θρησκευτικές ή ειδωλολατρικές παραδόσεις.
“Σε τι συνίσταντο αυτές οι ιδιαίτερες μουσικές; Σε ποιο επίπεδο της ψυχής και του σώματος επενεργούσαν; Πώς και γιατί ήταν αποτελεσματικές; Τα κείμενα μας δίνουν μια ιδέα. Μπορούμε να φτάσουμε πιο μακριά; Προφανώς, αν επεξεργαστούμε αυτόν τον πλούσιο και πολύμορφο φάκελο με μια ευτυχή συγκυρία δεδομένων τής γεωγραφικής και εθνολογικής αιματολογίας, και της ιατρικής ανθρωπολογίας – επιστήμες που διαθέτουν ήδη πληθώρα πληροφοριών – και προσθέσουμε τα αποτελέσματα των εθνομουσικολογικών ερευνών, χωρίς να λησμονούμε τη μεσαιωνική και την αρχαία μουσικολογία, ανατολική και δυτική.”

Βακχικός χορός μαινάδων στο δάσος, του Gustave Doré

Με αυτήν τη μάλλον… σιβυλλική σύνοψη της ανακοίνωσής της, Η Μουσική στις Θεραπευτικές Τελετουργίες των Κορυβάντων και των Βακχίδων, η Denise Jourdan-Hemmerdinger θέλησε να προϊδεάσει το ακροατήριό της στο 3ο μουσικολογικό συνέδριο των Δελφών το 1988. Δυστυχώς, είχε έναν δεινό αντίπαλο: τον αμείλικτο χρόνο. Μέσα σε λίγη ώρα – όση είχε διατεθεί στους ομιλητές – έπρεπε ν’ αναπτύξει ένα τεράστιο θέμα, που θα μπορούσε ν’ αποτελεί το θέμα ενός ξεχωριστού συνεδρίου. Ο ρυθμός… πολυβόλου που επέλεξε, για να προλάβει να τα πει “όλα”, αποδείχθηκε τελικά boomerang για την ίδια και το εξόχως ενδιαφέρον θέμα της.

Οι επιστήμονες, πάντως, έστω και αποσπασματικά, πρόλαβαν να κάνουν εθνολογικές, μουσικολογικές και ιατρικές έρευνες στην Ινδία, την Ινδοκίνα, τη Σιβηρία, την Αιθιοπία, τη Σενεγάλη, την Αϊτή, στους ιθαγενείς τής Αμερικής (Ινδιάνους κι Εσκιμώους) και αλλού. Στην περιοχή μας, τέτοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν στην Κάτω Ιταλία, ειδικά στην περιοχή τού Τάραντα, όπου προέκυψε ο γνωστός χορός tarantella, που αποτελούσε παλιότερα βασικό στοιχείο τού μουσικού εξορκισμού για την εξουδετέρωση του δηλητηρίου τής αράχνης tarantula.

Στην ίδια παράδοση εντάσσεται κι ένα τελετουργικό, κυρίως Θρακικό, τα αναστενάρια, που είναι πανάρχαια αφού τις πρώτες γραπτές πληροφορίες για τελετές πυροβασίας τις βρίσκουμε στις Βάκχες τού Ευριπίδη. Αργότερα ο Στράβων μίλησε για τις ιέρειες της Αρτέμιδος σε Μικρασία και Ιταλία που πυροβατούσαν με μεγάλη άνεση. Στο Βυζάντιο οι αναστενάρηδες ονομάζονταν “ψυχάρια” και “ασθενάρια” (εξ ου και αναστενάρια), ενώ γύρω στο 1800 οι τελετές αυτές ήταν διαδεδομένες όχι μόνο στα Βαλκάνια, αλλά και σε όλη τη Μικρασία.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στ’ αναστενάρια είναι μάλλον η ακαΐα – η (τουλάχιστον φαινομενική) κατάργηση ενός φυσικού νόμου. Αυτή η πλευρά τής τελετής κεντρίζει τόσο τη φαντασία ώστε όλοι σχεδόν ξεχνούν ν’ αναφερθούν στον καθοριστικό ρόλο τής μουσικής και του χορού που, όπως υποστηρίζουν πολλοί ειδικοί, βοηθούν στη συναισθηματική αποφόρτιση κι έτσι έχουν θεραπευτική επίδραση στους μετέχοντες. Τα αναστενάρια λοιπόν είναι, κατά μια άποψη, ένα ψυχοθεραπευτικό τελετουργικό σύστημα.
Η μουσική και ο χορός βοηθούν στη συναισθηματική αποφόρτιση κι έτσι έχουν θεραπευτική επίδραση στους μετέχοντες.
Τα συστήματα αυτά, κατά τον Levi-Strauss, παρέχουν στον ασθενή μια δίοδο έκφρασης ανέκφραστων καταστάσεων. Κατά την θεραπευτική διαδικασία, ο μετέχων δέχεται εκ των έξω έναν κοινωνικό μύθο που δεν παρουσιάζει συγκρούσεις και, συνεπώς, δεν ανταποκρίνεται στην προηγούμενη προσωπική του κατάσταση.
Στο πλαίσιο αυτό, η πραγματικότητα πιέζεται να ταυτιστεί με τον εν λόγω κοινωνικό μύθο. Χωρίς τη μουσική και τον χορό, όμως, η μέθεξη δεν είναι εφικτή:
“Η μονότονος μουσική”, γράφει ο ψυχίατρος Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης στιςΠαρατηρήσεις εις την Πυροβασίαν των Αναστενάρηδων και Πιθανή Εξήγησις της Ακαΐας, “αποτελεί προϋπόθεσιν αλλαγής τής ψυχικής διαθέσεως, δημιουργεί ανάλογον συναισθηματικήν κατάστασιν, εξάπτει τα υποφλοιώδη (κινητικά και συναισθηματικά) κέντρα, ώστε τα πάντα να εκτελώνται αυτομάτως και ευχερώς, εξουδετερουμένης της ανασταλτικής δράσεως του φλοιού.
“Ο χορός εν γένει υποκινούμενος και υπό της μουσικής, αποτελεί ως γνωστόν κατά μέγα μέρος αυτοματικήν εκδήλωσιν και αυτός καθεαυτόν νέαν προϋπόθεσιν δια την δημιουργίαν τής όλης ψυχικής εκστατικής καταστάσεως, ο δε θρησκευτικός έτι μάλλον. Δια τούτο όλαι αι πρωτόγονοι θρησκείαι ‘χορεύονται’, όλα τα ευχάριστα γεγονότα ‘χορεύονται’. Κατά τον χορόν υπάρχει συναισθηματική ιδιάζουσα κατάστασις, υπάρχει περισσότερος αυτοματισμός και υποσυνείδητοι λειτουργίαι, υπάρχει μικρά ή μεγάλη απορρόφησις εις εαυτόν και διακοπή τής επαφής προς το περιβάλλον. Θα ηδύνατό τις να είπη ότι ο χορός είναι βαθμίς τις εκστάσεως, ευοδοί το φαινόμενον της εκστάσεως.”
“Ο χορός είναι βαθμίς τις εκστάσεως, ευοδοί το φαινόμενον της εκστάσεως.” (Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης)

Νταούλι

Νταούλι

“Την τάσιν προς ομαδικήν συνένωσιν φαίνεται ότι, ιδιαιτέρως, συντονίζει η μουσική”,σχολιάζει από την πλευρά του ο επίσης ψυχίατρος Παντελής Κρανιδιώτης, αναλύοντας Τα Αναστενάρια ως Ψυχοσωματικόν Φαινόμενον. “Ο Κ[ωνσταντίνος] Ρωμαίος τούτο ακριβώς αντελήφθη, όταν λέγει ‘η μουσική κάνει την ανθρώπινη ψυχή να νοιώθει ερημιά τέτοια, που ποθεί να σμίξει με τους άλλους χορευτές για να ζητήσει να ξεσπάσει’. Αφ’ ετέρου ο Π[ολύδωρος] Παπαχριστοδούλου υπογραμμίζει την απήχησιν της μουσικής επί των ατόμων τούτων λέγων ότι η μουσική ‘εξασκεί κάποιαν ιδιαίτερη επίδραση πάνω στο νευρικό σύστημα των υστερόπαθων απλοϊκών χωρικών’.
“Ούτως ή άλλως όμως και ανεξαρτήτως της ποιότητος του δέκτου, πας τις θα ηννόη την συναρπαστικήν ταύτην δύναμιν της μουσικής, εάν υφίστατο προ παντός το καιρίως συνταρακτικόν ‘νταούλι’ μέσα εις το ‘κονάκι’, όπου ‘πάντες οι θεαταί ανεκινούντο και εταλαντεύοντο’ υπό τους ήχους του.
“Ασφαλεστέρα είναι η συναισθηματική εξερέθισις, όσον η μουσική είναι περισσότερο οικεία. Εις τον σκοπόν τούτον τείνει προφανώς ο συγκερασμός τής θρησκευτικής ταύτης τελετής μετ’ ασμάτων, εις τα οποία σαφώς μεθερμηνεύεται η ποικιλία των πλέον πυρηνικών συναισθημάτων τής λαϊκής ψυχοσυνθέσεως και όπου προ πάντων κυριαρχούν τα ηρωικά στοιχεία, τα οποία μόνον εις ερεθιστικήν, αγρίαν έκστασιν δύνανται να φέρουν.
“Ο συνδυασμός ούτος φαίνεται πολύ περισσότερον αποδοτικός δια την πρόκλησιν του απαιτουμένου συναισθηματικού οργίου από τα παράγοντα την στατικήν μάλλον έκστασιν εκκλησιαστικά άσματα και τροπάρια, τα οποία ολοκληρωτικώς απουσιάζουν από την θρησκευτικήν ταύτην τελετήν.
“Η μουσική αύτη των αναστενάρηδων από αιώνων οικεία δι’ αυτούς είναι δημιούργημα και κτήμα τού ιδικού των συναισθηματισμού και δια τούτο δύναται ασφαλώς να τον αναστατώνει και δη κατ’ εντόνως ερεθιστικόν τρόπον. Αλλ’ όμως ενταύθα φαίνεται ότι από την μουσικήν βασικότερον ρόλον παίζει ο ρυθμός και – καθώς λέγει ο μουσικολόγος κ. [Παντελής] Καβακόπουλος – ‘εκείνο το οποίον συνεπαίρνει τους αναστενάρηδες είναι το νταούλι με τους ποικίλους ρυθμούς του’.”(θ)
(θ) Είναι προφανής η “αφ’ υψηλού” αντιμετώπιση των αναστενάρηδων από τους εν λόγω ψυχιάτρους: πρόκειται περί “υστερόπαθων [υστερικών;] απλοϊκών χωρικών” με “λαϊκήν ψυχοσύνθεσιν”, διατελούντες “εις ερεθιστικήν, αγρίαν έκστασιν”, που περιγράφεται ως “συναισθηματικόν όργιο”, υπό τους ήχους μιας μουσικής που είναι “κτήμα τού ιδικού των συναισθηματισμού”… Αναγνωρίζουν, ωστόσο, πως η απήχηση της αναστενάρικης μουσικής και του χορού, σε αυτό ιδίως το περιβάλλον, είναι το ίδιο καταλυτική “ανεξαρτήτως της ποιότητος του δέκτου”, έχοντας προφανώς κατά νου πως μεταξύ των αναστενάρηδων φιγουράρουν πλέον και τα ονόματα αρκετών “υστερόπαθων απλοϊκών”… επιστημόνων και διανοουμένων!

Ανάγλυφο μαινάδας με τύμπανον

Ο ρυθμός, άρρηκτα συνδεδεμένος με τον χορό, είναι το πρώτο στοιχείο μουσικής που νιώθει ο άνθρωπος. Ακόμη και τώρα, ο πρώτος ήχος που ακούει το έμβρυο είναι ο ρυθμικός χτύπος τής καρδιάς τής μάνας του, πολύ πριν απολαύσει το τραγούδι της – αν είναι, βέβαια, καλλίφωνη. Αλλά κι αν δεν είναι, το στοιχείο τού ρυθμού τού μένει, καταγεγραμμένο στα βαθύτερα από τα υποφλοιώδη κέντρα τού εγκεφάλου. Όταν εξάπτονται, εξουδετερώνουν τις αναστολές τού ανθρώπου κι έτσι καταλαμβάνεται από έκσταση, ενεργώντας όχι ως άτομο, αλλ’ ως μέλος τής ομάδας.(ι) Γι’ αυτό η μελωδία, το δεύτερο στοιχείο τής μουσικής, είναι σκόπιμα μονότονη και επίμονα επαναλαμβανόμενη, ενώ και ο λόγος, όταν υπάρχει, είναι εξίσου στοιχειώδης: ακριβώς για ν’ αποφευχθεί η εκ νέου ενεργοποίηση του φλοιού και να κορυφωθεί η έκσταση.
(ι) Η μουσική υπήρξε το πρώτο μου επάγγελμα από την εποχή ήδη των γυμνασιακών μου χρόνων στο πλευρό τού πατέρα μου, Γιάννη Λουκοβίκα. Θυμάμαι πως από τότε, λόγω και μουσικών γνώσεων, ένιωθα απορία, μα και ενόχληση, κάθε φορά που ο κόσμος αποθέωνε τον drummer ή όποιον έπαιζε κρουστά όταν σόλαρε, παρόλο που η δουλειά του δεν ήταν τόσο δύσκολη όσο των υπολοίπων μουσικών, οι οποίοι όμως ποτέ δεν εισέπρατταν ανάλογα θερμό χειροκρότημα. Η απάντηση σε αυτήν την παιδική μου απορία δίνεται σε αυτήν την Περιήγηση…

Ο πρώτος ήχος που ακούει το έμβρυο είναι ο χτύπος τής καρδιάς τής μάνας του. Το στοιχείο τού ρυθμού βρίσκεται στα βαθύτερα κέντρα τού εγκεφάλου που, όταν εξάπτονται, εξουδετερώνουν τις αναστολές τού ανθρώπου κι έτσι καταλαμβάνεται από έκσταση, ενεργώντας όχι ως άτομο, αλλ’ ως μέλος τής ομάδας.

Η Κυβέλη με τύμπανον, μπρούντζινο αγαλματίδιο (2ος αιώνας μ.Χ.)

Όλ’ αυτά δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητα από τους φιλοσόφους στην αρχαία Ελλάδα, που διεπίστωσαν ιδίοις όμμασι τον καθοριστικό ρόλο τού ρυθμού στη διαφύλαξη, μεταβολή ή απώλεια του ήθους τής μουσικής. Ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι διερεύνησαν το ήθος τού ρυθμού, της μελωδίας,των γενών και των αρμονιών ή τρόπων, όχι μόνον επειδή η μουσική ήταν το υπόβαθρο της παιδείας, αλλά και γιατί – πολύ σωστά – θεωρούσαν τη μουσική ως δεύτερη γλώσσα, ικανή να εκφράσει όπως και ο λόγος και να ασκήσει καταλυτική επίδραση στους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους νέους.
“Ουκ έστι πράξις εν ανθρώποις, ήτις άνευ μουσικής τελείται”, έλεγε χαρακτηριστικά ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός ενώ, για την διαπαιδαγώγηση των νέων, ο Πλούταρχος σημείωνε ότι “δια μουσικής πλάττειν τε και ρυθμίζειν επί το εύσχημον”, επειδή η τέχνη τού Ορφέα έχει ευεργετική επίδραση “προς πάντα και πάσαν εσπουδασμένην πράξιν”,καταλήγοντας: “Μουσική φαύλη και άσματα πονηρά ακόλαστα ποιούσιν ήθη και βίους ανάνδρους και ανθρώπους τρυφήν και μαλακίαν και γυναικοκρασίαν.”

Το ήθος τής μουσικής διακρινόταν γενικά στο διασταλτικό – αυτό που προκαλεί ταραχή ή διέγερση – το συσταλτικό – δηλαδή το αντίθετό του – και το ησυχαστικό – αυτό που γαληνεύει τον άνθρωπο. Οι εμπεριστατωμένες φιλοσοφικές μελέτες στηρίχθηκαν προφανώς σε παρατηρήσεις πάνω σε αρχαία λαϊκά δρώμενα αντίστοιχα με τις μουσικοθεραπευτικές τελετουργίες. Οι φιλόσοφοι διεπίστωσαν ότι κάθε ρυθμική ή μελωδική κίνηση προκαλεί συγκεκριμένες συναισθηματικές αντιδράσεις, με θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα – ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Έκριναν λοιπόν πως οι ήχοι με τις ευεργετικές επιδράσεις θα πρέπει να εγκωμιάζονται και οι άλλοι να καυτηριάζονται.
Το ήθος τής μουσικής – του ρυθμού, της μελωδίας, των γενών και των αρμονιών ή τρόπων – διακρινόταν στο διασταλτικό, το συσταλτικό και το ησυχαστικό.

Ήταν επόμενο η έννοια του ήθους, που βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής τού κάθε φιλοσόφου, να χρησιμοποιηθεί και για τον καυτηριασμό κάθε μουσικού νεωτερισμού από την πλευρά των συντηρητικών, όπως είδαμε ήδη στην προηγούμενη 9η περιήγηση. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως το ήθος μάς είναι άχρηστο. Αλλιώς, γιατί να έχει ήδη υιοθετηθεί αυτή η αρχαία ελληνική ιδέα από τους Πέρσες και τους Άραβες;
Ωστόσο, δεν είναι η έννοια αυτή παντελώς άγνωστη σήμερα; Γιατί θα πρέπει να μας απασχολεί το ήθος τής μουσικής (και όχι μόνο) σε μια κατ’ εξοχήν ανήθικη από κάθε άποψη εποχή; Δεν είναι… αναχρονισμός;

Από το: www. peripluscd.wordpress.com

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.