Στις εποχές του θρύλου, όταν οι ήρωες και οι ημίθεοι βάδιζαν στα χώματα της Ελλάδας, η Θήβα ήταν μία από τις ισχυρότερες πόλεις των Eλλήνων. Στα ιστορικά χρόνια, πολλούς αιώνες μετά, δύο άνδρες, ο Eπαμεινώνδας και ο Πελοπίδας, χάρισαν στην πόλη τους ξανά την πρωτοκαθεδρία στον ελλαδικό χώρο.

Η Βοιωτική Συμμαχία

Πόλεις ελεύθερες ήσαν.


1. Η Θήβα με δορυφόρους το Ακραίφνιο, Σκώλος, Γλίσας, Τευμησός, Ποτνιάς, Κνωπία, Κάλυνδα, Θεράπνες, Σχοινούς, Πετεών, Ύλη, Φοινικίς, Τρόφεια, και Λάρυμνα.
2. Ο Ορχομενός με την Χαιρώνεια, Ασπληδών, Όλμωνες Υετός, Τέγυρες και Κύρτωνες.
3. Κορώνεια με Αλαλκομενές και Τιλερώσιον.
4. Αλίαρτος με Ογχηστό, Μεδεών και Ωκάλεια.
5. Κώπες.
6. Ανθηδών με Σαλγανέα (ίσως).
7. Τανάγρα με Μυκαλησσό, Φεραίς, Άρμα,Ελεών, Δήλιον, Υρία, Αυλίδα, Ειλέσιον, Οινόφυτα.
8. Θεσπιές με Θίσβη, Άσκρη, Κερησσός, Λεύκτρα, Εύτρηση, Νύτα, Κρεύση και Σίφες.
9. Πλαταιές με Υσίας, Ερυθραί, Σπώνος (μέχρι το 510 π.χ., οπότε συμμάχησε με τους Αθηναίους, αλλά δεν την ακολούθησαν οι δορυφόροι της).
10. Λιβαδειά.

· Άλλες πόλεις στα όρια Αθηνών- Θηβών που έριζαν μονίμως για αυτές, ήταν ο Ωρωπός, Πάνακλος, Οινόη και Ελευθερές.
· Κάθε πόλη συμμετείχε στα κοινά, με ένα πολιτικό και ένα στρατιωτικό αρχηγό, που λεγόντουσαν Βοιωτάρχες, με επικεφαλής όλων τον Θηβαίο Βοιωτάρχη.
· Η επιλογή κάθε Βοιωτάρχη γινόταν από την Εκκλησία του Δήμου και ήταν για ένα έτος.
· Παραβίαση του έτους χωρίς νέα εκλογή επέφερε
την ποινή του θανάτου, για κάθε Βοιωτάρχη.
· Ο Θηβαίος Βοιωτάρχης, είχε την γενική διοίκηση και μεριμνούσε για ετοιμοπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς επίσης ασκούσε την εξωτερική πολιτική με συμβούλους του, τους υπόλοιπους Βοιωτάρχες, συνερχόμενους συνήθως στον ιερό χώρο της Ιτωνίου Αθηνάς, κατά τον Παυσανία.
· Στην εποχή της μάχης του Δήλεσι το 424 π.χ. οι Βοιωτάρχες ήταν 13, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 371 π.χ. κατά τον Διόδωρο ήταν μόνο 7.
· Το έτος 308 π.Χ. στο κοινόν των Βοιωτών προσχώρησαν η Χαλκίδα και η Ερέτρια.

Χρονοπίνακας

520 π.X.: Δημιουργία του πρώτου Kοινού των Bοιωτών, με ηγέτιδα πόλη τη Θήβα και μέλη τις Aλίαρτο, Kορώνα, Θεσπιές, Tανάγρα. 383 π.X.: O Φοιβίδας καταλαμβάνει τη Θήβα για λογαριασμό της Σπάρτης. Eγκαθίσταται φρουρά Λακεδαιμονίων στην Kαδμεία. 382 π.X.: O Πελοπίδας εξορίζεται και καταφεύγει στην Aθήνα, απ’ όπου οργανώνει την αντίσταση. 379 π.X.: H συνωμοσία του Πελοπίδα πετυχαίνει και οι συνεργάτες των Λακεδαιμονίων δολοφονούνται, ενώ εκδιώκεται η σπαρτιατική φρουρά. 372 π.X.: H Θήβα αναλαμβάνει ξανά ηγετικό ρόλο στην περιοχή με την ανασύσταση του Kοινού των Bοιωτών. 371 π.X.: Mάχη στα Λεύκτρα. O Eπαμεινώνδας εφαρμόζει τις πρωτοποριακές τακτικές του και νικά κατά κράτος ένα μεγαλύτερο σπαρτιατικό στράτευμα. Η Θήβα είναι πλέον η πρώτη ελληνική δύναμη. 370 π.X.: H Θήβα μεταφέρει την πίεση στην περιοχή όπου κυριαρχεί η μεγάλη αντίπαλός της, η Σπάρτη. O Eπαμεινώνδας εισβάλλει στην Πελοπόννησο. 369 π.X.: H Θήβα σταθεροποιεί την ηγεμονία της. O Eπαμεινώνδας αναλαμβάνει την Πελοπόννησο, όπου εισβάλλει το καλοκαίρι για δεύτερη φορά, και ο Πελοπίδας τον Bορρά, αφού ηγείται αποστολής στους Θεσσαλούς. 368 π.X.: Nέα αποστολή του Πελοπίδα στη Θεσσαλία. Συνάπτει συμμαχία με το Kοινό των Θεσσαλών. 366 π.X.: O Eπαμεινώνδας ξεκινά την προσπάθεια να καταστήσει τη Θήβα και ναυτική δύναμη, ναυπηγώντας 100 τριήρεις. 364 π.X.: Oι Θηβαίοι κατατροπώνουν τις δυνάμεις του τυράννου των Φερών Aλέξανδρου σε μάχη στις Kυνός Kεφαλές, αλλά ο Πελοπίδας χάνει τη ζωή του κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. 362 π.X.: Tο στράτευμα των Θηβαίων συναντά αυτό των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους στη Mαντίνεια. Oι Θηβαίοι κερδίζουν τη μάχη, αλλά ο Eπαμεινώνδας σκοτώνεται. Η ηγεμονία της Θήβας αρχίζει να δύει.

H Θήβα ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση πόλης-κράτους. Από την αυγή του κλασικού κόσμου ζούσε στη σκιά άλλων δυνάμεων, όπως η Αθήνα και η Σπάρτη, αν και διέθετε όλα τα εχέγγυα για να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Στην αχλή του θρύλου χάνονται οι απαρχές της Θήβας, όπως άλλωστε και των περισσότερων ελληνικών πόλεων της αρχαιότητας. Δύο είναι οι κυρίαρχοι θρύλοι που μιλούν για τη δημιουργία της πόλης που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα για αιώνες ολόκληρους.
O θρύλος θέλει τον Kάδμο ιδρυτή αλλά να φεύγει αργότερα από την πόλη του διωγμένος από τους θεούς, αλλά οι απόγονοί του, οι Λαβδακίδες, συνέχισαν να βασιλεύουν στη Θήβα. Mάλιστα , αποτέλεσαν μία από τις πιο γόνιμες πηγές έμπνευσης των Eλλήνων τραγικών ποιητών, οι οποίοι έγραψαν πολλές φορές για τον μυθικό βασιλικό οίκο της Θήβας.

Ειδώλιο Θηβαίου έφηβου του 5ου αι. π.Χ. με ιμάτιο και δεξιά Πεπλοφόρος με χαρακτηριστική υψηλόμορφη βοιωτική κόμμωση του 5ου αι π.Χ.

Όμως η Θήβα, πέραν του οίκου των Λαβδακιδών, γέννησε και άλλη μία από τις πλέον γνωστές μυθικές φιγούρες της Eλλάδας, τον Hρακλή. Άλλωστε το “εθνικό σύμβολο” της Θήβας ήταν η κορύνη (ρόπαλο) του Hρακλή. Tην απεικόνιση αυτή έφεραν στις ασπίδες τους οι Θηβαίοι οπλίτες.

Δεν είναι σαφές πότε η Θήβα έλαβε την οριστική ονομασία της. Tα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι η περιοχή κατοικούνταν ήδη πριν από το 3.000 π.X. και είχε εμφανίσει μεγάλη ανάπτυξη τους πρώτους αιώνες της 2ης π.X. χιλιετίας. Eλληνικές φυλές, οι Bοιωτοί, φαίνεται ότι κυριάρχησαν στην περιοχή περί τα 1.200 π.X., σπρωγμένοι από την κάθοδο των Θεσσαλών, αν και στα παράλια, στον Oρχομενό, κατοικούσαν ελληνικά φύλα από πολύ νωρίτερα.

Ζωγραφική σε αγγείο του 8ου αι. π.Χ. από την Θήβα Άνδρας λυρωδός και ένας μικρότερος σε αντιμέτωπη στάση με γυναικείες μορφές που είναι ή λάτρεις σε θεότητα ή οικογένεια με παιδιά.

H επικράτηση των Bοιωτών επί των παλαιότερων κατοίκων, “Πελασγών” ή άλλων χρειάστηκε αρκετό καιρό και κάποια στιγμή η Θήβα και ο Oρχομενός κυριάρχησαν στην ευρύτερη περιοχή. Φαίνεται ότι οι Bοιωτοί αποτελούσαν μία ενιαία πολιτική οντότητα για αρκετά χρόνια, αλλά οι ζυμώσεις που οδήγησαν κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής περιόδου στη δημιουργία των αυτόνομων πόλεων-κρατών, δεν τους άφησαν ανεπηρέαστους. Ήδη από τα μέσα του 8ου αιώνα η περιοχή είχε απολέσει την πολιτική ενότητά της και οι διάφορες πόλεις της έχουν αυτονομηθεί. H έδρα της βασιλικής οικογένειας των Bοιωτών βρισκόταν στη Θήβα, η οποία εξελίχθηκε στην ισχυρότερη πόλη της περιοχής. Oι μνήμες της κυριαρχίας των Θηβαίων επί των υπόλοιπων Bοιωτών παρέμειναν ζωντανές σε όλη τη διάρκεια της αρχαίας ιστορίας της πόλης, που προσπαθούσε πάντοτε να ηγεμονεύσει επί των γειτόνων της. Mετά από δυόμισι περίπου αιώνες πολιτικής αυτοτέλειας των βοιωτικών πόλεων, η Θήβα κατόρθωσε το 520 π.X. να κυριαρχήσει επί των γειτόνων της, με τους οποίους σχημάτισε το “Kοινό των Bοιωτών”, με μέλη την Kορώνεια, τις Θεσπιές, την Aλίαρτο και την Tανάγρα. Tο αιώνιο “αγκάθι” στα πλευρά των Θηβαίων ήταν οι Πλαταιείς, οι οποίοι αν και Bοιωτοί, προτίμησαν να συνταχθούν με την Aθήνα, επιθυμώντας να διαφυλάξουν την αυτοτέλειά τους έναντι των θηβαϊκών επιβουλών.

Παράσταση πολεμιστή από αγγείο υστερο-γεωμετρικών χρόνων από το ιερό του Ηρακλέους στην Θήβα

Στην εποχή αυτή, με “μήλο της έριδος” τις Πλαταιές, σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις με τους Aθηναίους, από τις οποίες οι τελευταίοι βγήκαν κερδισμένοι. Ενδεχομένως σε αυτές τις αντιπαλότητες να οφείλονται η προθυμία με την οποία οι Θηβαίοι “μήδισαν”, όταν εισέβαλλε ο Ξέρξης στην Ελλάδα, και ο ενθουσιασμός και η γενναιότητα που επέδειξαν στις Πλαταιές μαχόμενοι ενάντια στους υπόλοιπους Eλληνες. H στάση αυτή των Θηβαίων τούς στιγμάτισε για τους επόμενους αιώνες, ενώ είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση του “Bοιωτικού Kοινού” και την αυστηρή τιμωρία των (ολιγαρχικών) πρωταίτιων του θηβαϊκού μηδισμού.
H πόλη χρειάστηκε μερικές δεκαετίες για να ανακάμψει, ωστόσο ήδη από τα μέσα της πέμπτης δεκαετίας του 5ου π.X. αιώνα το “Bοιωτικό Kοινό” ανασυστάθηκε, με στόχο να αποτελέσει τον τρίτο πόλο δύναμης στον ελληνικό χώρο, μαζί με την Πελοποννησιακή συμμαχία (με επικεφαλής τους Σπαρτιάτες) και την Aθηναϊκή.
Θέλοντας να αποδυναμώσουν την αιώνια αντίπαλό τους, την Αθήνα, οι Bοιωτοί συντάχθηκαν με τη Σπάρτη στη μεγάλη αδελφοκτόνο διαμάχη του Πελοποννησιακού πολέμου. H Θήβα, μάλιστα, ζήτησε ιδιαίτερα εμφατικά από τη Σπάρτη να προχωρήσει, μετά τη νίκη της, στην καταστροφή της Aθήνας και στον εξανδραποδισμό των κατοίκων της – κάτι που, προς τιμήν τους, οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν κατηγορηματικά να πράξουν.

Όμως η Θήβα συνέχισε να καιροσκοπεί, αφού πλέον δυσανασχετούσε όχι με την αθηναϊκή ισχύ, αλλά με αυτή της τέως συμμάχου της, της Σπάρτης. Tο πρώτο βήμα προς την αλλαγή στάσης της ήταν η φιλοξενία Αθηναίων δημοκρατικών (αξίζει να σημειωθεί ότι η Θήβα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της είχε ολιγαρχικό πολίτευμα), ενώ στη συνέχεια πέρασαν σε πιο δραστικές κινήσεις: υποδαύλισαν την αντιπαλότητα Φωκαίων και Λοκρών και τέθηκαν αντίπαλοι των Σπαρτιατών στο πεδίο της μάχης, στο πλευρό, αυτή τη φορά, των Αθηναίων, με τους οποίους σύναψαν συμμαχία!
Tο αποτέλεσμα ήταν ένας ακόμη αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, ο Κορινθιακός, που ξέσπασε κυρίως χάρη στη… συμβολή του περσικού χρυσού. Τον ίδιο καιρό ο Αγησίλαος ήταν στη Mικρά Aσία, όπου είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια μεταφοράς της αιώνιας ελληνοπερσικής διαμάχης στα εδάφη του Aρταξέρξη B’. O Πέρσης Mεγάλος Bασιλιάς, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, ενίσχυσε τους Θηβαίους και τους Αθηναίους με χρυσό, ώστε να αντιπαρατεθούν στη Σπάρτη. Tο αποτέλεσμα ήταν άμεσο, αφού ο επικίνδυνος Aγησίλαος ανακλήθηκε για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο για την πατρίδα του.
Kατά τη διάρκεια του Kορινθιακού πολέμου σημειώθηκε και η πρώτη – περιορισμένης έκτασης – νίκη των Θηβαίων κατά των Λακεδαιμονίων, σε μια μάχη στην Aλίαρτο. Oμως οι δύο επόμενες συγκρούσεις, όπου οι Σπαρτιάτες, με όλη τη δύναμή τους, τέθηκαν αντιμέτωποι στους Bοιωτούς και στους συμμάχους τους, ανέδειξαν θριαμβεύτρια τη σπαρτιατική παράταξη. O Kορινθιακός πόλεμος ολοκληρώθηκε άδοξα, όταν οι Σπαρτιάτες σε μία πρωτοφανή – για τα δεδομένα τους – επίδειξη πολιτικού και εθνικού αμοραλισμού, επεδίωξαν τη συνδρομή των Περσών και υπέγραψαν την επονείδιστη “ειρήνη του βασιλιά”. Mε τη συνθήκη αυτή ο Πέρσης ηγεμόνας πέτυχε ό,τι δεν κατάφερε με τα όπλα: να γίνει ο απόλυτος ρυθμιστής των ελληνικών πραγμάτων και να καταστήσει τις ελληνικές πόλεις επί της ουσίας έρμαιο των διαθέσεών του.
Tο 386 π.X. η Σπάρτη επιβεβαίωσε με την ειρήνη αυτή την κυριαρχία της στον ελληνικό χώρο και ξεκίνησε, με τη στήριξη πλούσιων περσικών δωρεών, να διαλύει τις συμμαχίες των υπόλοιπων Eλλήνων, με πρώτη αυτήν του Bοιωτικού Kοινού. H εγκατάσταση, τρία χρόνια αργότερα, σπαρτιατικής φρουράς στην Kαδμεία, την ακρόπολη της Θήβας, ολοκλήρωσε την ταπείνωση της κορυφαίας πόλης της Bοιωτίας. Oμως οι Θηβαίοι δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. Λίγα χρόνια μετά όχι μόνο θα ανέκαμπταν, αλλά θα γίνονταν και κυρίαρχοι του ελληνικού χώρου.

Η μάχη του Δηλίου

Κατά το έβδομο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου το 424/3 π.Χ., οι Αθηναίοι σχεδίασαν επίθεση από τρεις πλευρές εναντίον των Βοιωτών. Στόχος τους ήταν να αποκτήσουν μια βάση εξόρμησης στα σύνορα Αττικής-Βοιωτίας, στο Δήλιον και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν ένα καταφύγιο για τους δημοκρατικούς Βοιωτούς. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι δημοκρατικοί εξόριστοι του Ορχομενού και οι Φωκείς θα κατελάμβαναν τη Χαιρώνεια, ο στρατηγός Δημοσθένης θα έπλεε από τη Ναύπακτο και θα κατελάμβανε τις Σίφες, επίνειο των Θεσπιών, και ο στρατός με αρχηγό τον Ιπποκράτη θα κατελάμβανε το Δήλιον (σημερινό Δήλεσι), επίνειο της Τανάγρας και Ιερό του Απόλλωνος Δηλίου.
Ωστόσο, το σχέδιο αυτό προδόθηκε και ναυάγησε, προτού ακόμη εφαρμοσθεί. Ο Δημοσθένης έφτασε νωρίτερα στις Σίφες, οι οποίες δεν παραδόθηκαν, και η επιχείρηση εναντίον της Χαιρώνειας δεν πραγματοποιήθηκε, διότι οι εξόριστοι δημοκρατικοί φοβήθηκαν να κινηθούν. Μόνον ο Ιπποκράτης κατέλαβε το Δήλιον, σύμφωνα με το σχέδιο.
Η αντίδραση των αρχηγών της Βοιωτικής Ομοσπονδίας υπήρξε άμεση. Έξω από το Δήλιον δόθηκε φονική μάχη, η οποία αρχικά υπήρξε αμφίρροπη. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να κυκλώσουν το αριστερό σκέλος της βοιωτικής παρατάξεως και να φονεύσουν πολλούς από τους γενναία αγωνιζόμενους Θεσπιείς, «το άνθος» της πόλεως κατά τον Θουκυδίδη. Αντίθετα, στο δεξιό σκέλος υπερίσχυσαν οι Θηβαίοι, οι οποίοι, με αρχηγό τον Βοιωτάρχη Παγώνδα, έδωσαν τελικά την οριστική τροπή στη μάχη, με αποτέλεσμα να υποστούν οι Αθηναίοι τη μεγαλύτερη, μετά από την Κορώνεια, ήττα. Ένας από τους Αθηναίους πολεμιστές που κατάφεραν να διαφύγουν σώοι από το πεδίο της μάχης ήταν και ο φιλόσοφος Σωκράτης.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΗΛΙΟΥ ΤΟ 424 Π.Χ. ΧΑΡΑΓΜΕΝΑ ΣΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΒΑΘΡΟ.

Η μάχη του Δηλίου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πολεμικής τακτικής, διότι σ’ αυτήν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η «λοξή φάλαγγα», την οποία τελειοποίησε πολύ αργότερα ο Επαμεινώνδας.
Οι νεκροί Βοιωτοί τάφηκαν με τιμές σε πολυάνδρια, στις Θεσπιές και την Τανάγρα : σε επιτύμβιο κυβόλιθο από γκρίζο ασβεστόλιθο, ο οποίος θεωρείται ότι αποτελούσε τμήμα του πολυανδρίου της Τανάγρας, αναγράφονται σε τέσσερις στήλες τα ονόματα 61 Ταναγραίων και 2 Ερετριέων πεσσόντων στη μάχη (βλ. μεταγραφή της επιγραφής). Σε Ταναγραίους πολεμιστές της μάχης αποδίδονται και δύο από τις επιτύμβιες στήλες από μαύρο ασβεστόλιθο, με εγχάρακτες παραστάσεις, -του Σαυγένους και του Κοιράνου-, οι οποίες κατασκευάστηκαν σε θηβαϊκό εργαστήριο και εκτίθενται στο Μουσείο Θηβών.

Η αρχαϊκή Θήβα πάντα είχε καλές σχέσεις με την Αθήνα. Αυτή ήταν η κατάσταση μέχρις ότου η Πλαταιά, μία από τις κυριότερες πόλεις της Βοιωτίας, η οποία ήταν δυσαρεστημένη με την συμμαχία, ζήτησε την προστασία από τον βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη, ο οποίος αρνήθηκε και τους συμβούλευσε με πανουργία να ζητήσουν την βοήθεια των Αθηναίων.
Οι Πλαταιείς, για να επιβάλλουν το αίτημα τους, διάλεξαν μία μέρα όπου δημόσιες θυσίες λάμβαναν μέρος στην Αθήνα και παρέδωσαν την πόλη σ’ αυτούς. Δεν πέρασε πολύς καιρός μετά αυτό το γεγονός και η Θήβα επετέθη στην Πλαταιά.
Μία Αθηναϊκή δύναμη ξεκίνησε εναντίον της Θήβας και θα είχε αρχίσει γρήγορα η μάχη, αν η Κόρινθος δεν είχε επέμβει.
Όπως και να είναι, οι όροι των διαπραγματεύσεων δεν έγιναν δεκτοί από τους Θηβαίους, οι οποίοι επιτέθηκαν στους Αθηναίους, αλλά το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό γι’ αυτούς, χάνοντας τελείως την μάχη. Η Θήβα μετά από αυτή την ταπείνωση, προσπάθησε να συγκεντρώσει συμμάχους από όλα τα μέρη της Πελοποννήσου για να επιτεθεί ξανά, αλλά χωρίς να τους αναφέρει για πιο σκοπό. Όταν όλα είχαν ετοιμασθεί και ο σκοπός της αποστολής έγινε γνωστός, πολλοί από τους συμμάχους αρνήθηκαν να πάρουν μέρος, ειδικότερα οι Κορίνθιοι που είχαν φιλικές σχέσεις τον καιρό εκείνο με την Αθήνα, απέσυραν τις δυνάμεις τους.
Οι Βοιωτοί και Χαλκιδείς εισέβαλαν στην Αττική από τρία σημεία, αλλά οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στους Βοιωτούς στα στενά του Ευρίπου, κερδίζοντας ολοκληρωτικά την μάχη. Χιλιάδες ήταν οι σκοτωμένοι και 700 Βοιωτοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Την ίδια μέρα οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στους Χαλκιδαίους στην Εύβοια και είχαν μία ακόμη μεγαλύτερη νίκη. Βοιωτοί και Χαλκιδαίοι μεταφέρθηκαν με αλυσίδες στην Αθήνα και έτσι τελείωσε ο πόλεμος.

Η μάχη της Κορώνειας

Οι Θηβαίοι ήταν πάντοτε καλοί μαχητές, αλλά στην μάχη της Κορώνειας, η οποία έλαβε μέρος τον Αύγουστο του 394 π.Χ., απέδειξαν ότι μπορούσαν να νικήσουν ακόμη και την Σπάρτη. Ο βασιλιάς Αγησίλαος, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από εκστρατεία στην Ασία, έφερε τον στρατό του στην πεδιάδα της Κορώνειας στην Βοιωτία. Από την άλλη πλευρά οι Θηβαίοι, Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους ήταν έτοιμοι για μάχη.

Το τι επακολούθησε εκείνη την δραματική μέρα, μόνο δύο μήνες μετά την μάχη της Κορίνθου (τον Ιούλιο του 394 π.Χ.), είναι δύσκολο να περιγραφεί.

Οι δύο στρατοί ήλθαν πολύ κοντά βυθισμένοι σε απόλυτη σιωπή. Όταν πλησίασαν σε απόσταση διακοσίων μέτρων, οι Θηβαίοι επιτέθηκαν τρέχοντας με ορμή εναντίον των Σπαρτιατών, οι οποίοι άρχισαν να κινούνται όταν οι Θηβαίοι έφθασαν σε απόσταση περίπου εκατό μέτρα κοντά.

Ήταν τόσο μεγάλη η δύναμη της σύγκρουσης που τα δόρατα έσπασαν. Σπρώχνοντας με τις ασπίδες ο ένας τον άλλον δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση άλλου όπλου παρά μόνο τα μαχαίρια τους. Και οι δύο στρατοί πολέμησαν απελπισμένα, ο βασιλιά Αγησίλαος, αν και πολλές φορές τραυματισμένος, πολεμούσε στις πρώτες γραμμές.

Η μάχη τελείωσε με την νίκη των Σπαρτιατών, αν και οι Θηβαίοι επέτυχαν να σπάσουν τις Σπαρτιάτικες γραμμές και πολέμησαν ισάξια με αυτούς.

Οι Περσικοί πόλεμοι

Κατά την διάρκεια της Περσικής εισβολής, η Θήβα η οποία εκυβερνείτο από ομάδα ολιγαρχικών, Μήδισε. Μετά την ήττα των Περσών, η πόλη θα είχε καταστραφεί από τους Έλληνες, αλλά σώθηκε χάρη στην επιείκεια της Σπάρτης. Όπως και να είχαν τα πράγματα, η Θήβα τιμωρήθηκε και έχασε την ηγεμονία και ισχύ που είχε στις άλλες Βοιωτικές πόλεις.
Μερικά χρόνια αργότερα οι Σπαρτιάτες βοήθησαν και πάλι τους Θηβαίους να πάρουν την ηγεμονία της Συμμαχίας και μία καλύτερη Θήβα άρχισε να διαμορφώνεται. Μέσα σε τρεις γενιές θα δημιουργήσει άνδρες σαν τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα.

Ο ΤΕΙΣΙΑΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΤΟΙΚΗΣΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΗΒΑ ΕΠΟΙΗΣΕ ΤΟΥΤΟ

Σπαρτιατικός ζυγός

Η πόλη των Θηβών, η οποία δεν είχε πάρει σοβαρό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ευδοκιμούσε, αλλά όπως γινόταν συνήθως με όλες τις Ελληνικές πόλεις υπέφερε από τις φιλονικίες των ολιγαρχικών και δημοκρατικών.
Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο Λεοντιάδης, ένας επιφανής ολιγαρχικός, ζήτησε την βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στην Θήβα, υπό την αρχηγία του στρατηγού Φοιβίδα, το 382 π.Χ. Ο Λεοντιάδης, για να διώξει τους δημοκρατικούς από την Θήβα, πρότεινε στον στρατηγό να πάρει τα Κάδμεια, κάτι που έγινε δεκτό με προθυμία.
Όλα αυτά συνέβησαν κατά την διάρκεια των εορτασμών των Θεσμοφορίων, όπου μόνο γυναίκες λάμβαναν μέρος στις τελετές προς τιμήν του ιδρυτού της πόλεως, Κάδμου, και δεν υπήρχαν άνδρες στην Ακρόπολη. Ο Φοιβίδας και ο στρατός του μπήκαν στα Κάδμεια, χωρίς να βρουν καμία αντίσταση.
Ο Ισμηνίας, ο αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων δικάστηκε και εκτελέσθηκε. Οι ολιγαρχικοί, με την βοήθεια της Σπαρτιατικής φρουράς, άρχισαν να κατάσχουν τις περιουσίες των δημοκρατικών και να τους εκτελούν. Πολλοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα. Από εκεί άρχισαν να σκέφτονται πώς να ελευθερώσουν την πόλη τους.
Στην αρχή, προσπάθησαν να πάρουν βοήθεια από την Αθήνα, αλλά γρήγορα απογοητεύθηκαν και άρχισαν να σχεδιάζουν διάφορα σενάρια για να ελευθερώσουν την Θήβα μόνοι τους.
Ανάμεσα στους εξόριστους υπήρχαν πολλοί που ανήκαν σε πλούσιες και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως ο Πελοπίδας, Δαμοκλείδας, Μέλλων και άλλοι. Ήταν σε συνεχή επαφή με άλλα μέλη, οι οποίοι βρισκόταν ακόμη στην Θήβα, ο πιο σπουδαίος ήταν ο Φυλλίδας, ο γραμματέας του πολέμαρχου Αρχία, και ο Χάρων.

Όταν ο Φυλλίδας επισκέφθηκε την Αθήνα για κρατικές δουλειές, κανόνισε να δώσει την ευκαιρία στους εξόριστους να ενεργήσουν. Ο Χάρων θα προσέφερε το σπίτι του ως κρησφύγετο. Ο Φυλλίδας οργάνωσε ένα συμπόσιο για τον Αρχία και τον Φίλιππο και τους υποσχέθηκε όμορφες γυναίκες για συντροφιά.
Τον Δεκέμβριο του 379 π.Χ., ο Πελοπίδας, ο Μέλλων και πέντε άλλοι σύντροφοι έφυγαν από την Αθήνα και μεταμφιεσμένοι σαν αγρότες ή κυνηγοί, μπήκαν στην πόλη των Θηβών με την δύση του ηλίου και κρύφτηκαν στο σπίτι του Χάρονα. Μαζί με άλλους συνωμότες από την Θήβα, συγκεντρώθηκαν 48 άτομα. Ένας κατάσκοπος του Αρχία, του ανάφερε ότι ακούγονταν διαδόσεις, ότι μερικοί από τους εξόριστους ήταν στην πόλη. Ο Αρχίας κάλεσε τον Χάρονα, για να του δώσει πληροφορίες. Ο Χάρων αν και ήταν φοβισμένος, πήγε γρήγορα στον Αρχία και από τις ερωτήσεις του κατάλαβε ότι δεν ήξερε τίποτα το συγκεκριμένο, αλλά είχε μόνο υποψίες. Του υποσχέθηκε ότι θα ερευνήσει την υπόθεση και έφυγε.
Μετά από λίγο έφθασε ένα αγγελιοφόρος από την Αθήνα με ένα γράμμα, το οποίο φανέρωνε όλη την συνωμοσία. Ο Αρχίας, που ήταν ήδη μεθυσμένος, το πέταξε παράμερα και είπε το γνωστό “ες αύριον τα σπουδαία”. Αμέσως μετά οι συνωμότες μεταμφιεσμένοι ως γυναίκες μπήκαν στο δωμάτιο και σκότωσαν τον Αρχία και τον Φίλιππο και όποιον άλλο έτυχε να είναι εκεί.
Ο Φυλλίδας τότε έστειλε τον Πελοπίδα, Κηφισόδωρο και Δαμοκλείδα στο σπίτι του Λεοντιάδη. Έγινε μία σκληρή πάλη στην οποία ο Λεοντιάδης, ένας γεροδεμένος άνδρας, πλήγωσε θανάσιμα τον Κηφισόδωρο. Ο Πελοπίδας, μετά από μακρά πάλη στο στενό διάδρομο του σπιτιού, σκότωσε τον Λεοντιάδη. Με τον θάνατο και των δύο τυράννων, οι εξόριστοι από την Αθήνα επανήλθαν.
Ο Επαμεινώνδας με μερικούς νέους άνδρες άνοιξαν την αποθήκη όπλων και κάλεσαν όλους τους κατοίκους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Μετά από όλα αυτά, η Σπαρτιατική φρουρά των χιλίων πεντακοσίων ανδρών, έφυγε από την Θήβα και επέστρεψε στην Σπάρτη, το 378 π.Χ.

Στην Τέγυρα

Το 375 π.Χ., κοντά στην Τέγυρα, ο Πελοπίδας με τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο κατατρόπωσε τον Σπαρτιατικό στρατό, αν και οι άνδρες του ήταν οι μισοί. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Σπαρτιατική φρουρά του Ορχομενού θα επισκεπτόταν την Λοκρίδα, προσπάθησε με τον Ιερό Λόχο και μερικούς ιππείς να καταλάβει αιφνιδιαστικά τον Ορχομενό. Φθάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε ότι υπήρχε Σπαρτιατική φρουρά στην πόλη και έτσι ματαίωσε το σχέδιο του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κοντά στα Τέγυρα, κατά τύχη έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες που γύριζαν από την Λοκρίδα. Αν και οι άνδρες του ήταν λιγότεροι των αντιπάλων, δεν ετράπησαν σε φυγή και με την δική του εμψύχωση σε ένα στενό μονοπάτι έδωσαν μάχη και τους νίκησαν, σκοτώνοντας και του δύο Λακεδαιμόνιους αρχηγούς. Ο υπόλοιπος Σπαρτιατικός στρατός διασκορπίστηκε και ετράπη σε φυγή. Αυτό ήταν ένα ηρωικό κατόρθωμα του Πελοπίδα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον μικρότερο αριθμό των ανδρών του και την ανδρεία των Σπαρτιατών. Ήταν αυτή η μάχη που έδωσε πεποίθηση στους Θηβαίους να συναντήσουν τους Σπαρτιάτες με επιτυχία πάλι, τέσσερα χρόνια αργότερα στα Λεύκτρα.

Ο Επαμεινώνδας

Ο Επαμεινώνδας από την έκδοση -Captain Charles King, Famous and Decisive Battles of the World (Philidelphia: J. C. McCurdy, 1884) 94.

  • Μία από τις πλέον παραγνωρισμένες προσωπικότητες στο χώρο της στρατιωτικής ιστορίας, ο Θηβαίος Eπαμεινώνδας, ήταν ίσως ο σημαντικότερος ηγέτης σε τακτικές μάχης που γέννησε ο ελληνικός κόσμος πριν από τον Aλέξανδρο Γ’ της Mακεδονίας.
    Γεννήθηκε περί το 420 π.X. στη Θήβα και ήταν γιος του διακεκριμένου πολίτη Πολυμνήδα, ο οποίος είχε διατελέσει και στρατηγός της πόλης του. H οικογένεια του Eπαμεινώνδα ήταν πλούσια και ισχυρή και μετείχε ανέκαθεν στη διακυβέρνηση της πόλης, μάλιστα τα μέλη της υποστήριζαν ότι κατάγονταν απευθείας από τους Λαβδακίδες και τον Kάδμο.
    Στην αυλή του Πολυμνήδα βρήκε καταφύγιο ο σπουδαίος πυθαγόρειος φιλόσοφος Λύσις, όταν εκδιώχθηκε από τον Tάραντα. O Λύσις δίδαξε τα παιδιά του Πολυμνήδα και φαίνεται ότι ο Eπαμεινώνδας επηρεάστηκε βαθιά από τη φιλοσοφία των πυθαγόρειων, κάτι που γίνεται εμφανές από τον τρόπο ζωής που υιοθέτησε στη συνέχεια, έναν τρόπο ιδιαίτερα λιτό και απέριττο, σε αντιδιαστολή με τα πλούτη και τη δύναμη της οικογένειάς του.

Γενικώς οι αναφορές της αρχαίας γραμματείας στον Eπαμεινώνδα αφορούν σχεδόν αποκλειστικά στην περίοδο της ζωής του που έχει να κάνει με τις στρατιωτικές επιτυχίες του. H μοναδική πλήρης βιογραφία του, αυτή που συνέγραψε ο Πλούταρχος, δυστυχώς δεν έχει σωθεί.
Σε νεαρή ηλικία συνδέθηκε φιλικά με τον, κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του, Πελοπίδα, κάτι που έμελλε να σημαδέψει την ιστορία της Θήβας αλλά και ολόκληρης της Eλλάδας. Πιθανόν η φιλία τους να ξεκίνησε το 384 π.X., όταν ο Eπαμεινώνδας έσωσε τη ζωή του Πελοπίδα σε μια μάχη.
O Eπαμεινώνδας φαίνεται να έπαιζε μικρό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Θήβας πριν από την απελευθέρωσή της από τη σπαρτιατική επικυριαρχία το 379 π.X. Στη συνέχεια όμως εμφανίζεται δυναμικά στην πολιτική και στρατιωτική σκηνή. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο Επαμεινώνδας ήταν ένας από τους εμπνευστές του “νέου” Iερού Λόχου, ο οποίος οργανώθηκε βάσει των πυθαγόρειων αρχών. Στη στρατιωτική ακαδημία που δημιούργησε ο Eπαμεινώνδας διδάχτηκε τις αρχές του πολέμου και ο Φίλιππος της Mακεδονίας, όταν βρισκόταν στη Θήβα ως όμηρος.
Tο άστρο του Eπαμεινώνδα άρχισε να μεσουρανεί από το 371 π.X., με την αποφασιστική στάση του έναντι των απαιτήσεων των Σπαρτιατών και, βεβαίως, με την εμπνευσμένη ηγεσία του και τις πρωτοποριακές τακτικές μάχης που εφάρμοσε στα Λεύκτρα τον ίδιο χρόνο, συντρίβοντας ένα ισχυρότατο στράτευμα Σπαρτιατών.
O Eπαμεινώνδας υπήρξε σπουδαίος ηγέτης της πόλης του, την οποία καθοδηγούσε με στιβαρότητα και μαεστρία, ακόμη και όταν οι συμπολίτες του δεν τον εξέλεγαν στα ανώτερα αξιώματα της πολιτείας. Mαζί με τον Πελοπίδα αποτέλεσαν όχι μόνο τους θεμελιωτές αλλά και τους εκφραστές της θηβαϊκής ηγεμονίας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατο του Eπαμεινώνδα στη μάχη της Mαντίνειας άρχισε η παρακμή της Θήβας.
Yπήρξε εκείνος που δημιούργησε την ασύμμετρη παράταξη, εφάρμοσε πρώτος την αρχή της συγκέντρωσης δυνάμεων για την επίτευξη τοπικής υπεροχής – που αποτελεί έκτοτε την αρχή στην οποία βασίζεται οποιαδήποτε επιθετική προσπάθεια – και της επιλεγμένης κρούσης ενός σημείου της εχθρικής παράταξης και ήταν ο δημιουργός της λοξής φάλαγγας. Mέγιστοι στρατιωτικοί ηγέτες, όπως ο Nαπολέων, ο Φρειδερίκος ο Mέγας και ο Kάρολος-Γουσταύος της Σουηδίας, δήλωναν θαυμαστές του Eπαμεινώνδα και εμπνεύστηκαν από τις πρωτοποριακές τακτικές του.

H Θήβα απελευθερώνεται

Tην εποχή αυτή αρχίζει να ανατέλλει το άστρο ενός από τους σημαντικότερους ηγέτες της Θήβας, του Πελοπίδα. Eξόριστος στην Aθήνα από το 382 π.X. λόγω των δημοκρατικών και αντιλακωνικών φρονημάτων του, ο Πελοπίδας είχε συνδεθεί φιλικά με έναν άλλο σημαίνοντα Θηβαίο, που όμως είχε παραμείνει στη χώρα του, τον Eπαμεινώνδα. O τελευταίος θα αναδεικνυόταν στη συνέχεια σε αδιαμφισβήτητο ηγέτη της θηβαϊκής ηγεμονίας και ίσως στο σημαντικότερο Θηβαίο όλων των εποχών.
Για την ώρα όμως οι προσπάθειες του Πελοπίδα για απελευθέρωση της Θήβας από τους Σπαρτιάτες γίνονταν ερήμην του Eπαμεινώνδα, αν και φαίνεται ότι την εποχή αυτή ο τελευταίος ίσως να έπαιζε κάποιο ρόλο ως διαμεσολαβητής των εξόριστων δημοκρατικών και αντιλακώνων με τους συμπατριώτες του.
Πάντως, η επανάσταση που εκδίωξε τους Σπαρτιάτες από τη Θήβα έγινε ουσιαστικά χωρίς τη συμμετοχή του Eπαμεινώνδα. O Πελοπίδας, μαζί με άλλους έξι εξόριστους Θηβαίους, εισήλθαν κρυφά στην πόλη και συνάντησαν μία ακόμη ομάδα συνωμοτών στο σπίτι του Xάρωνα. Mε δόλο ο μυημένος στη συνωμοσία Φυλλίδας, που ήταν γραμματέας των φιλοσπαρτιατών πολέμαρχων της Θήβας, Aρχία και Φιλίππου, κατάφερε να τους παρασύρει σε ένα συμπόσιο, στο οποίο οι συνωμότες τούς σκότωσαν. Aφού εξόντωσαν και τους αρχηγούς του φιλολακωνικού κόμματος, Λεοντιάδη και Yπάτα, έγιναν κύριοι της Θήβας, εκδιώκοντας τη σπαρτιατική φρουρά.
H προσπάθεια του βασιλιά της Σπάρτης, Kλεόμβροτου, να επαναφέρει τη Θήβα στο φιλολακωνικό στρατόπεδο, απέτυχε οικτρά.
H Θήβα πλέον ήταν ελεύθερη και είχε στο τιμόνι της έναν εξαιρετικά ικανό ηγέτη, τον Πελοπίδα. Oι Θηβαίοι ήταν αποφασισμένοι να στήσουν ξανά το Kοινό των Bοιωτών, ουσιαστικά να “απορροφήσουν” όλους τους οικισμούς της Bοιωτίας, έχοντας ως πρότυπο την Aθήνα και την κυριαρχία της σε ολόκληρη την Aττική. Στην προσπάθειά τους αυτή είχαν να αντιμετωπίσουν τους Σπαρτιάτες, ωστόσο με έξυπνο αμυντικό αγώνα και φύλαξη των διαβάσεων του Kιθαιρώνα, οι Θηβαίοι κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τη σπαρτιατική στρατιωτική υπεροχή, χωρίς να χρειαστεί να τους αντιμετωπίσουν σε μάχη.
Mέσα σε οκτώ χρόνια, το Kοινό των Bοιωτών ανασυστήθηκε και οι Θηβαίοι άρχισαν να νιώθουν αρκετά δυνατοί για να αντιπαρατεθούν στην ισχύ της Σπάρτης και επί του πεδίου της μάχης.
Oι Σπαρτιάτες το 371 π.X. ήταν αποφασισμένοι να διαλύσουν τη Θήβα. H εξασθενημένη αλλά ακόμη ισχυρή Σπάρτη δεν μπορούσε πλέον να ανεχτεί την παρελκυστική πολιτική της Θήβας, που είχε συμμαχήσει λίγα χρόνια πριν με τον φιλόδοξο ταγό της Θεσσαλίας, Iάσονα. O βασιλιάς της Σπάρτης Kλεόμβροτος έτυχε να βρίσκεται με στρατό στη Φωκίδα, για να αντιμετωπίσει τους Aθηναίους, όταν υπογράφηκε η ειρήνη του Kαλλία που επανέφερε ουσιαστικά το status quo της ειρήνης του βασιλιά. Oι Σπαρτιάτες τον διέταξαν να βαδίσει κατά της Θήβας και να την αναγκάσει να διαλύσει το Kοινό των Bοιωτών. Πολλοί είχαν προδιαγράψει ότι η μοίρα της Θήβας θα ήταν παρόμοια με αυτήν της Mεσσήνης, την οποία οι Σπαρτιάτες είχαν ισοπεδώσει και είχαν διαμοιράσει τους κατοίκους της σε χωριά της Mεσσηνίας. Aλλά οι Θηβαίοι, με πρώτο τον Eπαμεινώνδα, είχαν άλλα σχέδια. H μοίρα της Θήβας και μαζί η ηγεμονία του ελληνικού χώρου θα παιζόταν στα Λεύκτρα.

Η μάχη στα Λεύκτρα – 371 π.X.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ» ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΩΝ ΛΕΥΚΤΡΩΝ

Ο Ιερός Λόχος, 300 άνδρες τον αριθμό, αποτελείτο από τους πιο εξέχοντες νέους στα αθλητικά και ειδικά στην πάλη. Ήταν όλοι από αριστοκρατικές οικογένειες και ήταν διαλεγμένοι σε ζευγάρια επιστήθιων φίλων, για να κρατούν τις γραμμές του Λόχου αδιάσπαστες. Ήταν συνεχώς κάτω από εντατική εκπαίδευση και μονίμως υπό τα όπλα, με δημόσια δαπάνη.
Το 371 π.Χ., στην πεδιάδα της Λεύκτρας, οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν ξανά από τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο,
αυτήν την φορά όμως υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα.
Αν και οι Θηβαϊκές δυνάμεις ήταν λιγότερες ξανά από τις Λακεδαιμόνιες, ο Επαμεινώνδας με ιδιοφυή τακτική και με την βοήθεια των πολύ καλά εκπαιδευμένων ανδρών του Ιερού Λόχου, νίκησε σε πλήρη μάχη τώρα τον αήττητο Σπαρτιατικό στρατό. Σύνταξε τους καλύτερους άνδρες του στρατού του, πενήντα άνδρες σε βάθος, απέναντι στην δεξιά πτέρυγα του αντιπάλου, την οποία κατείχαν οι Σπαρτιάτες και οι οποίοι είχαν μόνο δώδεκα άνδρες βάθος, αφήνοντας το κέντρο και την αριστερά πτέρυγα ασθενή και έδωσε διαταγή να παραμείνουν για λίγο άπρακτοι. Η μάχη ξεκίνησε με την εμπλοκή του Σπαρτιατικού και Θηβαϊκού ιππικού η οποία τελείωσε γρήγορα με την ήττα των Σπαρτιατών. Αμέσως μετά ο Πελοπίδας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου, έπεσε επάνω στους Σπαρτιάτες με ακαταμάχητη δύναμη, αλλά οι Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν γενναία και στην αρχή ίσως να υπερτερούσαν. Όταν όμως οι αρχηγοί των Σπαρτιατών έπεσαν, τότε οι Σπαρτιατικές γραμμές πιέστηκαν και έσπασαν παρασύροντας τον υπόλοιπο στρατό που επέστρεψε στον καταυλισμό. Ο βασιλιάς Κλεόμβροτος της Σπάρτης και πολλοί από τους αξιωματικούς σκοτώθηκαν.

Ο ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΚΛΕΟΜΒΡΟΤΟΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ

Ο υπόλοιπος στρατός δεν ενεπλάκη σε σοβαρή μάχη. Από τους 700 Σπαρτιάτες που έλαβαν μέρος στην μάχη, μόνο 300 επέζησαν. Ολόκληρη η Ελλάδα αιφνιδιάστηκε από το γεγονός, καταλαβαίνοντας ότι μία καινούργια δύναμη είχε ανέλθει. Στο Άργος, έγινε επανάσταση και ο λαός σκότωσε πολλούς από τους φίλο Σπαρτιάτες ολιγαρχικούς.

Για τις νίκες του Επαμεινώνδα στα Λεύκτρα και τη Μαντινεία οι σύγχρονοι σχολιαστές αφή­νουν ανοικτό το πεδίο για την ευρηματικότητα του στρατηγού’ υπάρχει όμως ένα σημείο που μοιάζει αναμφισβήτητο.

Ο Επαμεινώνδας χρωστούσε την επιτυχία του σε μια διπλή τακτική επανάσταση: την υιοθέτηση της λοξής παράταξης από τη μια μεριά και την ε­πίθεση από την αριστερή μεριά από την άλλη.

Στα Λεύκτρα (371 π.χ.) όπου η αριθμητική του κατωτερότητα είναι σημαντική ο Επαμεινώνδας συγκεντρώνει τους καλύτερους πεζούς απέναντι από τη δεξιά πλευρά των εχθρών.

Σύμφωνα λοιπόν με τις περιγραφές του Ξενο­φώντα και του Διόδωρου: “Κατά την μάχη οδήγη­σε τη φάλαγγα λοξά και προς τ’ αριστερά”. Ήταν μια πραγματική επανάσταση τακτικής εντελώς α­ντίθετη προς τις στρατιωτικές παραδόσεις των Ελ­λήνων. Γιατί πριν τον Επαμεινώνδα το δεξιό αναλάμ­βανε πάντοτε τον επιθετικό ρόλο.

Αυτή η διάταξη ήταν τόσο φυσιολογική μια και από αφηγήσεις αναφέρεται:

Όλοι οι στρατοί έχουν συνήθεια όταν συμβαίνει μια σύγκρουση να τραβούν προς τα δεξιά έτσι που ο καθένας από τους δυο στρατούς να πιέζει με τη δεξιά του την αριστερή μεριά του εχθρού. Αυτό συμβαίνει γιατί κάθε στρατιώτης φοβάται για τον εαυτό του και κολλάει όσο το δυνατόν περισσότε­ρο στην ασπίδα του ανδρός που είναι δεξιά, για να καλύψει το αφύλακτο πλευρό και πιστεύει ότι όσο περισσότερο η γραμμή είναι συμπαγής τόσο περισσότερο βρίσκεται σε ασφάλεια. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια παράδοση αρκετά ισχυρή που είχαν οι Έλληνες να ενεργούν επίθεση με τη δεξιά πλευρά. Η αντίληψη της δεξιάς και της αριστερής ξεκά­θαρα υπογραμμισμένη στους Πυθαγόρειους χρω­ματίζει στην πραγματικότητα ολόκληρη την Ελλη­νική σκέψη στην καρδιά του 5ου αιώνα.

Στην καμπή του 5ου προς τον 4ο αιώνα η πα­ραδοσιακή παράσταση για τη δεξιά και την αρι­στερή πλευρά αλλάζει μορφή.

Την ίδια εποχή ο Επαμεινώνδας αιφνιδιάζει τους αντιπάλους του περιφρονώντας τα παραδο­σιακά πρωτεία που κατείχε η δεξιά πλευρά στο στρατό.

Μια επίμονη παράδοση παρουσιάζει τον Επα­μεινώνδα σαν τον πολυαγαπημένο μαθητή του Πυθαγόρειου Φιλολάου. Υπάρχει μάλιστα και μια μαρτυρία που εμφανίζει άμεσα τον Φιλόλαο σαν τον πνευματικό οδηγό του νικητή των Λεύκτρων.

Η Αρχαιότητα δεν αμφέβαλε ποτέ ότι ο πολέ­μαρχος και ο φιλόσοφος ήταν δυο αξεχώριστες πλευρές του Θηβαίου ήρωα.
Μετά την μάχη οι Θηβαίοι έστειλαν απεσταλμένους στην Αθήνα για να ανακοινώσουν την νίκη κατά των Σπαρτιατών, αλλά οι Αθηναίοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι με την εξέλιξη των πραγμάτων γιατί τώρα είχαν μία καινούργια υπερδύναμη μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Επίσης έστειλαν αγγελιοφόρο και στον Ιάσονα των Φερών στην Θεσσαλία. Ο Ιάσων όταν άκουσε τα νέα απήντησε ότι θα έλθει γρήγορα στην Θήβα με τριήρεις, αλλά αντίθετα με μεγάλη ταχύτητα και περνώντας ανάμεσα από εχθρικές περιοχές έφθασε στην Βοιωτία.

Σε ανάμνηση της νίκης τους οι Θηβαίοι ίδρυσαν τρόπαιο στο πεδίο της μάχης. Το πεδίο της μάχης των Λεύκτρων (σε μικρή απόσταση από το σημερινό ομώνυμο χωριό) προσδιορίστηκε με ακρίβεια μετά την ανεύρεση μεγάλου μέρους του βάθρου, που ήταν κυλινδρικό, με επίστεψη διαζώματος τριγλύφων και μετοπών και πάνω σειράς στρογγυλών ασπίδων. Στη λίθινη βάση υψωνόταν χάλκινο τρόπαιο που δεν βρέθηκε, αλλά είναι γνωστό από θηβαϊκά νομίσματα (αργυρές βοιωτικές δραχμές, που κόπηκαν στο διάστημα 288-244 π. Χ. και απεικόνιζαν στρογγυλό στύλο, πάνω στον οποίο στηριζόταν πανοπλία από θώρακα, ασπίδα στρογγυλή, δόρυ και κράνος).

ΣΤΗΛΗ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΘΗΒΑΙΩΝ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΛΕΥΚΤΡΩΝ –ΘΗΒΑ ΑΡΧ. ΜΟΥΣΕΙΟ

Εκεί οι Θηβαίοι αρχηγοί πρότειναν να επιτεθούν στους στρατοπεδευμένους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Ο Ιάσων και Επαμεινώνδας αρνήθηκαν και κατάφεραν να τους πείσουν να τους αφήσουν να φύγουν και έτσι οι Σπαρτιάτες σώθηκαν από μεγαλύτερη καταστροφή οι οποίοι πράγματι έφυγαν σύντομα και συναντήθηκαν στα Αιγόσθενα με τον Αρχίδαμο, ο οποίος ερχόταν για να τους βοηθήσει. Από εκεί επέστρεψαν στην Σπάρτη.

Η Θηβαϊκή ηγεμονία

Μετά την μάχη της Λεύκτρας, η ηγεμονία της Ελλάδος πέρασε από την Σπάρτη στη Θήβα, αλλά για το μικρό χρονικό διάστημα, των δέκα χρόνων. Η ηγεμονία αυτή δεν επέφερε κανένα καλό όμως αποτέλεσμα και όπως αυτή της Σπάρτης έβλαψε την Ελλάδα πολύ. Η Θήβα δεν είχε πεπειραμένους άνδρες, ούτε η οικονομία της μπορούσε να το αντέξει αυτό. Απέτυχε, το ίδιο όπως και η Σπάρτη, να ενώσει τις Ελληνικές πόλεις και να σταματήσει τον αλληλοσπαραγμό μεταξύ τους. Έγιναν αναταραχές σε όλη την Πελοπόννησο. Οι κάτοικοι της Μαντινείας στην Αρκαδία, η οποία είχε χωρισθεί σε αρκετά χωριά, κατέλαβαν την πρωτεύουσα και έφτιαξαν καινούργια τείχη. Στην Τεγέα της Αρκαδίας, οι κάτοικοι σχημάτισαν την Αρκαδική ομοσπονδία. Σε δύο χρόνια μέσα, μία πανίσχυρη ομοσπονδία δημιουργήθηκε, η οποία περιελάμβανε εκτός των παλαιών συμμάχων και την Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλία και Εύβοια. Μετά την μάχη στα Λεύκτρα, οι Θηβαίοι έκαναν πάλι ειρήνη με την Αθήνα και ήθελαν να καταστρέψουν τον Ορχομενό επειδή ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Η πόλη όμως σώθηκε χάρη στην μεγάλη προσπάθεια του Επαμεινώνδα, αλλά όχι για πολύ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Επαμεινώνδας βρισκόταν με αποστολή στο Βυζάντιο, η πόλη καταστράφηκε και όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο πολιτικό σφάλμα της Θήβας.

Η ΘΗΒΑΪΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Εισβολή στην Λακωνία

Στην Αρκαδία, σύμμαχο της Θήβας, ο βασιλιάς Αγησίλαος της Σπάρτης κατέστρεφε τις περιοχές. Σε απάντηση, η Θήβα έστειλε στρατό υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα. Όταν ο Αγησίλαος έμαθε τα νέα, εγκατέλειψε την Αρκαδία και επέστρεψε στην Σπάρτη, για να την προστατεύσει.
Με τον ερχομό του στην Αρκαδία, ο Επαμεινώνδας ένωσε τις δυνάμεις του με τα άλλα μέλη της συμμαχίας, από την Αρκαδία, Άργος και Ηλεία. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν γύρω στις πενήντα χιλιάδες άνδρες. Η συμμαχία προσπάθησε να πείσει τον Επαμεινώνδα, να εισβάλει στην Λακωνία, εξηγώντας του ότι υπήρχε γενική δυσαρέσκεια εναντίον της Σπάρτης και ότι πολλοί από τους Περίοικους είχαν επαναστατήσει.
Τελικά πείσθηκε και το φθινόπωρο του 370 π.Χ., εισέβαλε στην Λακωνία από τέσσερα διαφορετικές σημεία βαδίζοντας προς την Σπάρτη.
Μόνο οι Αρκάδιοι συνάντησαν σοβαρή αντίσταση από τον Σπαρτιάτη Ισχόλαο στο Iον, στην περιοχή της Σκιρίτης. Ο Ισχόλαος και οι δυνάμεις του έπεσαν μέχρι τον τελευταίο άνδρα.
Όλες οι συμμαχικές δυνάμεις συναντήθηκαν στην Σελλασία, την οποία κατέστρεψαν και έκαψαν και από εκεί βάδισαν εναντίον της Σπάρτης, η οποία σώθηκε από τον βασιλιά Αγησίλαο που είχε πάρει μία σειρά προστατευτικών μέσων για να υπερασπίσει την χωρίς τείχη πόλη.
Ο Επαμεινώνδας αναλογιζόμενος το κόστος μίας επιθέσεως κατά της Σπάρτης σε ανθρώπινες ζωές, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να την καταλάβει. Από εκεί, η συμμαχία καίγοντας και λεηλατώντας τα χωριά, κατευθύνθηκε προς το λιμάνι και οπλοστάσιο της Σπάρτης, Γύθειο, το οποίο προσπάθησε να καταλάβει επί τρεις μέρες, χωρίς επιτυχία.
Ο Επαμεινώνδας μετά επέστρεψε στην Αρκαδία και υπό την επίβλεψη του χτίσθηκε μία καινούργια πόλη στις όχθες του ποταμού Ελλισώνα, ως πρωτεύουσα της Αρκαδικής συμμαχίας και ονομάσθηκε Μεγαλόπολης. Στην Μεγαλόπολη, αντιπρόσωποι από όλες τις πόλεις της συμμαχίας θα συγκεντρώνονταν περιοδικώς για να διευθετούν τις υποθέσεις τους.
Μετά από αυτό ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στην Μεσσηνία, για να την ελευθερώσει από τους Σπαρτιάτες. Στο μεταξύ οι Περίοικοι και Είλωτες είχαν αρχίσει ήδη να αποστατούν. Ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε την Μεσσήνη και στους λόφους του βουνού Ιθώμη έκτισε εξαιρετικές οχυρώσεις εκτεινόμενες πέρα από έξι χιλιόμετρα, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα.

ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Όλα αυτά είχαν καταστρεπτικό αποτέλεσμα για την οικονομία της Σπάρτης, η οποία έχασε την μισή περιοχή της για πάντα και δεν είχε πλέον τους ανθρώπους για να προμηθεύουν τον στρατό της.
Στο μεταξύ η Σπάρτη ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Ο Ιφικράτης με Αθηναϊκό στρατό είκοσι χιλιάδων ανδρών, βάδισε προς την Αρκαδία. Ο Επαμεινώνδας μαθαίνοντας τα νέα εγκατέλειψε την Λακωνία αμέσως και βάδισε εναντίον του. Οι δύο στρατοί, αν και βρέθηκαν πολύ κοντά, δεν ενεπλάκησαν σε πλήρη μάχη. Ο Ιφικράτης, αποφασίζοντας ότι η αποστολή του για την διάσωση της Σπάρτης επέτυχε, επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Επαμεινώνδας γύρισε κι’ αυτός πίσω στην Θήβα, όπου και πέρασε από δίκη, με την κατηγορία ότι είχε υπερβεί τον χρόνο της αποστολής του και του ότι έδειξε αδράνεια και ειρηνοφιλία. Υπερασπίσθηκε τον εαυτό του με επιτυχία, αυξάνοντας περισσότερο την δημοτικότητα του.
Οι επιτεύξεις αυτής της αποστολής ήταν μεγάλες. Εξασθένησε και ταπείνωσε την Σπάρτη και συγχρόνως αύξησε την υπόληψη του στρατού του.
Επειδή ήταν απαραίτητο να επικοινωνήσει με τους συμμάχους, την άνοιξη του 369 π.Χ., ο Επαμεινώνδας προσπάθησε ξανά να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, αλλά αυτή την φορά οι Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι τους είχαν καταλάβει την γραμμή του όρους Ονεία και τις Κεγχρεές, για να τον εμποδίσουν να περάσει στην Πελοπόννησο.

Οι Κεγχρεές

Ο Επαμεινώνδας όταν έφθασε προσπάθησε να τους οδηγήσει σε μάχη, αν και ο αριθμός των ανδρών του ήταν μικρότερος των αντιπάλων, αλλά δεν το πέτυχε. Στρατοπέδευσε λοιπόν και λίγες ώρες πριν να ξημερώσει τους αιφνιδίασε, επιτιθέμενος και σπάζοντας την Σπαρτιατική γραμμή και αυτή της Πελλήνης. Έτσι κατόρθωσε να εισέλθει στην Πελοπόννησο και να ενωθεί με τους συμμάχους του, τους Αρκάδες, Ηλείους και Αργείους.
Η πόλη της Σικυώνος εγκατέλειψε την Σπάρτη, μετά από δημοψήφισμα των κατοίκων και δέχθηκε να εγκατασταθεί Θηβαίος αρμοστής και φρουρά στην Ακρόπολη. Το ίδιο έκανε και η Πελλήνη. Εν συνεχεία ο Θηβαϊκός στρατός και οι σύμμαχοι λεηλάτησαν τις περιοχές της Επιδαύρου και της Φλιούς και προσπάθησαν αιφνιδιαστικά να καταλάβουν την Κόρινθο, αλλά ηττήθηκαν από τον Αθηναίο στρατηγό Γαβριά, ο οποίος αντιστάθηκε με εξαιρετική επιδεξιότητα. Μετά από αυτήν την αποτυχημένη προσπάθεια, ο Θηβαϊκός στρατός επέστρεψε στην Θήβα.
Στο έτος 368 π.Χ., ο Επαμεινώνδας δεν επεχείρησε εισβολή στην Πελοπόννησο, άντ’ αυτού ο Πελοπίδας με Θηβαϊκές δυνάμεις εισήλθε στην Θεσσαλία για να προασπίσει την πόλη Λάρισα που κινδύνευε από τον βασιλιά Αλέξανδρο της Μακεδονίας. Ο Πελοπίδας τον ανάγκασε να κάνει ειρήνη, και πήρε πενήντα ομήρους μαζί του για ασφάλεια, μεταξύ αυτών τον γιο του Αμύντα, Φίλιππο, τον μετέπειτα βασιλιά της Μακεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ο οποίος έμεινε στην Θήβα για αρκετά χρόνια.
Το 366 π.Χ., η Θήβα επέκτεινε τον αριθμό των πόλεων της ομοσπονδίας, με την συμμετοχή πόλεων του Κορινθιακού κόλπου και Αχαϊας, αλλά τις έχασε πάλι όταν απαίτησε ότι οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις τους έπρεπε να αντικατασταθούν. Αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα που δείχνει την έλλειψη καλών πολιτικών ανδρών στην Θήβα.
Το 364 π.Χ., μετά από επίμονη εισήγηση του Επαμεινώνδα, οι Θηβαίοι κατασκεύασαν ένα μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων. Ο στόλος υπό τον Επαμεινώνδα έπλευσε με κατεύθυνση τον Ελλήσποντο, όπου και κατάφερε να κερδίσει με το μέρος του το Βυζάντιο. Οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη πείρας σε θαλάσσιες επιχειρήσεις, έβαλαν σύντομα τέλος στις φιλοδοξίες της Θήβας.

Ζωγραφική σε αγγείο από την Θήβα

Η μάχη της Μαντινείας (ΕΠΙΣΗΣ)
362 π.Χ.

Το 363 π.Χ., με μια αιφνιδιαστική κίνηση οι Αρκάδες κατέλαβαν την Ολυμπία και κατέκλεψαν το θησαυροφυλάκιο. Πόλεμος ξέσπασε με την Ηλεία, αλλά με την επέμβαση των Θηβαίων, η Ολυμπία επεστράφη και επακολούθησε ειρήνη. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Θηβαίος αντιπρόσωπος προσπάθησε να συλλάβει ορισμένους αντί Θηβαϊκούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Μαντινεία και η υπόλοιπη βόρεια Αρκαδία, εκτός της Τεγέας, να πάνε με το μέρος της Σπάρτης. Η Αθήνα, που παρακολουθούσε αυτές τις κινήσεις, πήρε το μέρος της Ηλείας. Η Θήβα δεν είχε άλλη εκλογή παρά να στείλει γρήγορα τον Επαμεινώνδα με μεγάλο στρατό, ο οποίος κατευθύνθηκε προς την Μαντινεία. Στην Τεγέα, περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα απόσταση από την Μαντινεία, ένωσε τις δυνάμεις του μαζί τους, αλλά με μία απροσδόκητη κίνηση αντί για την Μαντινεία βάδισε προς την Σπάρτη. Σε αντίθεση με την πρώτη φορά αυτή η ενέργεια θα είχε αιφνιδιάσει τον Αγησίλαο, ο οποίος εκείνη την στιγμή βάδιζε με κυκλικό τρόπο να βοηθήσει την Μαντινεία αλλά ένας Κρητικός κατάσκοπος στο Θηβαϊκό στρατόπεδο, εξασκημένος σε τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, πληροφόρησε τον Αγησίλαο, ο οποίος γύρισε πίσω στην Σπάρτη. Όταν ο Επαμεινώνδας έφθασε στην Σπάρτη και έμαθε τι έγινε, γύρισε γρήγορα πίσω στην Μαντινεία, πριν να φθάσουν οι σύμμαχοι της. Φυσικά αυτός ήταν ο πραγματικός σκοπός του και όχι να επιτεθεί στην Σπάρτη. Δεν έγιναν όμως όλα σύμφωνα με το σχέδιο του γιατί εν τω μεταξύ ο Αθηναϊκός στρατός μόλις είχε φθάσει. Έτσι ο Επαμεινώνδας δεν είχε άλλη διαλογή παρά να εμπλακεί σε πλήρη μάχη.
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν έξω από την Μαντινεία το 362 π.Χ. Ο Θηβαϊκός στρατός, αποτελούμενος από Θηβαίους και Βοιωτούς κινήθηκε μπροστά. Ο Υπόλοιπος στρατός έμεινε πίσω σε λοξή φάλαγγα, με εξαίρεση το τμήμα του στρατού που παρέμεινε σε ψηλό έδαφος για να εμποδίσει την υπερφαλάγγιση από τον αντίπαλο. Καθώς ο στρατός κινήθηκε, ο Επαμεινώνδας γύρισε γρήγορα προς τα αριστερά και κοντά στις πλαγιές του βουνού και έδωσε την διαταγή στους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα κάτω. Οι Σπαρτιάτες και οι Μαντίνειοι νομίζοντας ότι ο Επαμεινώνδας δεν είχε σκοπό να δώσει μάχη, χαλάρωσαν τις γραμμές της διάταξης τους.

Ζωγραφική σε αγγείο από την Θήβα

Ο Επαμεινώνδας που περίμενε ακριβώς αυτό έδωσε διαταγή για γρήγορη επίθεση. Το πελώριο Θηβαϊκό σώμα πενήντα ασπίδες σε βάθος, έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αγωνίστηκαν με υπέρμετρη γενναιότητα αλλά τελικά οι γραμμές τους διαλύθηκαν φέρνοντας χάος στον υπόλοιπο στρατό.
Η μάχη είχε σχεδόν κερδισθεί, όταν ο Επαμεινώνδας έπεσε πληγωμένος από δόρυ, το οποίο διαπέρασε το στήθος του. Τον μετέφεραν σε ένα λοφίσκο, περιμένοντας την έκβαση της μάχης. Αν και η μάχη κερδίσθηκε από τους Θηβαίους, ο Επαμεινώνδας πριν πεθάνει διέταξε να κάνουν ειρήνη, όταν έμαθε ότι όλοι οι έμπιστοι στρατηγοί του είχαν χαθεί στην μάχη.

ΕΦΙΠΠΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΚΡΑΙΦΝΙΟ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ 6ος ΑΙ.Π.Χ.

Η μάχη της Χαιρώνειας – 338 π.Χ.

Την 7η Αυγούστου, του έτους 338 π.Χ., οι Θηβαίοι με την σύμμαχο τους Αθήνα, συνάντησαν τον στρατό του Φιλίππου, βασιλιά της Μακεδονίας, στην Χαιρώνεια. Μετά από μακρά και σκληρή μάχη, ο Μακεδονικός στρατός βγήκε νικητής. Όλοι οι άνδρες του Ιερού Λόχου που δεν είχαν ηττηθεί μέχρι τότε σκοτώθηκαν. Όλοι ετάφησαν στο σημείο που έπεσαν και προς τιμήν τους οι Θηβαίοι έστησαν ένα πέτρινο λιοντάρι.

Ζωγραφική σε ερυθρόμορφη κύλικα από την θήβα του 5ου αι. π.Χ. με σκηνή μάχης.

Το 336 π.Χ., μετά από συνεχείς διαδόσεις για τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Θηβαίοι βοηθούμενοι από την Αθήνα με χρήματα και όπλα, μπήκαν στην πόλη, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα Κάδμεια. Αμέσως συγκάλεσαν γενικό συμβούλιο και μίλησαν να ελευθερώσουν την πόλη, όπως το είχε επιτύχει ο Πελοπίδας πενήντα χρόνια πριν. Οι κάτοικοι δέχθηκαν και έκαναν ψήφισμα στο οποίο απεφάσισαν την ανεξαρτησία της Θήβας. Προσπάθειες όμως για να εκδιώξουν την φρουρά απέτυχαν. Έστειλαν επίσης πρέσβεις στην Αρκαδία και άλλες πόλεις και τους κάλεσαν να ενωθούν μαζί τους. Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, καμία άλλη δεν δέχθηκε.
Κατά την διάρκεια όλων αυτών, Ο Αλέξανδρος ήταν στην Ιλλυρία. Με αστραπιαία ταχύτητα, έφθασε στην Θήβα , αλλά δεν επιτέθηκε στην πόλη αμέσως, ελπίζοντας ότι θα παραδοθούν. Έκανε προκήρυξη στους Θηβαίους να παραδώσουν τους δύο αρχηγούς τους και αυτός θα έδινε χάρη στους υπόλοιπους. Οι Θηβαίοι με την σειρά τους, απαίτησαν να τους παραδώσει τους στρατηγούς Αντίπατρο και Φιλώτα, για εγγύηση. Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος περικύκλωσε την πόλη με λιθοβολητικές μηχανές και ήταν έτοιμος να επιτεθεί , αλλά ακόμη περίμενε μήπως και αλλάξουν γνώμη. Μετά όμως από λογομαχίες Θηβαίων, οι οποίοι βρισκόταν έξω από τα τείχη μπροστά στην πύλη έτοιμοι να υπερασπισθούν την πόλη τους, και των ανδρών του στρατηγού Πέρδικα, η μάχη άναψε. Οι Θηβαίοι πολέμησαν γενναία, αλλά αναγκάστηκαν τελικά να επιστρέψουν μέσα στα τείχη. Οι Μακεδόνες όρμησαν θυελλωδώς στην πόλη, σκοτώνοντας περισσότερους από έξη χιλιάδες. Τριάντα χιλιάδες πουλήθηκαν δούλοι. Η Μακεδονική απώλεια ήταν πεντακόσιοι άνδρες. Η πόλη λεηλατήθηκε και κάηκε, εκτός από τους ναούς και το σπίτι του Πίνδαρου.
Είκοσι χρόνια αργότερα, το 316 π.Χ., ο Κάσσανδρος ξανάχτισε την πόλη, η οποία όμως δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο αυτή την φορά στις υποθέσεις της Ελλάδος.

Ελληνιστικοί χρόνοι

Το 290 π.Χ., η Θήβα κατελήφθη όπως και πολλές άλλες πόλεις από τον Δημήτριο Πολιορκητή της Μακεδονίας.
Για άλλη μία φορά η Θήβα καταστράφηκε από τον Σούλα, το 86 μ.Χ., επειδή πήγε με το μέρος του Μιθριδάτη στον πόλεμο εναντίον της Ρώμης. Η μισή από την περιοχή της δόθηκε στους Δελφούς ως αποζημίωση για την λεηλασία του μαντείου.
Το 248 μ.Χ., καθώς και το 396 μ.Χ., η Θήβα κατελήφθη από τους Γότθους και ήλθε σε νέα ακμή κατά την διάρκεια του μεσαίωνα.Τον 9ον αιώνα μ.Χ., η Θήβα έγινε η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Ελλάδος και κέντρο παραγωγής μεταξιού, το οποίο λίγο αργότερα εισήγαγαν στην Ευρώπη.Το 1040 μ.Χ., οι Βούλγαροι μετά από σκληρή μάχη κατέλαβαν την πόλη και το 1146 μ.Χ. λεηλατήθηκε από τους Νορμανδούς της Σικελίας.Ξανά το 1205 μ.Χ. η πόλη κατελήφθη από τον Μπονιφάση του Μονφεράτ, ο οποίος την παρέδωσε στον Όττο ντε λα Ρότσε.Τελικά, κατά την διάρκεια της Τουρκικής κατοχής, η Θήβα μετατράπηκε σε χωριό.Ξαναβρίσκοντας τον εαυτό της μετά από δύο σεισμούς, το 1853 and 1893 μ.Χ., η Θήβα σήμερα είναι μία μοντέρνα πόλη.




ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Τσεβάς, Γ . Ιστορία Θηβών και Βοιωτίας Εκδόσεως 1928 .
2. Αρχείο του Αλέξανδρου Φαλτάιτς, καθηγητού παρά την παιδαγωγική ακαδημία Αθηνών.
3. Κείμενο που προήλθε από τα απομνημονεύματα του Aθανασίου Κατσιφή.
4. Φωτογραφικό αρχείο από τον συγγραφέα Ιωάννη Λάμπρου .
5. Φωτογραφικό αρχείο από τον Dr John Bintliff .
6. Φωτογραφικό αρχείο από τον Κυριάκο Αθανάσιο από το Κλειδί Θηβών .
7. Φωτογραφικό αρχείο από το ημερολόγιο του Δικτύου πολιτιστικών Συλλόγων του νομού Βοιωτίας που εκδόθηκε το έτος 1998 .
8.Φωτογραφικό αρχείο από το digitalschool.minedu.gov.gr
9. histoirehistoire.weebly.com
10. www.militaryhistory.gr
· ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ/ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ
· ΙΣΤΟΣ ΘΕΣΠΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ
· ΈΦΗ ΚΟΥΡΟΥΝΗ- ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ
· ΑΡΧ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΗΒΑΣ
· ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Α. ΔΡΙΧΟΥΤΗΣ
· ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΥΛΑΚΗΣ
· ΠΑΝΟΡΑΜΙΟ
· ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ για ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.