Το σκάνδαλο με τους «Ερμοκοπίδες» και οι κατηγορίες προς τον Αλκιβιάδη

Θλίψη και οργή προκαλεί διεθνώς η πολιτική των τζιχαντιστών με την καταστροφή μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς με βαριοπούλες και εκρηκτικά. Ίσως τα διπλωματικά και πολιτικά μεγέθη είναι διαφορετικά αλλά η Unesco και άλλοι διεθνείς φορείς, που καταγγέλλουν αυτή την πρακτική, δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με την καθημερινή κακοποίηση των αρχαίων μνημείων στην Ελλάδα από τους κάθε είδους «διαμαρτυρόμενους».

Ίσως γιατί αυτοί δεν επηρεάζουν την διεθνή σκακιέρα, αλλά μόνο την μίζερη ελληνική πραγματικότητα που είναι ούτως ή άλλως απαξιωμένη λόγω της κρίσης και της διαχρονικής αδιαφορίας των αρχών.

Το πιο πρόσφατο «έργο» των βανδάλων ήταν οι μπογιές και τα συνθήματα στο περίφημο μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα. Πάνω στη βάση του αρχαίου χορηγικού μνημείου έγραψαν με πράσινο σπρέι «Τα ελληνικά σας μνημεία είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών»…

Οι καταστροφές των αγαλμάτων και μνημείων στους δημόσιους χώρους δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο.
Σε αντίθεση με την σημερινή εποχή που κανείς δεν τιμωρείται για τη βεβήλωση των αγαλμάτων, στην αρχαιότητα οι αρχές τους αναζητούσαν για να τιμωρηθούν.

Οι Ερμοκοπίδες

Δημοσθένης 280 π.Χ.Οι πιο γνωστοί βανδαλιστές που έδρασαν την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου στην Αθήνα ήταν οι «Ερμοκοπίδες».
Ένα βράδυ του Μαΐου το 415 π.Χ. μια ομάδα ανθρώπων έσπασε όλες τις κεφαλές «Ερμών», που βρίσκονταν στημένες μπροστά από τα σπίτια, τους δρόμους και στην Αγορά της Αθήνας.

Οι «Ερμές» ήταν προτομές, που απεικόνιζαν τον θεό Ερμή ή επιφανείς Αθηναίους πολίτες, και ήταν στημένες πάνω σε μαρμάρινες τετράπλευρες στήλες που λειτουργούσαν ως οδοδείκτες και ως σύμβολα των ορίων των ιδιωτικών χώρων.

Η βεβήλωση των αγαλμάτων προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο. Θεωρήθηκε ιεροσυλία και κακός οιωνός γιατί πραγματοποιήθηκε μια μέρα πριν ο στόλος της Αθήνας αποπλεύσει για να συνδράμει με τις δυνάμεις της, στον πόλεμο της Εγέστας της Σικελίας με τον Σελινούντα.

Αμέσως πραγματοποιήθηκε έκτακτη σύνοδος από την εκκλησία του Δήμου και ορίστηκαν «ζητητές», δηλαδή ανακριτές της υπόθεσης οι Χαρικλής, Διόγνιτος και Πείσανδρος και εκδόθηκε ψήφισμα που προκήρυσσε «μήνυτρα» δηλαδή αμοιβή σε όποιον κατέδιδε τους δράστες.

Το ποσό ανερχόταν στις 1.000 δραχμές, ενώ σύμφωνα με το ψήφισμα του Πεισάνδρου το ποσό έφτασε τις 10.000 δραχμές.
Επιπλέον ο δήμος παρείχε «άδεια», δηλαδή προστασία σωματικής ακεραιότητας και ασυλία έναντι κάθε δίωξης σε όσους βοηθούσαν στην σύλληψη των δραστών. Δικαίωμα να βοηθήσουν στην έρευνα είχαν όλοι οι πολίτες της Αθήνας, οι μέτοικοι ακόμα και οι δούλοι.

Πολλοί δικάστηκαν και θανατώθηκαν για την καταστροφή των μνημείων. Μεταξύ των υπόπτων ήταν και ο Αλκιβιάδης, που είχε οριστεί μαζί με το Λάμαχο και το Νικία στρατηγός της εκστρατείας στην Σικελία. Όταν οι Αθηναίοι τον κάλεσαν να επιστρέψει για να δικαστεί, ο Αλκιβιάδης διέφυγε στη Σπάρτη και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.

Η τιμωρία των Ερμοκοπίδων και του Αλκιβιάδη

Οι Ερμοκοπίδες είχαν καταστρέψει όλες τις «Ερμές» εκτός από εκείνη που βρισκόταν μπροστά στο σπίτι του Ανδοκίδη, γι’αυτό θεώρησαν ότι γνώριζε τους δράστες και τον συνέλαβαν.
Ο Ανδοκίδης αρνήθηκε να μιλήσει και φυλακίστηκε. Αργότερα κάποιοι κατήγγειλαν ως υπεύθυνους τους Κορίνθιους, ενώ άλλοι ανέφεραν ότι ένοχοι ήταν ο στρατηγός Αλκιβιάδης και οι φίλοι του, οι οποίοι μεθούσαν και πραγματοποιούσαν κρυφά Ελευσίνια μυστήρια στο σπίτι του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο η κατηγορία του Αλκιβιάδη υποκινήθηκε από τον Ανδροκλή, έναν πολιτικό του αντίπαλο, ο οποίος χρησιμοποίησε ψευδομάρτυρες.

Ο δούλος του Αλκιβιάδη επιβεβαίωσε τις κατηγορίες για την τέλεση μυστηρίων, αλλά η υπόθεση του δεν εκδικάστηκε γιατί η παρουσία του ήταν απαραίτητη στην εκστρατεία της Σικελίας και αποφασίστηκε να δικαστεί όταν επιστρέψει.

Την περίοδο που ο Αλκιβιάδης έλειπε στη Σικελία, ο Διοκλείδης κατηγόρησε για την καταστροφή των αγαλμάτων δύο βουλευτές και δεκάδες επιφανείς Αθηναίους πολίτες. Η υπόθεση φάνηκε ότι έκλεισε. Ο Διοκλείδης έγινε ήρωας και οι κατηγορούμενοι του φυλακίστηκαν.

Ωστόσο λίγο καιρό αργότερα ο Ανδοκίδης, που ήταν φυλακισμένος αποφάσισε να πει την αλήθεια για τους ενόχους με αντάλλαγμα να παραχωρηθεί «άδεια» σε εκείνον και στην οικογένειά του.
Κατηγόρησε έναν φίλο του, τον Ευφίλητο, ο οποίος του είχε εκμυστηρευτεί ότι σκεφτόταν να κόψει τις «Ερμές» και μετά το συμβάν πήγε στο σπίτι του και τον απείλησε να μη μιλήσει. Τα λεγόμενα του Ανδοκίδη αποκάλυψαν ότι ο Διοκλείδης είχε πει ψέματα γι’αυτό εκτελέστηκε.
Αλλά η υπόθεση δεν έκλεισε γιατί λίγο αργότερα φανερώθηκε ότι και ο Ανδοκίδης είχε πει ψέματα.

Οι Αθηναίοι κάλεσαν τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει από τη Σικελία με το πλοίο «Σαλαμινία» για να δικαστεί. Ο Αλκιβιάδης είπε ότι θα τους ακολουθούσε με το δικό του πλοίο του αλλά όταν μπόρεσε διέφυγε στην Πελοπόννησο γιατί γνώριζε ότι οι Αθηναίοι θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο.
Τελικά καταδικάστηκε ερήμην του σε θάνατο, δημεύτηκε η περιουσία του και ο Αλκιβιάδης ζήτησε άσυλο από τους Σπαρτιάτες και έγινε στρατιωτικός τους σύμβουλος.

www.mixanitouxronou.gr

 

Πώς σώθηκε το περίφημο μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα από τα χέρια του Έλγιν. Γιατί η κυβέρνηση το αντάλλαξε με ένα μεγάλο οικόπεδο στο Κολωνάκι

Στην περιοχή της Πλάκας, στην ομώνυμη πλατεία, βρίσκεται το εντυπωσιακό κυλινδρικό μνημείο του Λυσικράτη, που διασώθηκε μέσα στους αιώνες παρά τις επιδρομές, τους πολέμους και την ασύδοτη δράση των αρχαιοκαπήλων. Η ιστορία του είναι εντυπωσιακή.

Πρόκειται για ένα κυλινδρικό κτίσμα με έξι κίονες εξωτερικά κορινθιακού ρυθμού, ύψους 6,50 μέτρων που δημιουργήθηκε κατά την 111η Ολυμπιάδα (335-334π.Χ.). από τον Λυσικράτη και το προσέφερε στην πόλη της Αθήνας. Πάνω του υπάρχει επιγραφή που θυμίζει τη νίκη του Λυσικράτη Λυσιθείδη στα Διονύσια. Μάλιστα στη ζωφόρο παρατίθεται και ο μύθος του Διονύσου με την αιχμαλωσία του από Τυρρηνούς πειρατές.
Στη σκέπη του είναι τοποθετημένη άκανθος, στην οποία στηριζόταν ο χορηγικός τρίποδας.
Κατά την αρχαιότητα οι χορηγοί ήταν πλούσιοι Αθηναίοι που όταν κέρδιζαν στους θεατρικούς αγώνες, έστηναν μνημεία και στην κορυφή τους τοποθετούσαν το έπαθλο τους.

To μνημείο ενσωματωμένο με το μοναστήρι των Καπουτσίνων. Δεξία η αρχαία οδός Τριπόδων, η οποία πήρε το όνομα της από τα τρίποδα, δηλαδή τα έπαθλα των χορηγών Αθήνα 1755,

Έργο του Γάλλου αρχιτέκτονα Julien-David Leroy

Στα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούσαν ότι η άκανθος ήταν η βάση κάποιου φαναριού και έτσι έλαβε το όνομα «λύχνος» ή φανάρι του Διογένους.
Η παράδοση παρουσίαζε τον φιλόσοφο Διογένη τον Κυνικό να κρατά το φανάρι και να γυρνά στους δρόμους όλη μέρα.
Όταν τον ρωτούσαν τι χρειάζεται το φανάρι την ημέρα, αυτός απαντούσε: » Άνθρωπον ζητώ» δηλ. «αναζητώ τον άνθρωπο». Η άλλη εκδοχή θέλει τον ρήτορα Δημοσθένη να χρησιμοποιεί το φανάρι την νύχτα για την επίμονη μελέτη του.

Οι Καπουτσίνοι

Το μνημείο σήμερα βρίσκεται σε καλή κατάσταση και οφείλει τη διάσωσή του στην εγκατάσταση των Καπουτσίνων μοναχών στην Αθήνα, την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Οι Καπουτσίνοι ανήκαν σε ένα τάγμα της Καθολικής εκκλησίας και πήραν το όνομά τους από την κουκούλα που φορούσαν στο κεφάλι τους. Είχαν μακριά γένια και φορούσαν καφέ ράσα. Το τάγμα ιδρύθηκε από τον Φραγκισκανό μοναχό Ματθαίο ντε Μπάσι και ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη για να μεταδώσουν τις ιδέες τους.

Το 1669 έφτασαν και στην Αθήνα και αγόρασαν για 150 σκούδα (νομίσματα της εποχής), ένα σπίτι κάτω από την Ακρόπολη, όπου έστησαν το Μοναστήρι τους.

Η μονή των καπουτσίνων λειτουργούσε και ως ξενώνας και στα δωμάτιά της φιλοξενήθηκαν σημαντικά πρόσωπα, ανάμεσα τους και ο Λόρδος Βύρωνας όταν ήρθε πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Εκεί ο Μπάιρον έγραψε μερικά σημαντικά έργα μεταξύ αυτών την «Κατάρα της Αθήνας» το ποίημα που κατήγγειλε διεθνώς τον Έλγιν. O ίδιος έγραφε σε μία επιστολή του:
«Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη. Ε, κύριε αυτό θα πει γραφικότητα. Δεν υπάρχει κύριε τίποτα παρόμοιο στη Λόντρα, όχι, ούτε καν η κατοικία του Λόρδου Δημάρχου»

Όπως απεικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία, ο αρχαίος ναός ήταν εντοιχισμένος με το μοναστήρι. Οι μοναχοί είχαν ανόιξει μία πόρτα και χρησιμοποιούσαν το εσωτερικό του ως αναγνωστήριο.
Όπως απεικονίζεται στην παραπάνω γκραβούρα, ο αρχαίος ναός ήταν εντοιχισμένος με το μοναστήρι. Οι μοναχοί είχαν ανοίξει μία πόρτα και χρησιμοποιούσαν το εσωτερικό του ως αναγνωστήριο. Κύριες ασχολίες των μοναχών ήταν οι αρχαιολογικές και τοπογραφικές μελέτες. Αυτοί άλλωστε εκπόνησαν τον πρώτο χάρτη της Αρχαίας Αθήνας

Στην Μονή των Καπουτσίνων έγινε η πρώτη καλλιέργεια ντομάτας στην Αθήνα σε γλάστρες το 1818, από τον τελευταίο ηγούμενο της Μονής Φραγκίσκο, ο οποίος έφερε τους σπόρους από το εξωτερικό. Οι Αθηναίοι αρχικά καλλιέργησαν την ντομάτα σαν καλλωπιστικό φυτό στην παρασκευή γλυκών και μετά την χρησιμοποίησαν στην μαγειρική.

Διαμάχη για την κυριότητα

Οι αψιμαχίες σχετικά με την ιδιοκτησία του μνημείου ξεκίνησαν όταν ο χώρος περιήλθε στους Καπουτσίνους. Ο πρώην ιδιοκτήτης κατέφυγε στους δημογέροντες και ζήτησε να του επιστρέψουν την κυριότητα του σπιτιού. Οι καπουτσίνοι προσέφυγαν στον Κάδη, ο οποίος τους επέτρεψε τη λειτουργία του Μοναστηριού με τον όρο να μην πειράξουν το μνημείο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, οι Καπουτσίνοι, όχι μόνο διατήρησαν το μνημείο σε καλή κατάσταση, αλλά απέτρεψαν τον Βρετανό Λόρδο Έλγιν να το αρπάξει, όπως πολλά από τα αρχαία της πόλης. Παρά την επιμονή του και τα μεγάλα ποσά που προσέφερε για να το αγοράσει ο ηγούμενος του αρνήθηκε.

Ο ηγούμενος Σίμων ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στην αθηναϊκή κοινωνία γιατί είχε καλές ιατρικές γνώσεις και συχνά περιέθαλπε τους κατοίκους όποτε υπήρχε ανάγκη. Μετά τον θάνατό του ο Σίμων ετάφη το 1821 στην αυλή της Μονής, που αποτέλεσε το κοιμητήριο των Καθολικών της Αθήνας.

«Πίνακας του 1800 και στον οποίον φαίνεται εντοιχισμένο το Μνημείο του Λυσικράτους. Στα δεξιά της εικόνας ο Πατήρ Αγαθάγγελος. Ο διάδοχός του Ουρβανός έσωσε το μνημείο από τον Έλγιν.» «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο»

Η ανταλλαγή με την γαλλική κυβέρνηση

Το μνημείο γλίτωσε με ελάχιστες φθορές από την πυρκαγιά που ξέσπασε στο μοναστήρι κατά την Ελληνική Επανάσταση.
Όμως και στα 1829 είχαμε μια απόπειρα αρπαγής του Μνημείου από ξένους περιηγητές, που τελικά απέτυχε, πιθανόν λόγω του μεγάλου βάρους του μνημείου.
Το 1845 η γαλλική κυβέρνηση χρηματοδότησε τις πρώτες εργασίες αποκατάστασης και τοποθέτησε μαρμάρινη επιγραφή που έγραφε ότι το μνημείο της ανήκει.
Το θέμα της κυριότητας λύθηκε αργότερα με την προσφορά στην γαλλική κυβέρνηση ενός οικοπέδου στην οδό Διδότου στους πρόποδες του Λυκαβηττού προκειμένου να στεγαστεί η γαλλική αρχαιολογική σχολή και το Γαλλικό Ινστιτούτο. Ως αντιστάθμισμα πρόσφεραν στην Ελλάδα την κυριότητα του μνημείου του Λυσικράτους.
Κατά μια άλλη ερμηνεία το Βατικανό ζητούσε επίμονα να αναγνωριστεί ο Καθολικός αρχιεπίσκοπος στην Αθήνα. Όταν το αίτημα ικανοποιήθηκε και παραχωρήθηκε στην καθολική εκκλησία το οικόπεδο της οδού Πανεπιστημίου, στο οποίο και χτίστηκε ο καθεδρικός ναός, τότε η γαλλική κυβέρνηση παρέδωσε την πλήρη κυριότητα του μνημείου του Λυσικράτους.


Το σημείο που βρίσκεται το αντίγραφο ήταν για τους Αυστραλούς Αβορίγινες τόπος ιερών θεατρικών τελετουργιών

Την ομορφιά του μνημείου ζήλεψε και ο Άγγλος ύπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων, Τζον Γιανγκ που όταν πήγε το 1870 στο Σίδνεϊ έπεισε τον τότε Πρωθυπουργό και δημιούργησαν ένα αντίγραφό του, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Βασιλικό Βοτανικό κήπο του Σίδνεϊ.

πηγή

Ποιος θεωρείται ο παλαιότερος δρόμος της Αθήνας; Τον περπατούσαν οι αρχαίοι πριν από 25 αιώνες

Βρίσκεται στην Πλάκα και θεωρείται ο αρχαιότερος δρόμος της Αθήνας γιατί ένα μεγάλο τμήμα του συμπίπτει ακριβώς με τον αρχαίο, ενώ διατηρεί και το ίδιο όνομα.
Αναφέρεται μάλιστα στο βιβλίο με τα ελληνικά ρεκόρ Γκίνες, σαν ο μακροβιότερος δρόμος της πόλης που έχει διατηρήσει την ίδια ονομασία για 25 σχεδόν αιώνες.
Ήταν από τους φαρδύτερους δρόμους της αρχαίας Αθήνας, με πλάτος έξι μέτρα και ο πιο σύντομος για να πάει κάποιος από το θέατρο του Διονύσου έως την Αγορά.
Ξεκινούσε από την είσοδο το τεμένους του Διονύσου, πήγαινε περιφερειακά της Ακρόπολης προς την ανατολική πλευρά, διέτρεχε το βόρειο τμήμα του ιερού βράχου και κατέληγε στο Πρυτανείο της Αγοράς.
Την αρχαία αυτή οδό, διέσχιζαν και οι νυχτερινές λαμπαδηδρομίες που γίνονταν προς τιμήν του Θεού Διονύσου.
Πήρε το όνομά της από τους χάλκινους τρίποδες που τοποθετούνταν κατά μήκος της.

«Έστι δε οδός από του πρυτανείου καλουμένη Τρίποδες∙ αφ’ ου καλούσι το χωρίον, ναοί όσον ες τούτο μεγάλοι και σφισιν εφεστήκασι τρίποδες, χαλκοί», αναφέρει ο Παυσανίας στο «Ελλάδος Περιήγησις»
Πρόκειται για την οδό Τριπόδων.

Το Μνημείο του Λυσικράτη ενσωματωμένο στην Μονή Καπουτσίνων και η οδός Τριπόδων, 1758.
Λιθογραφία από «Η Αθήνα μέσα στο Χρόνο»

Οι τρίποδες ήταν έπαθλα των χορηγών των θεατρικών αγώνων που συχνά αφιερώνονταν στον θεό Απόλλωνα.
Γι΄ αυτό τα μνημεία ονομάστηκαν χορηγικά και τοποθετούνταν στο δρόμο που ήταν έξω από το θέατρο.
Οι τρίποδες ήταν τοποθετημένοι πάνω σε βάσεις, που τον 5ο αιώνα ήταν απλές, ενώ τον 4ο πήραν τη μορφή μικρού ναού.

Το μνημείο του Λυσικράτη

Αθήνα 1900. Το μνημείο του Λυσικράτη. Φωτογραφία από: «Η Αθήνα μέσα στο χρόνο»

Τα περισσότερα μνημεία της οδού Τριπόδων καταστράφηκαν με το πέρασμα του χρόνου.
Το μνημείο του Λυσικράτη που κατασκευάστηκε το 334 π.Χ, είναι το καλύτερα διατηρημένο μέχρι σήμερα.
Το όνομα του χορηγού – νικητή αναφέρεται σε επιγραφή που βρίσκεται στο επιστύλιο του κυλινδρικού κτίσματος.
Ο τρίποδας- βραβείο ήταν στηριγμένος στην άκανθο, πάνω στη στέγη.
Το μνημείο της οδού Τριπόδων αγοράστηκε το 1669 από μοναχούς Καπουτσίνους, που είχαν ιδρύσει τη μονή τους ακριβώς δίπλα.

Ήθελε να το κλέψει ο Έλγιν

Σώθηκε από τα χέρια του Έλγιν χάρη στον τότε ηγούμενο των μοναχών, που δεν ενέδωσε στις πιέσεις και τις οικονομικές προφορές του.
Μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, κατά τη διάρκεια της οποίας η μονή των Καπουτσίνων κάηκε, το μνημείο παρέμεινε στην ιδιοκτησία της γαλλικής κυβέρνησης, μέχρι που ανταλλάχτηκε με ένα οικόπεδο στην οδό Διδότου και έκτοτε ανήκει στο ελληνικό δημόσιο.

Η «σύγχρονη» ιστορία της οδού Τριπόδων

Η οδός Τριπόδων, που στην αρχαιότητα λόγω της σύνδεσής της με το θέατρο και τις Τέχνες, ήταν εκτός των άλλων και ένας πανέμορφα στολισμένος δρόμος, έχει πολλές αναφορές και στη νεότερη ιστορία.

Ο λόρδος Βύρων που φιλοξενήθηκε στη μονή των Καπουτσίνων της οδού Τριπόδων αναφέρει σε επιστολή του για την ομορφιά του τοπίου:
«Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη. Ε, κύριε αυτό θα πει γραφικότητα. Δεν υπάρχει κύριε τίποτα παρόμοιο στη Λόντρα, όχι, ούτε καν η κατοικία του Λόρδου Δημάρχου».

Στην οδό Τριπόδων, που έχουν διασχίσει κατά καιρούς όλες οι πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, που έμεναν ή σύχναζαν στην Πλάκα, όπως ο Δροσίνης, ο Παλαμάς, ο Παπαδιαμάντης, η Μερκούρη, ο Χορν και πολλοί άλλοι.

Η οδός Τριπόδων ήταν στην αρχαιότητα κατά κάποιο τρόπο ό,τι η Λεωφόρος της Δόξας στο Χόλυγουντ σήμερα. Κατά μήκος της οι χορηγοί νικητές των θεατρικών αγώνων ύψωναν μνημεία, επάνω στα οποία τοποθετούσαν τους τρίποδες που κέρδιζαν οι τριλογίες τις οποίες χρηματοδοτούσαν. Δηλαδή πλήρωναν και τον τραγικό ποιητή που έγραφε τρεις τραγωδίες και μία κωμωδία και στη συνέχεια την ανέγερση του μνημείου που πιστοποιούσε τη νίκη τους. Φωτογραφία και σχόλιο από «Η Πλάκα μέσα στο Χρόνο»

Στον ίδιο δρόμο, που λέγεται ότι ο Περικλής συνάντησε την εταίρα Φρύνη, βρισκόταν και το κινηματογραφικό σπίτι του κύριου και της κυρίας Κοκοβίκου (Γιώργος Κωνσταντίνου και Μάρω Κοντού), από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα».

Το κινηματογραφικό σπίτι του Αντωνάκη και της Ελενίτσας στην οδό Τριπόδων 32

Η ιστορία της οδού Τριπόδων συνεχίζει να γράφεται, καθώς αποτελεί μέχρι σήμερα έναν πολυσύχναστο δρόμο της πιο διάσημης Αθηναϊκής συνοικίας.
Πηγές: Αντλήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο ττης Τόνιας Καφετζάκη και του Θανάση Γιοχάλα «Αθήνα, ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία».

πηγή: Η μηχανή του χρόνου-www.mixanitouxronou.gr

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.