«Έστιν ουν τραγωδία, μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσαν την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». (Αριστοτέλης)

Το δράμα είναι μία πράξις που απέκτησε από την αρχαιότητα ειδική σκηνική σημασία και ταυτίζεται με τον όρο θέατρον, δηλαδή τον τόπο όπου θεώνται οι θεαταί τα δρώμενα. Αποτελείται από την τραγωδία και την κωμωδία, που προήλθαν το πιθανότερο από ιεροτελεστίες οι οποίες αποτελούσαν μέρος της λατρείας του Διονύσου. Στη διάρκεια των ιεροτελεστιών αυτών ένας χορός, δηλαδή μια ομάδα χορευτών, με ενδυμασία Σατύρων ή τράγων έψαλλε τον διθύραμβο (ωδή της χορικής λυρικής ποίησης), και ένας «κορυφαίος» του χορού άνοιγε διάλογο μαζί τους ψάλλοντας μόνος. Επομένως η τραγωδία προέρχεται από την «τράγων ωδήν».

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο παριστάνονταν η τραγωδία και η κωμωδία στην πόλη των Αθηνών ήταν οι ανοιξιάτικες και οι χειμερινές εορτές προς τιμήν του Διονύσου, τα Μεγάλα Διονύσια και τα Λήναια αντιστοίχως. Κατά τη διάρκεια αυτών των εορτών πολλές ημέρες αφιερώνονταν σε παραστάσεις αρχαίου δράματος οι οποίες είχαν αγωνιστικό χαρακτήρα, αγώνες τραγωδίας και κωμωδίας. Όπως γνωρίζουμε από τα Μεγάλα Διονύσια ο ανώτατος αξιωματούχος του κράτους, ο επώνυμος άρχων, επέλεγε α) τρεις πλούσιους πολίτες, τους χορηγούς, για να χρηματοδοτήσουν τις παραστάσεις, και β) τους τρεις ποιητές των οποίων οι τραγωδίες επρόκειτο να παρουσιαστούν στο κοινό.
Κατά την εορτή ο καθένας από τους τρεις τραγικούς ποιητές αγωνιζόταν με τέσσερα δράματα (τετραλογία): τρεις τραγωδίες (τριλογία) και ένα σατυρικό δράμα. Οι διαδικασίες για την κωμωδία ήταν ίδιες, μόνο που αγωνίζονταν πέντε ποιητές που παρουσίαζαν ένα έργο. Ο νικητής βραβευόταν με στεφάνι κισσού, ίσως και με κάποιο χρηματικό ποσό.

Τόπος των παραστάσεων αρχαίου δράματος ήταν τα υπαίθρια ημικυκλικά θέατρα χωρητικότητας άνω των 15.000 θεατών, ανδρών και γυναικών, αν και η παρουσία των γυναικών αμφισβητείται από μερικούς.
Οι ηθοποιοί, οι υποκριτές, ήταν όλοι άνδρες που μπορούσαν εύκολα να υποδυθούν γυναικείους ρόλους, και φορούσαν μάσκες, όπως και ο χορός. Φορούσαν επίσης κοθόρνους (πολύ ψηλά παπούτσια, για πιο επιβλητική εμφάνιση). Οι κωμικοί υποκριτές επιπροσθέτως είχαν υπερβολική σωματική διάπλαση και ως τον 4ο αιώνα π.Χ. τεχνητά γεννητικά όργανα, ενώ οι Σάτυροι στον χορό φορούσαν μάσκες με σηκωτές μύτες και αυτιά αλόγου και πολύ κοντά παντελόνια καθώς και ουρά στο πίσω μέρος και φαλλό στο μπροστινό.

Ελικωτός κρατήρας, 400-395 π.Χ., ύψος 75 εκ. Σε δύο ευδιάκριτες ζώνες απεικονίζονται ο συγγραφέας, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί και τα ένδεκα μέλη του χορού ενός σατυρικού δράματος. Στο μέσο της επάνω ζώνης, επάνω σε πολυτελή κλίνη, εικονίζονται αγκαλιασμένοι ο Διόνυσος με την Αριάδνη, τη σύντροφό του.

Η δομή
Κάθε τραγωδία αρχίζει με έναν πρόλογο, όπου παρουσιάζεται το χορικό, χρονικό και δραματουργικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η υπόθεση του έργου, πριν από την είσοδο του χορού στην ορχήστρα. Η πάροδος είναι το άσμα που ψάλλει κατόπιν ο χορός, όταν μπαίνοντας από τις παρόδους φθάνει στην ορχήστρα και παραμένει συνεχώς εκεί, ενώ οι υποκριτές παραμένουν μπροστά στη σκηνή. Ακολουθούν τα επεισόδια, τα μέρη του έργου που περιέχουν τους διαλόγους μεταξύ των υποκριτών και είναι το καθεαυτό δράμα και τα οποία χωρίζονται από τα άσματα του χορού που λέγονται στάσιμα. Το έργο τελειώνει με την έξοδο, κατά την οποία επέρχεται η «λύση» της πλοκής του έργου.

Το αναστηλωμένο θέατρο της Επιδαύρου περ. 350 π.Χ.

Η αρχαία ελληνική κωμωδία περιλαμβάνει τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος ή πρόλογος (μικρό πλήρες δράμα), το δεύτερο, που εκτείνεται από την πάροδο μέχρι την πρώτη παράβαση (άσμα του χορού που τότε είναι στραμμένος στους θεατές) και εδώ βρίσκεται ο αγών (διένεξη μεταξύ δύο συνομιλητών έως ότου συμφιλιωθούν). Το τρίτο μέρος εκτείνεται από την πρώτη ως τη δεύτερη παράβαση και το τέταρτο από τη δεύτερη παράβαση ως το τέλος.

Η υπόθεση και το ύφος
Τα θέματα αντλούνταν συνήθως από την πλούσια παρακαταθήκη της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και με εξαιρέσεις τραγικών ποιητών οι οποίοι συνέθεσαν έργα ορμώμενοι από γεγονότα της εποχής τους (π.χ. Φρύνιχος «Μιλήτου άλωσις», Αισχύλος «Πέρσες»). Οι γενικές γραμμές της ιστορίας που διηγούνταν τα έργα ήταν στους θεατές πολύ γνωστές και κρίνονταν από την επιδεξιότητα της πραγμάτευσης του θέματος. Η τραγωδία ασχολείτο με τρομερές απόψεις της ανθρώπινης ζωής, όπως η ιεροσυλία, η ανθρωποθυσία, η παιδοκτονία, η αυτοκτονία ή η αιμομιξία. Βίαια γεγονότα δεν αναπαριστάνονταν σχεδόν ποτέ επί σκηνής. Στόχος της τραγωδίας να προκαλέσει στους θεατές συναισθήματα ελέου και φόβου, ώστε να επιτευχθεί ένα είδος «κάθαρσης». Αντιθέτως οι υποθέσεις της κωμωδίας παρουσίαζαν φανταστικές καταστάσεις, διακωμωδώντας διάφορες αντιλήψεις, γεγονότα και πρόσωπα από τη ζωή της εποχής εκείνης.
Στο ύφος του αρχαίου δράματος υπήρχε επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. Όλοι οι στίχοι ήταν έμμετροι (ιαμβικό μέτρο για τα διαλογικά μέρη, αναπαιστικό για τα άσματα του χορού, και διάφορα άλλα λυρικά μέτρα για τις ωδές του χορού ή τις μονωδίες των υποκριτών).

Η μουσική, που συνίστατο σε ωδές και άσματα, ήταν εξίσου σημαντική, την οποία, σημειωτέον, συνέθετε ο ίδιος ο δραματουργός. Υπήρχε τουλάχιστον ένας μουσικός που έπαιζε αυλό και αν υπήρχε δεύτερος έπαιζε κιθάρα. Εν πάση περιπτώσει οι λέξεις ήταν αυτές που είχαν σημασία και οι χιλιάδες θεατές έπρεπε να τις ακούν καθαρά. Επίσης ο χορός μιμείτο τη δράση με ορχηστρικές κινήσεις («ορχηστικές» από το ορχέομαι που σημαίνει χορεύω), χωρίς βέβαια να έχει καμία ομοιότητα με το σημερινό μπαλέτο.
Από τους άλλους αρχαίους Έλληνες δραματουργούς, μόνο τα έργα τριών μεγάλων τραγικών ποιητών, του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και δύο κωμικών ποιητών, του Αριστοφάνη και του Μενάνδρου, έχουν φθάσει ως εμάς ακέραια (ή σχεδόν ακέραια).
Ενδεικτική βιβλιογραφία
1.Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό τόμος Β’
2.Ελλάς τόμος πρώτος ΠΛΜ
texnografia.blogspot

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.