Κατέβηκε ὁ Θεός, γονάτισε στὸ διάσελο τοῦ Ὑμηττοῦ, τέντωσε στὸ γόνατο τὸ δοξάρι καὶ τοξεύει. Βουΐζει ἡ κόρδα, κλαγγίζει ἡ φαρέτρα στὸ γυμνὸ πλευρό, ἡ ακένωτη φαρέτρα μὲ τὶς ἀσημένιες σαΐτες. Τὰ θεϊκὰ βέλη τρέχουν πυρωμένα. Σκίζουν τὸν ἀττικὸν ἀγέρα, σφυρίζουν, ἀργυρὰ χελιδόνια τοῦ μεσημεριοῦ. Πετοῦν καὶ μεταλαμπαδεύουν τὴν ἀπολλώνια φωτιὰ στὰ σπίτια καὶ τὶς στέγες, στὰ μάρμαρα καὶ στὴ σάρκα, στὰ κύματα καὶ στὶς καρδιές.


Τ’ ἀπομεινάρια τῶν πεύκων φλέγονται πυρσοί, οἱ ἀσφαλτωμένες στράτες λυώνουν κάτω ἀπὸ τὰ βήματα, ὁ ἀγέρας τρέμει, γεμάτος ἀπὸ τὶς ἀστραπὲς τῆς ἀργυρῆς ἀσπίδας. Τὸ ξανθὸ χῶμα μὲ τὸ καμμένο χαμομήλι λιβανίζει ζεστοὺς ἀχνούς. Εἶναι ἕνα πύρινο θεμιατήρι ἡ Ἀττική, στὰ πόδια τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ φλογάτα μαλλιὰ καὶ τὰ λαμπρὰ μάτια.

Τὸ μεσημέρι τῆς Ἀθήνας.

Σηκῶστε τὰ μάτια μὲ τὴν ὑπόλοιπη προσπάθεια ποὺ σᾶς ἀπόμεινε καὶ δεῖτε καταμεσήμερα τὸν οὐρανὸ τῆς Ἀθήνας, πῶς ξάσπρισε σὰν τὸν ὑδράργυρο καὶ στάζει. Λυώνει καὶ ρέει μέσα στὰ νερὰ τοῦ Σαρωνικοῦ. Στὰ κύματα ἄναψαν οἱ ἀργυρὲς φλόγες. Καὶ ὅλα, πέτρες, δένδρα, καράβια, ζωντανὰ καὶ ἀνθρῶποι, κάβοι καὶ νησιά, ἐξαϋλώνονται, ἐξατμίζονται κάτω ἀπὸ τὸ ἀργυρὸ μαστίγωμα.

Κάθε τι τὸ ὑλικό, ὅλο τὸ γεῶδες μέρος τῆς πλάσης, τὸ λίπος τῶν σχημάτων τῆς ζωῆς λαμπαδιάζει, καίγεται σὰν τὴν στεγνὴν ἴσκα. Κάθε ὕπαρξη, κάθε περίγραμμα ἐξαγνίζεται ἀπὸ τὸ λίπος τῶν διαστάσεων. Οἱ ζωγράφοι τοῦ τοπίου εἶναι ἀπελπισμένοι. Πῶς νὰ συλλάβει ὁ χρωστῆρας τὴ ρευστὴ φωτιὰ ποὺ πυρπολεῖ τὸ ὅραμα; Ὅλα τὰ πράγματα χάνουν τὴν ὕλη τους, ξεφορτώνουνται τὸ ἄχθος τοῦ ἑαυτοῦ των μὲ ἕναν βαθὺν στεναγμὸ ἀνακούφισης. Μέσα ἀπὸ τὸν ὄχλο τῶν ὑλικῶν σχημάτων ποὺ σταχτώνουνται, σκιρτᾶ ἀδέσμευτη καὶ χορεύει ἡ φλόγα τῆς ἰδέας τῶν πραγμάτων. Τὶ θαῦμα!

Ἄν εἴμουνα ζωγράφος θὰ προσπαθοῦσα νὰ δώσω τὴν ἰδὲα τῶν ἐξατμισμένων σχημάτων, τῶν σταχτωμένων ὄγκων. Στέκουμαι καὶ βλέπω τὶς ἀρχαῖες κολῶνες τῶν ναῶν. Τὸ φῶς τὶς διαπέρασε, τὶς μούσκεψε μὲ τὴ διαφάνειά του ὥς τὸ βάθος. Εἶναι στῆλες ἀπὸ μάργαρο. Ρέει ἡ λυωμένη φλόγα ἀπ’ ὅλες τὶς ἐπιφάνειες, σπιθίζει καὶ κρουνελίζει ἀπὸ τὶς ἐπίχρυσες αὐλακὲς τῶν ραβδώσεων. Μὰ ὑπάρχουν κι’ ὅλας ὅλ’ αὐτά; Ὑπάρχουν τάχα μὲ τὴν πυκνότητά τους οἱ σπόνδυλοι, μὲ τὸ ἀνθισμένο βάρος τους οἱ μαρμαρένιες ἄκανθες, μὲ τὸ μέγεθὸς τους τὰ πελώρια κιονόκρανα; Ἤ μήπως εἶναι μιὰ παραίσθηση ποὺ μᾶς γοητεύει; Κάθε μία εἶναι καὶ μία στήλη πυρός, ποὺ ὁρμᾶ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸ καμμένο χῶμα, σὰν ἐκείνη τὴν κολώνα τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔβγαινε κάθε νύχτα ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς σκληρῆς πορείας καὶ ὁδηγοῦσε τὸν ὁδοιπόρο Ἰσραηλ πάνω στὸ δρόμο τῆς μοίρας του. Ἐδῶ καῖνε τόσες στῆλες πυρός, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, νὰ τὶς δεῖ καὶ νὰ τὶς ἀκολουθήσει, ποὺ πορεύουνται ὁδηγητικὰ πρὸς τὸν ἅγιο νόμο τοῦ Ἀπόλλωνα.

Ὁ Θεὸς μὲ τὰ χρυσὰ σγουρὰ καὶ τὶς γαλάζιες φλόγες στὰ μάτια, γονάτισε σ’ ἕνα διάσελο τοῦ Ὑμηττοῦ καὶ τοξεύει τὶς φτερωτὲς φλόγες, ὁ ἀργυροδόξαρος. Ἡ κόρδα βοιΐζει μουσικὰ μέσα στὸ καταμεσήμερο. Ἀπὸ τὴν ἴδια νευρὴ εἶναι ἁρματωμένη καὶ ἡ λύρα του.

Πάνω στὸν φλουροκαπνισμένο λόφο τοῦ Ἀρδηττοῦ, πέντε πευκάκια περπατούσανε στὸν ὁρίζοντα. Πήγαιναν ἀράδα-ἀράδα, λίγο σκυφτά, τὅνα πίσ’ ἀπὸ τ’ ἄλλο, μὴ χάσουν τὰ βήματα. Ὕστερα γύρισα νὰ τὰ ξαναϊδῶ καὶ δὲν τὰ βρῆκα. Ὁ ἥλιος ἐξαφάνισε τὸ κοκκινωπὸ φλούδι. Διαπέρασε τοὺς βασανισμένους κορμούς, ἔβαλε φωτιὰ στὰ λεπτὰ κλωνιά. Ἐκεῖ στὶς ξάκριες μόνο καιγόνταν σὲ φτενὰ ἀχτιδωτὰ ἡ δεντρίσια τοὺς ψυχή, καὶ ὁ ἀγέρας σκόρπαγε τὴν εὐωδιά της. Χάμω ὅμως, πάνου στὸ ξανθὸ χῶμα ἔρρεε πηχτὸ τὸ ξανθὸ ρετσίνι, καὶ αἰχμαλώτιζε θανάσιμα τὰ ἀνύποπτα πεταλουδάκια. Ὁ ἥλιος κέντησε τὰ νήματα ἀπὸ γαλάζιον ἴσκιο ἀτόφια τὴν «ἰδέα τοῦ δένδρου».

Καταμεσήμερο τῆς Ἀττικῆς. Πᾶρτε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ κορμιοῦ σας, τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἐξατμισμένης θέλησής σας, τὸ ὑπόλοιπο τῆς καρδιᾶς, καὶ ἀνεβῆτε στὴν Ἀκρόπολη. Εἶναι ἡ ἐπίσημη ὥρα τοῦ Παρθενῶνα. Θὰ βρεθεῖτε μέσα στὴν πιὸ σκληρὴν ἡλιοβολή. Εἶναι σκληρὸς ὁ Ἀπόλλωνας. Καὶ ὁ Παρθενῶνας εἶναι τὸ πιὸ σκληρὸ μνημεῖο τῆς ἀντρίκιας ἀρετῆς. Εἶναι σκληρὸς ὁ Θεὸς πρὸς τὸ κάθε τι ποὺ δὲν ἔχει τὸ χάρισμα νὰ καίγεται, ποὺ δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ σπάσει τὸ τσόφλι τῆς ὕλης του, νὰ ξελευτερωθεῖ, ποὺ δὲ θέλει νὰ ἀποχωριστεῖ τὸ λίπος τοῦ βάρους του.

Εἶναι ἐπικίνδυνο ὅμως. Θὰ βρεθεῖτε κεῖ πάνω ὁλομόναχος μπροστὰ στὰ φλογερὰ Θεοφάνεια. Ὁ Ἀπόλλωνας κατεβαίνει καὶ περπατεῖ ἀνάμεσα στοὺς ἄσπρους καὶ χρυσοὺς ναούς. Περπατεῖ κάθε μεσημέρι. Τότες τὰ μάρμαρα γιορτάζουν. Οἱ γραμμὲς ἠχοῦν μουσικά, ὁ ἰχώρας κυκλοφορεῖ κάτω ἀπὸ τὸ λαξευμένο πρόσωπο τῆς πέτρας. Οἱ κόρες τοῦ Ἐρεχθείου χαμογελοῦν, σὰν ν’ ἄκουσαν ἀπὸ τὸ βυθὸ τοῦ χρόνου τὰ ἀρχαῖα βήματα τῶν Παναθηναίων πάνω στὶς χορταριασμένες πλάκες.

Καὶ σύ, ὦ μικρούλα Ἀτθίς, μὲ τὰ λιγνὰ μέλη καὶ τὰ στάχυα τῆς Δήμητρας στὰ μαλλιά, ποὺ σὲ βλέπω νὰ περιπλανᾶσαι ὁλομόναχη ἀνάμεσα στὰ ζωντανὰ μάρμαρα. Μικρούλα Ἀτθίς, πόσο πρέπει νὰ σὲ φίλησε ὁ Θεὸς τοῦ ρυθμοῦ γιὰ νὰ πάρει τὸ πρόσωπό σου τὸ χρῶμα ποὺ ἔχει τὸ μέλι τοῦ Ὑμηττοῦ. Πόσους αἰῶνες χόρεψε ἡ ἑλληνικὴ ψυχή σου κάτω ἀπὸ τοῦτα τὰ πάμφωτα μάρμαρα γιὰ νὰ κινεῖσαι ἔτσι ἀνάλαφρα σὰν μιὰ βέργα ἀγριλιᾶς μέσα στὴ γαλάζια φωτιὰ τοῦ μεσημεριοῦ! Καὶ πόσο τἄχα σὲ κοίταξε κατάματα ὁ Θεὸς τοῦ φωτός, γιὰ νὰ ἀνάψουν αὐτὰ τὰ ἄσπρα τῆς ψυχῆς σου μέσα στὴν ἀνθισμένη ἄκανθα τῶν βλεφαρίδων σου!

Ἄπολλον ἀποτρόπαιε! Ἰδοὺ ἐμεῖς, ὁ λαός σου, γύρω στοὺς αἰώνιους βωμούς σου. Ἄς ὁρμήσουν πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας τὰ ἅγια βέλη σου, ἄγριο κοπάδι φλογερὰ πετροχελίδονα. Νὰ ἁγνισθεῖ ὁ ἀγέρας ἀπὸ τὰ μολέματα τῆς ἀσκήμιας, νὰ μυρίσει καμμένη στουρναρόπετρα ὁ βράχος τοῦ Ὑμηττοῦ. Τόξεψε τὴν ἀσκήμια, ποὺ εἶναι ἁμαρτία στὴν Ἑλλάδα, κάμε πάλι τὴ λύρα σου νὰ κρούσει αὐστηρά, ἁρμονικὰ τὴν ψυχὴ τῆς Ἀθήνας. Ἄς ὁρμήσουν, ἀσημένιες σημαῖες, ὥς τὰ μεσούρανα οἱ μεσημεριάτικες φλόγες, νὰ κατακάψουν κάθε ἄγος.

Ἰδού, ἡ Ἀττικὴ ἀνχίζει στὰ πόδια σου, θεμιατήρι ἀπὸ χρυσὸ πηλό. Μέσα καίγεται ἡ ψυχή μας ἡ ἑλληνική, δεντρολίβανο καὶ δαφνόφυλλο. Μὴ μᾶς χάσεις ἀπὸ τὰ μάτια σου ὥς τὴν τελευταία μας ὥρα. «Ἐν δὲ φάη καὶ ὄλεσον».

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

Περιοδικό Νέα Ἑστία, τεύχος 816

Πηγή: ΕΚΕΒΙ – Ηλεκτρονική βιβλιοθήκη

ellinonfos.gr




Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.