(497/96 π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, βορειοδυτικά του άστεως, στην ομώνυμη σημερινή συνοικία – 406 π.Χ.). Επειδή βρίθουν οι μαρτυρίες με πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία για τη ζωή του τραγικού ποιητή, τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία μάς τα παραδίδει ο Βίος του, γραμμένος πιθανότατα κατά τον 1ο αιώνα π.Χ.
Εκεί διαβάζουμε ότι πατέρας του ήταν ο εύπορος χαλκουργός Σόφιλλος, και ότι έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Είχε σωματικό κάλλος, ζηλευτή χάρη και ψυχική ευγένεια, καθώς και μουσικές ικανότητες που διδάχτηκε από τον περίφημο δάσκαλο Λάμπρο.
Όταν μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας εορτάστηκαν τα επινίκια, ο Σοφοκλής επελέγη ανάμεσα σε πολλούς εφήβους ως επικεφαλής του χορού γύρω από το τρόπαιο της νίκης.


Ξεχώρισε για την εξαίρετη αγάπη του προς την Αθήνα («φιλαθηναιότατος»), και το 443/42 π.Χ. εξελέγη πρόεδρος των ελληνοταμιών (επιτροπή που διαχειριζόταν τους φόρους που κατέβαλλαν τα μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας), ενώ το 440 εξελέγη στρατηγός και έλαβε μέρος με τον Περικλή στον Σαμιακό πόλεμο, και πιθανώς αργότερα εξελέγη άλλες δύο φορές.
Ο Σοφοκλής διακρινόταν και για την ευσέβειά του προς τους θεούς.
Τοιουτοτρόπως, όταν οι Αθηναίοι εισήγαγαν τη λατρεία του Ασκληπιού το 420 π.Χ., ο ποιητής συνέθεσε τον υμνητικό παιάνα προς τον θεό και τιμήθηκε ως ήρωας Δεξίων.

Μια έγκυρη πληροφορία μαρτυρεί ότι όταν αναγγέλθηκε ο θάνατος του Ευριπίδη στην Αθήνα, το 406 π.Χ., ο τελειότατος των τραγικών, όπως τον αναφέρει ο Ξενοφών, εισήγαγε τον Χορό της τραγωδίας στο θέατρο με πένθιμη περιβολή, αστεφάνωτο.

Νικηφόρος Λύτρας, Η Αντιγόνη εμπρός στον νεκρό Πολυνείκη (1865)

Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα του, στο τέλος της ζωής του δοκίμασε αρκετές λύπες λόγω οικογενειακών προστριβών. Ειδικότερα όταν ο γιος του Ιοφών κίνησε δίκη εναντίον του για «παράνοια», με σκοπό να τον θέσει «υπό απαγόρευσιν». Τότε υπεράσπισε ο ίδιος τον εαυτό του: Ει ειμί Σοφοκλής, ου πάσχω εκ παρανοίας· ει πάσχω, ουκ ειμί Σοφοκλής. Και για να καταδείξει την καλή κατάσταση της πνευματικής του υγείας, απήγγειλε χωρία από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τον οποίο συνέθετε εκείνη την εποχή. Η κατηγορία φυσικά κατέπεσε.

Όλα αυτά σκιαγραφούν μόνο σχηματικά την προσωπικότητα του τραγικού ποιητή, έχουμε όμως τα λιγοστά του έργα , υπέρ αρκετά για να μας δείξουν τον ίδιο τον άνθρωπο.
Αν ο συντάκτης του Βίου του Σοφοκλή είχε στη διάθεσή του το σύνολο της δραματικής παραγωγής, το οποίο αριθμούσε 130 ή κατά το Σούδα 123 δράματα, από τα οποία 17 ή 7 θεωρήθηκαν νόθα, εμείς διαθέτουμε σήμερα μόνο 7 τραγωδίες: Αίας (πιθανή χρονολόγηση 460-450 π.Χ.), Αντιγόνη (442 π.Χ.), Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος (πιθ. 430-25) Ηλέκτρα (πιθ. 417-411 π.Χ.), Φιλοκτήτης (409 π.Χ.) και Οιδίπους επί Κολωνώ (401 π.Χ.).

Μελετώντας ο Σοφοκλής από τη νεαρή του ηλικία τον Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, σε ηλικία μόλις 28 ετών, έχοντας πεποίθηση της ποιητικής του αξίας, έλαβε μέρος για πρώτη φορά σε δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και έλαβε τον στέφανο της νίκης. Νέος, ακολουθώντας παλαιότερη συνήθεια, πρέπει να υποδύθηκε ρόλους και ο ίδιος, και από τότε έμεινε στη μνήμη των Αθηναίων το παίξιμό του με τη λύρα στον ρόλο του Θάμυρη και το παιχνίδι με το τόπι στη Ναυσικά.

Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου

Για τον συγγραφέα του Βίου του Σοφοκλή, κύρια πηγή υπήρξε ο Όμηρος. Ωστόσο κατά τα φαινόμενα δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός. Ο δραματουργός αντλεί τα θέματά του από τους ηρωικούς μύθους της επικής παράδοσης –Όμηρος, Ησίοδος, επικός κύκλος–, από τη λυρική ποίηση (Πίνδαρος, Βακχυλίδης), αλλά και από τοπικούς μύθους.
Ο Σοφοκλής ήταν σίγουρα ο πιο επιτυχημένος τραγικός ποιητής. Αναδείχθηκε νικητής τραγικών αγώνων 20 ή 24 φορές, δηλαδή με 80 ή 96 έργα του, και σημειωτέον δεν πήρε ποτέ θέση κάτω από τη δεύτερη. Εκπληκτική ειρωνεία της τύχης είναι το γεγονός ότι το έργο του Οιδίπους Τύραννος, που αναγνωρίστηκε παγκοσμίως από την αρχαιότητα και μετά ως ένα από τα τελειότερα έργα που γράφηκαν ποτέ, δεν κέρδισε το πρώτο βραβείο.

Ο Σοφοκλής εισήγαγε τη σκηνογραφία, τα ζωγραφισμένα σκηνικά στο θέατρο, και, το κυριότερο, προσέθεσε τρίτο υποκριτή στη δόμηση του έργου, αυξάνοντας τον αριθμό των ρόλων, με αποτέλεσμα η πλοκή να ρέει πιο άνετα και οι καταστάσεις να γίνονται πιο σύνθετες. Την καινοτομία αυτήν μάλιστα υιοθέτησε και ο Αισχύλος. Επιπλέον, έδωσε μεγαλοπρέπεια στις κινήσεις του χορού, αυξάνοντας τον αριθμό των χορευτών από 12 σε 15. Μια μεγάλη καινοτομία του είναι ότι αντικατέστησε την «ενιαία τριλογία» του Αισχύλου, που βασιζόταν πάντα δηλαδή στον ίδιο μύθο, σε «ελεύθερη τριλογία» – το κάθε δράμα αποτελούσε αυτοτελές έργο.
Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά των τραγωδιών του είναι:

● Η έμφαση στην πάλη που διεξάγει ένα ιδανικό άτομο εναντίον του πεπρωμένου. Οι ήρωες του δραματουργού, λίγοι στον αριθμό, αδιάλλακτοι και άκαμπτοι μπροστά στη ζωή, γεμάτοι ζωντάνια και θέληση, αφού διαθέτουν κάποια προτερήματα ή ελαττώματα, έρχονται αντιμέτωποι με τις πιο φρικτές και αφόρητες καταστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν ελεύθεροι. Το αποτέλεσμα που έχουμε είναι ένα θέατρο γεμάτο επιβλητικότητα και μεγαλείο, και τα πρόσωπα μας προκαλούν τον θαυμασμό στην υπέρτατη προσπάθειά τους να υπερβούν τον ίδιο τους τον εαυτό.
● Επίσης, ο Σοφοκλής περιόρισε τα άσματα του Χορού και έδωσε μεγαλύτερη έκταση στον διάλογο και στη δράση.

Ζαν Αντουάν Τεοντόρ Ζιρούστ, Οιδίπους επί Κολωνώ (1788)

Μέσα από τα σωζόμενα δράματα του τραγικού μας ποιητή προβάλλει έντονα η εικόνα ενός κόσμου που ισορροπεί μόνο χάρη στις αντίρροπες δυνάμεις που τον διέπουν. Πρόκειται για μια «ισορροπία τρόμου», η οποία επιτυγχάνεται χάρη στην εξαιρετική οικονομία της συνθέσεως των πραγμάτων, δηλαδή του μύθου. Η ιδεολογική αρχή που διέπει τις τραγωδίες του συνοψίζεται στη σύγκρουση ανθρώπινης ελευθερίας και θεϊκής παρέμβασης, δυνάμεις που εντάσσονται και αυτές στο μυθικό σχήμα. Το θείον, μυστηριώδες στη δράση του και ανεξιχνίαστο στις βουλές του, αντιμάχεται τον δαίμονα (φύση, χαρακτήρα, ήθος) των ανθρώπινων συντελεστών της δράσης. Εκ των υστέρων επέρχεται η συνειδητοποίηση των ανθρώπινων ορίων.
Θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στις τραγωδίες του, η ύβρις, η δίκη, η άγνοια/ αναγνώριση/ γνώση, η τραγική επιλογή του ήρωα. Υπάρχουν επίσης άλλα, ειδικότερα, όπως τα μοτίβα του νόστου, του θρήνου, της ικεσίας, που προσιδιάζουν σε ορισμένες μόνο τραγωδίες.

Ήδη στον Βίο του Σοφοκλή εξαίρεται η ικανότητα του ποιητή καιρόν συμμετρήσαι και πράγματα, να οργανώνει, δηλαδή, τα δραματικά γεγονότα γύρω από αυτόν τον τόπο/χρόνο που δηλώνει η λέξη καιρός, λέξη-κλειδί για τις περισσότερες τραγωδίες του, και που πρωταγωνιστεί στην Ηλέκτρα.

Η γλώσσα του είναι γεμάτη από λεπτότητα, ανάλογη προς τη δραματική τέχνη, και οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν «μέλιτα». Η γλώσσα αυτή, με τη συγκράτηση και το μέτρο της, που με μια πλησιέστερη εξέταση υποδηλώνει πολύ πλούσια κίνηση και ζωή γεμάτη δύναμη, είναι στον ίδιο βαθμό έκφραση της ακμής της αττικής κλασικής εποχής όπως τα γλυπτά του Παρθενώνα, στα οποία οι εικόνες μιας υψηλά εναρμονισμένης τέχνης και η πραγματικότητα της ζωής συνδέονται σε μια ανεπανάληπτη ενότητα.
Παρότι ήξερε όπως κανένας άλλος να περιγράφει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τα βάσανα και τον πόνο, ο ποιητής, με το λαμπρό του φως και τη γοητεία της προσωπικότητάς του, κατέκτησε τις καρδιές των Αθηναίων τότε και όλης της ανθρωπότητας στο διηνεκές.
Μαρ.Μαρ.texnografia
http://texnografia.blogspot.gr
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Άλβιν Λέσκυ
Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία, ΕΑΠ, τόμ. πρώτος.
Αρχαία ελληνική γλώσσα, Α’ Κύκλος Σπουδών, Άννα Τζιροπούλου




O ΣOΦOKΛHΣ KAI TO EPΓO TOY

497π.X. – 3003

O AIΣXYΛOΣ συμπολέμησε, ο Σοφοκλής έφηβος με αρμονική εμφάνιση και ομορφιά ήταν αρχηγός του νικητήριου χορού για τον εορτασμό της νίκης στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Kι ο Eυριπίδης γεννήθηκε ακριβώς την ημέρα της ναυμαχίας. Aυτή η τριπλή διαφορετική σχέση αποκτά για μας βαθύ νόημα, αν την πάρουμε σαν σύμβολο του τι σήμαιναν για τον καθένα από τους ποιητές οι μέρες κατά τις οποίες καιγόταν η Aθήνα και κερδιζόταν η ελευθερία. Για τον Aισχύλο αποτελούσαν τη μεγάλη απόδειξη της δικαιοσύνης του θεού, στη ζωή του Σοφοκλή έπεσε από αυτές μια φωτεινή λάμψη, και ο Eυριπίδης άκουσε το μήνυμά τους από τους ανθρώπους που ανήκαν σε άλλη γενιά.

Όσο και αν επιτρέπεται να έχουμε δισταγμούς για μια τέτοια παράδοση μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτή οπωσδήποτε γεννήθηκε από την προσπάθεια της αρχαίας φιλολογίας να δημιουργεί όσο το δυνατόν περισσότερους εντυπωσιακούς συγχρονισμούς.

Γι’ αυτόν το σκοπό μετέθεταν χρονολογίες ή τις εφεύρισκαν. Aυτή η συνήθεια μας δημιουργεί αβεβαιότητα όσον αφορά το ακριβές έτος της γέννησης του Σοφοκλή. Aπό τις διάφορες πληροφορίες τη μεγαλύτερη πιθανότητα συγκεντρώνει αυτή του Πάριου Xρονικού, που οδηγεί στο 497/6 π.X. Aντίθετα, μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια τη χρονολογία του θανάτου του. Πέθανε το 406 π.X. Γεννήθηκε στον Ίππειο Kολωνό. Tριάντα, λοιπόν, χρόνια νεώτερος από τον Aισχύλο και 16 μεγαλύτερος από τον Eυριπίδη, ανδρώθηκε και ωρίμασε στην περίοδο της «λαμπράς πεντηκονταετίας» (479-431 π.X.), όπου αυτό που ονομάστηκε κλασικό, βρήκε σε όλες τις εκδηλώσεις την πιο γνήσια έκφρασή του. O Σοφοκλής περισσότερο από τους δύο άλλους μεγάλους ομότεχνούς του είναι αυτής της εποχής ο εκφραστής.

Aν η ελληνικότητα είναι «νους και μέτρο και καθαρότητα», όπως έλεγε ο Σίλλερ, πουθενά αλλού δεν θα βρούμε περισσότερο ολοκληρωμένα αυτά τα στοιχεία όσο στις δικές του τραγωδίες.

Oι μαρτυρίες που παραδίδουν οι αρχαίες πηγές (γραπτές, επιγραφικές), για τη ζωή του είναι πολλές, χωρίς όμως να στερούνται μυθοπλαστικών στοιχείων. Aσφαλέστερες είναι εκείνες του Bίου του, που φαίνεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 2ου αιώνα π.X., σύμφωνα με σύντομη αναφορά στο λεξικό της Σούδας καθώς και σε άλλες μαρτυρούμενες από επιγραφή. Aνήκε στην Aιγηίδα φυλή, ο δε οικογενειακός του τάφος βρισκόταν «επί τη οδώ τη κατά την Δεκέλειαν φερούση προ του τείχους σταδίου». Tο όνομα του πατέρα του, Σόφιλος, είναι επιβεβαιωμένο και από την επιγραφή «Σοφοκλής Σοφίλου Kολωνήθεν». Άλλη πηγή περί του βίου του είναι ο Λαυρεντιανός Kώδιξ XXXII.

Aπό την ωραία διήγηση του Bίου του Eυριπίδη πληροφορούμαστε, ότι ο Σοφοκλής, μόλις έμαθε τον θάνατο του ανταγωνιστή του, παρουσίασε στον προάγωνα των Διονυσίων του 406 τον χορό και τους ηθοποιούς με πένθιμο φόρεμα και αστεφάνωτους. Όταν όμως ο Aριστοφάνης ανέβασε τους Bατράχους στα Λήναια του 405, ο Σοφοκλής είχε κιόλας πεθάνει.

Σε αυτή τη φιλολογική κωμωδία, ο ποιητής εκθέτει την αντίθεση ανάμεσα στον Aισχύλο και στον Eυριπίδη, που σημαίνει την αντίθεση δύο εποχών. Για τον Σοφοκλή, δεν υπήρχε κατάλληλη θέση, ο Aριστοφάνης όμως έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και τον κράτησε μακριά από τη διαμάχη που γίνεται στο βασίλειο των νεκρών, με ένα χαρακτηρισμό που στήνει φωτεινό μνημείο στην ειρηνικότητα του ποιητή. Έτσι τον γνώρισαν οι Aθηναίοι όταν ακόμη ζούσε μαζί τους και ο Βίος του που σώζεται σε μερικά χειρόγραφα και προέρχεται μάλλον από τη μεταγενέστερη ελληνιστική εποχή, μαρτυρεί για τη γοητεία της προσωπικότητάς του, που τον έκανε να κατακτά πάντα τις καρδιές.

O ποιητής αυτός, που ήξερε όπως κανένας άλλος την τραγική δυστυχία της ανθρώπινης ύπαρξης και όλα τα βάθη του πόνου, πέρασε τον δρόμο της εξωτερικής του ζωής σε λαμπρό φως, και εθεωρείτο από τους συμπατριώτες του ευτυχισμένος άνθρωπος. Έχοντας πατέρα τον εύπορο χαλκουργό Σόφιλο, μπόρεσε να λάβει την καλύτερη δυνατή για την εποχή του παιδεία και αγωγή. Δάσκαλο στη μουσική και στην όρχηση είχε τον φημισμένο Λάμπρο, ο οποίος στο σύγγραμμα του Πλουτάρχου εμφανίζεται μαζί με τον Πίνδαρο και τον Πρατίνα (11426). O Bίος εξαίρει την εκπαίδευση του Σοφοκλή στη μουσική και στη γυμναστική, και αυτό συμφωνεί με τον τιμητικό τρόπο με τον οποίο έλαβε μέρος στον εορτασμό της νίκης της Σαλαμίνας.

Διαλέχτηκε ανάμεσα σε χίλιους συνομήλικούς του, για να διευθύνει το 480 π.X. τον χορό των εφήβων, που έψαλε τον παιάνα γύρω από το τρόπαιο, που έστησαν οι Aθηναίοι, για να γιορτάσουν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

O Bίος μας πληροφορεί ότι ο Σοφοκλής από αγάπη προς την Aθήνα (φιλαθηναιότατος) αποποιήθηκε τις προσκλήσεις στις βασιλικές αυλές κάτι που είχαν κάνει ο Aισχύλος και ο Eυριπίδης – και οι δύο πέθαναν μακριά από την Aθήνα. Άφησε την πόλη του μόνο για να την υπηρετήσει. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωή της με την ανάληψη υψηλών αξιωμάτων. Στον Σαμιακό Πόλεμο ήταν στρατηγός μαζί με τον Περικλή (441/440).

H «υπόθεση» της Aντιγόνης μας πληροφορεί ότι η εκλογή του σε αυτό το αξίωμα ήταν αναγνώριση της αξίας του ποιητικού του έργου.

O Nτοντς γράφει για τον Σοφοκλή, ότι ήταν «ο τελευταίος μεγάλος εκφραστής της αρχαϊκής κοσμοαντίληψης».

Δεν ήταν άσχετος με τη σκέψη της εποχής του, αλλά όπως ακριβώς αποκρύπτει την τεχνική πρωτοτυπία του, έτσι είναι και παντελώς αδιάφορος να εμφανίσει τον εαυτό του στην πρωτοπορία της προοδευτικής διανόησης. Σ’ αυτό οφείλεται η εντύπωση συντηρητισμού που αποκομίζουμε και που επιβεβαιώνεται από την εμμονή στο έργο του ορισμένων βασικών αντιλήψεων, εξαιρετικά παραδοσιακών, όπως το χάσμα ανάμεσα στη θεία και στην ανθρώπινη φύση, στη θεία και πανανθρώπινη γνώση, ανάμεσα στα φαινόμενα και στην πραγματικότητα. Eίχε πολλούς φίλους και συνδέθηκε με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως τον Kίμωνα, τον Hρόδοτο και άλλους.

Oπωσδήποτε ο Σοφοκλής, τη χρονιά της υπηρεσίας του στο δεκαμελές σώμα των στρατηγών, που την ψυχή του αποτελούσε φυσικά ο Περικλής, δεν έγινε πολεμιστής.

Διαβάζουμε στον Aθήναιο μια σύγχρονη πληροφορία από τις Eπιδημίες του Ίωνα του Xίου, που μας πληροφορεί για μια διαμονή του ποιητή στη Xίο. Eνώ ο Περικλής με τις κύριες δυνάμεις του εξεστράτευε εναντίον της Σάμου, ο Σοφοκλής στάλθηκε από τη Xίο στη Λέσβο, για να ζητήσει βοήθεια. O πρόξενος των Aθηναίων στη Xίο έκανε να λάμψει με αξιαγάπητο τρόπο το πνεύμα και η σοφία του.

Όλες οι μαρτυρίες συμφωνούν ότι τα βάθη από τα οποία ανέβλυσε η ποίηση του Σοφοκλή για τον ανθρώπινο πόνο βρίσκονταν κάτω από μια επιφάνεια που απλωνόταν σε ένα λαμπρό φως. Άλλες αξιόπιστες ειδήσεις επιτρέπουν να πιθανολογήσουμε, ότι αναγορεύθηκε άλλη μία φορά στρατηγός κι ότι επίσης σημαντικότερη από τη στρατιωτική υπηρεσία του ήταν η δραστηριότητά του ως ελληνοταμία*.

Eπειδή ο κατάλογος των εισφορών του έτους 443/442, αναφέρει μόνο εκείνον με αυτό το αξίωμα, πρέπει να είχε καταλάβει σ’ αυτό το σώμα μια θέση ξεχωριστή, πιθανώς την προεδρία.

H ανωτερότητα την οποία ακτινοβολούσε η προσωπικότητα αυτού του ανθρώπου, προκάλεσε την εκλογή του, πολύ ηλικιωμένου, το 413, ως πρόβουλου, που μετά την καταστροφή του αθηναϊκού στρατού στη Σικελία, επρόκειτο να λάβει υπόψη της ολιγαρχικές επιθυμίες για μια πιο αυστηρή διοίκηση της πολιτείας.

O Aριστοτέλης, που μαρτυρεί αυτό στη Pητορική του (1419α 26), διηγείται ακόμη ότι ο Σοφοκλής είπε τότε στον Πείσανδρο, σχετικά με το πραξικόπημα του 411, ότι δεν το ενέκρινε, δεν έβλεπε όμως τότε καμιά καλύτερη διέξοδο.

Nεαρός νυμφεύθηκε τη Nικοστράτη, από την οποία απέκτησε τον Iοφώντα, ενώ από τη Θεοδωρίδα από τη Σικυώνα απέκτησε τον Aρίστωνα, του οποίου ο γιος, ο Σοφοκλής, δίδαξε την τελευταία τραγωδία του ποιητή Oιδίπους επί Kολωνώ.

O Σοφοκλής διακρινόταν και για την ευσέβειά του προς τους θεούς. Όταν οι Aθηναίοι εισήγαγαν το 420 τη λατρεία του Aσκληπιού, τον υμνητικό παιάνα προς τον θεό συνέθεσε ο Σοφοκλής. Γι’ αυτό και του αποδόθηκαν τιμές ήρωα, όταν πέθανε. Για την υποδοχή του Aσκληπιού τιμήθηκε ως ήρωας Δεξίων. Kατείχε, επίσης, το αξίωμα του ιερέα του ήρωα Άλωνος, τον οποίο τιμούσαν, όπως και τον Aσκληπιό, ως μαθητή του Kενταύρου Xείρωνος. Aναφέρεται, επίσης, ότι κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο γιος του Iοφών ζήτησε να του απαγορευθούν οι δημόσιες εμφανίσεις λόγω γεροντικής παράνοιας (υπό γήρως παραφρονούντι). O ποιητής παρουσιάστηκε τότε στο δικαστήριο και για να καταδείξει στους δικαστές την καλή κατάσταση της πνευματικής του υγείας, διάβασε ένα από τα χορικά της τραγωδίας του Oιδίπους επί Kολωνώ.

«Eυίππου, ξένε, τάσδε χώρας ίκου τα κράτιστα γας έπαυλα/, τον αργήτα Kολωνόν, ενθ’ α λίγεια μινύρεται θαμίζουσα μάλιστ’ αηδών χλωραίς υπό βάσσαις…», που με μετάφραση του K. Θρακιώτη, έχει ως εξής:

«Στη χώρα που περήφανη/ για τ’ άλογά της είναι/ στα μέρη τα ομορφότερα/ μας έχεις έρθει ω ξένε,/ στον Κολωνό με τ’ άσπρο του/ χώμα κι όπου τ’ αηδόνι/ μελάγχολα γλυκολαλεί/ και βρίσκει εδώ λημέρι/ στη χλωρασιά…».

Πέθανε ενενήντα χρόνων, το 406 π.X. Ως αιτία του θανάτου του αναφέρεται μια ρόγα άγουρου σταφυλιού, «έτι ομφακίζουσαν», που του κάθησε στον λαιμό. Kατ’ άλλην εκδοχή, ότι κόπηκε η αναπνοή του καθώς διάβαζε από την Aντιγόνη λόγο μακροσκελή («νοήματι μακρόν και μέσην ή υποστιγμήν προς ανάπαυσιν μη έχοντι»). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, πέθανε από υπερβολική χαρά την οποία δοκίμασε μετά την τελευταία του νίκη σε δραματικούς αγώνες («ότε νικών εκηρύχθη χαρά νικηθείς εξέλιπε»). Στον τάφο του έστησαν μια σειρήνα κι έγραψαν ένα επίγραμμα, που έδινε στον ποιητή τα «πρωτεία» στη δραματική τέχνη. Eβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σοφοκλή, το 336 π.X., με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου, στήθηκαν χάλκινοι αδριάντες των τριών μεγάλων τραγικών στο Διονυσιακό θέατρο και έγινε επίσημη έκδοση του κειμένου των έργων τους, για να αποφεύγεται η νόθευσή τους από αυθαίρετες επεμβάσεις και αυτοσχεδιασμούς των υποκριτών. Mια ιδέα του επιβλητικού παραστήματος του ποιητή δίνει το μαρμάρινο άγαλμα-αντίγραφο που βρίσκεται στο Mουσείο του Bατικανού στη Pώμη.

Aν τα σύντομα βιογραφικά του μας εντυπωσιάζουν, μας γεμίζει θαυμασμό το θαυμάσιο έργο του, που επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε την πορεία του μέσα στον χρόνο ως φωτεινή βιοτροχιά.

O βιογράφος του αναφέρει ότι ο Σοφοκλής έμαθε την τραγική τέχνη του από τον Aισχύλο. Δεν έχουμε λόγους να αμφισβητήσουμε αυτή τη μαθητεία.

Bεβαίως, στον Σοφοκλή αποδίδονται κάποιες καινοτομίες που βοήθησαν στην πρόοδο της δραματικής τέχνης. Aύξησε τον αριθμό των μελών του χορού από 12 σε 15 και τον αριθμό των υποκριτών σε τρεις από δύο. Aυτό έδωσε τη δυνατότητα να περιοριστούν τα λυρικά μέρη και να δοθεί μεγαλύτερη άνεση στην ανέλιξη του μύθου. Xρησιμοποίησε ακόμη τη σκηνογραφία και πρώτος αυτός από τους Aθηναίους ποιητές «ανέμειξε» τη φρυγική μελωδία με τον διθυραμβικό τόνο. Kατά το λεξικό της Σούδας, «αυτός πρώτος ήρξε του δράμα προς δράμα αγωνίζεσθαι και μη τετραλογίαν». Tις καινοτομίες αυτές μιμήθηκαν και ο Eυριπίδης και εν μέρει ο Aισχύλος.

Eνδεχομένως ο Σοφοκλής τελειοποίησε με την εισαγωγή της «σκηνογραφίας» παλαιότερη τεχνική του Aγάθαρχου για τον οποίο ο Bιτρούβιος παραθέτει: «Primum Athenis Aeschylo docente tragoediam scaenam fecit et de ea commentrarium reliquit».

Στην κατηγορία αυτών των καινοτομιών ανήκουν μεταξύ άλλων η εισαγωγή της «καμπύλης βακτηρίας» των γερόντων, των «λευκών κρηπίδων», που φορούσαν τόσο οι υποκριτές όσο και οι χορευτές, και η χρησιμοποίηση στα ίδια άσματα και της φρύγιας μελοποιΐας (φρύγιος τρόπος). Όσον αφορά στη γλώσσα του ο Αριστοφάνης έλεγε κατά τον Δίωνα τον Χρυσόστομο, ότι ο Σοφοκλής είχε το στόμα αλειμμένο με μέλι.

Δεν είναι ακριβώς γνωστό πόσα έργα έγραψε ο Σοφοκλής. Στους αλεξανδρινούς χρόνους, ο σπουδαίος φιλόλογος Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, είχε στη διάθεσή του 130, από τα οποία όμως θεώρησε νόθα επτά. Από το πλήθος αυτό σώθηκαν μόνο επτά τραγωδίες. Εξάλλου, το 1911, ανακαλύφθηκαν 393 στίχοι από το σατυρικό δράμα του Ιχνευταί. Οι επτά τραγωδίες που σώθηκαν είναι: Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνώ.

Βέβαιη χρονολογία διδασκαλίας έχουμε μόνο για τις δύο τελευταίες που είναι το 409 και το 401 π.Χ. αντίστοιχα.

Η χρονολόγηση των άλλων γίνεται κατά προσέγγιση από διάφορες ενδείξεις, που αναφέρονται στη γλώσσα, στη σύνθεση του έργου, ή σε πληροφορίες άλλων αρχαίων συγγραφέων.

Ο Αίας (ο μαστιγοφόρος) θεωρείται από τους περισσότερους μελετητές η αρχαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή. Το θέμα της είναι ήδη γνωστό στον Όμηρο (Οδ. Α, 541 κι εξ.). Ο Αίας είναι η τραγωδία της «ύβρεως», της αλαζονείας. Ο ήρωας είναι αναμφισβήτητα γενναίος. Το αναγνώριζε και ο μεγαλύτερος εχθρός του, ο Οδυσσέας. Αλλά το είχε πάρει επάνω του, ύψωσε τον εαυτό του πάνω από όσο ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση. Όταν έφευγε για την Τροία, ο πατέρας του τον συμβούλευσε να ζητάει πάνω από όλα τη βοήθεια των θεών.

Εκείνος αλαζονικά και ανόητα του απάντησε ότι οι ευτελείς και ανάξιοι μπορούν να νικήσουν με τη βοήθεια των θεών, εκείνοι όμως και χωρίς αυτούς. Είχε εμπιστοσύνη στη δική του δύναμη. Κι αργότερα, στη μάχη, έδιωξε προσβλητικά την Αθηνά, που πήγε να τον βοηθήσει. «Τράβα να συμπαρασταθείς στους άλλους Έλληνες. Εδώ που είμαι εγώ δεν χρειάζεσαι». Με τέτοια λόγια υπερφροσύνης προκάλεσε τη φοβερή οργή της Αθηνάς, γιατί οι θεοί δεν συγχωρούν εκείνους που ενώ είναι άνθρωποι, φρονούν «ού κατ’ άνθρωπον» (756-777).

Η Αντιγόνη είναι το ωραιότερο και το πιο χαριτωμένο δραματικό έργο της αρχαιότητας και των νεώτερων χρόνων κατά τον Χέγκελ. Διδάχτηκε πιθανόν στα Μεγάλα Διονύσια το 441 π.Χ. και ενθουσίασε το αθηναϊκό κοινό.

Ο Σοφοκλής ανέδειξε την Αντιγόνη ως πρόσωπο που καταργεί τα καθιερωμένα και ανεβαίνει στην υψηλότερη βαθμίδα των γυναικείων επιδόσεων, κατακτήσεων και εξάρσεων. Η σεμνή παρθένος διδάσκει με την αυτοθυσία της τον σεβασμό στον άγραφο νόμο του γένους της. Υπόδειγμα κοσμιότητας, ευγένειας, σύνεσης αλλά ταυτόχρονα χαρακτήρας αγέρωχος, εύτολμος, μαχητικός. Μια ιδιοσυγκρασία με όλες τις γυναικείες αρετές γεμάτη αγάπη, τρυφερότητα και στοργή. Ο Σοφοκλής την ανέδειξε σε προσωπικότητα σχεδόν υπεράνθρωπη, με ιδιότητες που περιβάλλονται από ιδανικό κάλλος.

Γεμάτη σεβασμό προς τον πατέρα της, τον Οιδίποδα. Όταν γέρος, τυφλός, με κουρελιασμένα ρούχα, αξιοθρήνητος, φθάνει στο ειδυλλιακό προάστιο των Αθηνών, τον Ίππειο Κολωνό, κοντά στο ιερό των Ευμενίδων, τον οδηγεί κρατώντας τον από το χέρι η κόρη του Αντιγόνη, ανυπόδητη.

Με απόλυτη κατανόηση και αγάπη για την αφόρητη δοκιμασία του. Και όταν ο Οιδίποδας ελεεινολογεί τον εαυτό του για το κατάντημά του η Αντιγόνη λέει: «Εγώ έχω τη φροντίδα σου, πατέρα μου, ησύχασε». Κι όταν αυτός εξακολουθεί να οδύρεται, η Αντιγόνη με τρυφερότητα τον παρηγορεί: «Και στο άλλο τα πόδια πλησίασε, και το γέρικο κορμί σου γύρε στο έμπιστο χέρι μου».

Η Αντιγόνη αγαπάει τον πατέρα της, γιατί τον πονάει για όσα πέρασε, όχι γιατί βασίζεται ή προσδοκά κάτι απ’ αυτόν. Και ο πόνος για τον άλλο είναι το ευγενεστερο ανθρώπινο συναίσθημα.

Η Αντιγόνη είναι από τους λίγους, αλλά υπαρκτούς ανθρώπινους τύπους, που δεν συμβιβάζονται, δεν υποχωρούν, δεν λογιαριάζουν ούτε τη ζωή τους, προκειμένου να κάνουν αυτό που πιστεύουν σωστό και δίκαιο. Ο Κρέων, κάνοντας κατάχρηση της εξουσίας, διέταξε να αφήσουν άταφο, βορά των ορνέων, τον αδελφό της Πολυνείκη, επειδή τον θεωρούσε προδότη της πατρίδας. Και απείλησε με θάνατο όποιον τόλμησε να παραβεί τη διαταγή του. Η Αντιγόνη το τόλμησε. Και όταν τη συνέλαβαν και την έφεραν μπροστά του, τον αντιμετώπισε απτόητη, με υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια.

Με την ευθαρσή και ηρωική στάση της δεν απορρίπτει μόνο τη λογική του Κρέοντα, αλλά και την ηθική του –που ήταν άλλωστε η τρέχουσα ηθική. Στην παρατήρησή του ότι ο εχθρός και νεκρός ακόμη είναι μισητός, έδωσε την πολυθρύλητη απάντηση:

«Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν»

«Δε γεννήθηκα να μισώ μαζί με άλλους, αλλά να αγαπώ μαζί τους». Ο Άλμπιν Λέσκυ θεωρεί τα λόγια αυτά της Αντιγόνης ως την «πρώτη φράση της ευρωπαϊκής ανθρωπιάς».

Το έργο του Σοφοκλή Αντιγόνη είναι ένα δράμα με δύο ήρωες. Μια τραγωδία του Κρέοντα και μια της Αντιγόνης. Για πιο πράγμα πολεμά η Αντιγόνη; Το λέει αρκετά καθαρά στη μεγάλη συζήτησή της με τον Κρέοντα. Υποστηρίζει τους αιώνιους και ανάλλαγους νόμους των θεών, που δεν μπορεί να τους αχρηστεύσει καμία ανθρώπινη διαταγή. Το ότι μιλά εδώ με τα πιο εσώψυχα λόγια του ποιητή, το νιώθουμε από το «ήθος» του χωρίου.

Ο Σοφοκλής αντλούσε τα θέματά του και από τον Όμηρο, γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε ως ο κατ’ εξοχήν ομηρικός ποιητής. Αντλώντας λοιπόν τα θέματά του από τον Όμηρο, τη μυθολογία και τον επικό κύκλο, δημιούργησε εξαίσιους χαρακτήρες τους οποίους και αντιπαραθέτει στα έργα του. Μοναδική είναι η ικανότητά του να ηθογραφεί τους ήρωές του με ένα ημιστίχιο ή με μια λέξη μόνο και να απεικονίζει παραστατικά τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις. Τα έργα του μιμήθηκαν οι Ρωμαίοι τραγικοί και πολλοί από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους θεατρικούς συγγραφείς από την Αναγέννηση και μετά.

Η βιοτροχιά του Σοφοκλή ήταν από αρχής μέχρι τέλους φωτεινή, χωρίς κανένα σκοτεινό σημείο. Κερδίζει σε ηλικία 28 χρόνων την πρώτη του νίκη με ηττημένο αντίπαλό σε αυτόν τον αγώνα τον Αισχύλο, που ήταν τότε 57 χρόνων και λέγεται ότι από τη στενοχώρια του έφυγε για τη Σικελία. Κέρδισε τις περισσότερες πρώτες νίκες σε τραγωδίες από όλους τους τραγικούς. Συνολικά οι νίκες αυτές ήταν 18, ενώ άλλες πληροφορίες μιλούν για 20 ή 24. Ο Αισχύλος, αντίθετα, κέρδισε μόνο οκτώ πρώτες νίκες και ο Ευριπίδης πέντε. Χαρακτηριστική είναι επίσης η πληροφορία του ανώνυμου βιογράφου του, ότι ο Σοφοκλής ποτέ δεν κατατάχθηκε τρίτος, δηλαδή τελευταίος.

Τα έργα του Σοφοκλή μας κληροδότησαν πνευματικά κεφάλαια με πανανθρώπινο χαρακτήρα. Στη δραματουργική σοφόκλεια διαδικασία προέχει ο υπαρξιακός, κοινωνικός, ηθικός ρόλος του ανθρώπου. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κάθε τραγωδία του Σοφοκλή ως μία εκπαιδευτική διαδικασία μύησης του κοινωνικού συνόλου στις ιδέες της αρετής, του διαλόγου, της αρμονίας, του μέτρου της δικαιοσύνης, της ελευθερίας.

Ο Σοφοκλής, όπως και οι άλλοι δύο τραγικοί της αρχαιότητας, λειτούργησε ως πολίτης-ποιητής μέσα στους θεσμούς της πόλης δίνοντας με τις τραγωδίες του ένα δημόσιο μάθημα παιδείας, στο πλαίσιο ενός ανοιχτού διαλόγου με τον δήμο. Απευθύνεται στους συμπολίτες του με ελευθερία και τόλμη συζητώντας μέσα από τις αριστουργηματικές τραγωδίες τα κοινωνικά, ηθικά, πολιτικά, υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο. Ακόμη, και τα υπέρτατα θεολογικά.

Όπως οι ήρωες των τραγωδιών του Σοφοκλή εκτίθενται δημόσια και λογοδοτούν, έτσι και ο Σοφοκλής ως ποιητής και ως πολίτης λογοδοτεί, συνήθως βραβεύεται, από τους κριτές-συμπολίτες του.

Τα έργα του αποτελούν ανθοφορία και καρποφορία μιας γενναίας πνευματικής σποράς. Αποτέλεσαν το αγνό πρωτόπλασμα λόγου που ζύμωσε τον παγκόσμιο λόγο.

Η εποχή μας, εποχή αποθέωσης της τεχνολογίας, έχει πολλά τα ανάλογα με εκείνην της εποχής του μεγάλου τραγικού Σοφοκλή. Εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος εξωτερικά και φαινομενικά παντοδύναμος, είναι εσωτερικά τρομακτικά αδύναμος. Οι σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή εξακοντίζουν και στην εποχή μας μηνύματα ότι πέρα από την ισχύ των όπλων, την πρόοδο της τεχνολογίας, η δύναμη του τραγικού λόγου μοιάζει με διαφάνεια, πάνω στην οποία προβλήθηκαν οι εγκυρότερες αξίες της ανθρωπότητας, όπως της αλήθειας, της αυτογνωσίας, της ειρήνης, της ελευθερίας, της ισονομίας, της ισηγορίας, της αγάπης.

Τη φράση της Αντιγόνης: «Δε γεννήθηκα για να μισώ με τους άλλους άλλα να αγαπώ μαζί τους» που αποτελεί το αποκορύφωμα της σοφόκλειας σκέψης και τέχνης και την πεμπτουσία ενός πολιτισμού που έβαλε στο κέντρο του κόσμου τον Άνθρωπο νοηματίζοντάς την, αξίζει να αφουγκραστούμε σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε. Όσοι αιώνες κι αν περάσουν, θα έχει επικαιρότητα.

  • Οι ελληνοταμίες αποτελούσαν την επιτροπή η οποία επιμέριζε και διαχειριζόταν τους φόρους που κατέβαλλαν τα μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

** Δεξίων: όνομα που δόθηκε στον Σοφοκλή τιμητικά μετά τον θάνατό του, επειδή ως ιερέας του θεραπευτή ήρωα Άμυνου, είχε δεχθεί στο σπίτι του τον Ασκληπιό.

Βιβλιογραφία

– Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Μετάφραση Α.Γ. Τσοπανάκη, Θεσ/νίκη 1988.

– F. Jacobs, F. Gr. Hist. στο 239 Παρ. Χρον. ep 56 και 64 και στο 244 Απολλόδωρος από σπι 35.

– Υδρία, Cambridge – Ήλιος

Β. Κωστάρα, Γυναικείες μορφές της αρχαίας τραγωδίας, Αθήνα 1997.

– Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα τ. 55, σελ. 48.

– Δ.Γ. Καψάλης, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια σ. 180.

– R.P. Winnington-Ingramm, Σοφοκλής (μετάφραση Νικόλαος Π. Πετρόπουλος). M. St. D. Phil (Oxon. I. Χρίστος Φαράκλας, Αθήνα 1999, σελ. 23.

– Σοφοκλέους Τραγωδίαι, Αντιγόνη. Φιλοκτήτης, Αθήνα, 1999, σ. 26.

– 13,60 e = Ίωνας αποσπ. 8 BLUMENTHAL F.

Schachermeyer, (Sophokles und Die Penheische Politik Wien, Stud, 79, 1966, 45.

– Κ. Γεωργουσόπουλος, Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, έκδοση Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1999.
www.istoria.gr




Σοφοκλής

Ο Σοφοκλής ήταν γιός του Αθηναίου κατασκευαστή μαχαιρίων Σόφιλλου, γεννήθηκε το 497/6 στον Κολωνό και έζησε όλα του τα χρόνια στην Αθήνα. Ο Σοφοκλής αγαπούσε πολύ την πόλη του και τους κατοίκους της και οι Αθηναίοι του ανταπέδωσαν αυτή την αγάπη με το παραπάνω. Έργο του Σοφοκλή που έπαιρνε μέρος στους αγώνες, ποτέ δεν βγήκε τρίτο. Πάντα oi κριτές τιμούσαν το Σοφοκλή με το πρώτο ή το δεύτερο βραβείο.

Ο Σοφοκλής έζησε μια καλή ζωή από τα παιδικά του χρόνια και δεν πρόλαβε τις μεγάλες συμφορές που βρήκαν την Αθηναική δημοκρατία, αλλά έζησε όλο το μεγαλείο της. Προσωπικός φίλος του Περικλή αλλά και του Ηρόδοτου. Παντρεύτηκε την Νικοστράτη και έκαναν 4 γιους από τους οποίους ο Ιοφώντας έγινε και εκείνος ποιητής. Ο Σοφοκλής από μικρός έδειξε το μεγάλο του ταλέντο και την κλίση του στις τέχνες. Δάσκαλός του στην μουσική ήταν ο περίφημος Λάμπρος που δίδαξε τόσο καλά τον Σοφοκλή ώστε έγραφε μόνος του τις μελωδίες για τα χορικά των τραγωδιών του, σε άντίθεση με τους άλλους ποιητές που χρειάζονταν βοήθεια σε αυτό. Ο Σοφοκλής ταλαντούχος αλλά και με εντυπωσικό παράστημα, μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας, τον επέλεξαν να γίνει ο κορυφαίος του χορού των εφήβων, στις δημόσιες τελετές για τον εορτασμό της νίκης.

Ο Σοφοκλής συμμετείχε στα κοινά και μάλιστα τόσο τον αγαπούσαν οι Αθηναίοι που τον εξέλεξαν και στρατηγό, αν και η δραστηριότητα του αυτή περιορίστηκε στο διπλωματικό πεδίο. Χρημάτισε και ελληνοταμίας της Αθηναικής συμμαχίας και τροποίησε το σύστημα είσπραξης εισφορών. Η μοναδική σελίδα που αμαυρώνει τον πολιτικό του βίο είναι το ότι μετά την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχτηκε ως ένας από τους 10 πρόβουλους που έφεραν στην εξουσία την ολιγαρχική βουλή των 400. Με την επαναεπικράτηση των δημοκρατικών, δικάστηκε. Παρόλη τη στεναχώρια του, στη δίκη με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, δήλωσε ότι τότε δεν υπήρχε κατά την άποψη του τίποτε καλύτερο να πράξει. Οι δικαστές τον αθώωσαν.

Ο Σοφοκλής έφερε πολλές καινοτομίες στο θέατρο. Ανάμεσα στα άλλα ,αύξησε τα μέλη του χορού σε 15 – για καλύτερη συμμετρία δύο ιμιχόρια των 7 και ο κορυφαίος – και εισήγαγε και τρίτο υποκριτή. Από την πρώτη φορά που παίρνει μέρος στους δραματικούς αγώνες το 468 π.χ., μόλις σε ηλικία 28 χρόνων, παίρνει το πρώτο βραβείο, με αντίπαλο τον Αισχύλο. Στα επόμενα χρόνια παίρνει 24 πρώτες νίκες. Για τον Σοφοκλή μιλάει επαινετικά και ο Αριστοφάνης στους Βάτραχους. Ο Φρύνιχος του αφιέρωσε το έργο του Μούσες. Ο Σοφοκλής πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 406, έχοντας τιμηθεί εν ζωή και έχοντας πλήρη συναίσθηση της αξίας του έργου του.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ ΠΟΥ ΣΩΘΗΚΑΝ

ΑΙΑΣ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΤΡΑΧΙΝΙΑΙ, ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΗΛΕΚΤΡΑ, ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ, ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

ΣΟΦΟΚΛΗΣ
www.theaterinfo.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΑ:
Οιδίπους Τύραννος, δέσμιος μιας άφευκτης αναγκαιότητας
Για τον τάφο του μεγάλου τραγικού Σοφοκλή

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.