μετάφραση: Ι. Γρυπάρη

ΠΡΌΛΟΓΟΣ

Κράτος
Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον,
Σκύθην ἐς οἷμον, ἄβατον εἰς ἐρημίαν.
Ἥφαιστε, σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς
ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο, τόνδε πρὸς πέτραις
Κράτος
Να μας στα πέριορα τ’ αλαργινά του κόσμου
στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους.
Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας
πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο
ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι
ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀρρήκτοις πέδαις.
τὸ σὸν γὰρ ἄνθος, παντέχνου πυρὸς σέλας,
θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν. τοιᾶσδέ τοι
ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην,
στα βράχια στους ψηλούς γκρεμούς να πεδικλώσεις
μ’ αλύσων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια,
γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα,
-τ’ άνθος σου εσένα- και το χάρισε τ’ ανθρώπου.
Τέτοιο κρίμα χρωστάει λοιπόν να μας πλερώσει,
ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα
στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου.
για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει
και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν’ αφήσει.
Ἥφαιστος
Κράτος Βία τε, σφῷν μὲν ἐντολὴ Διὸς
ἔχει τέλος δὴ κοὐδὲν ἐμποδὼν ἔτι·
ἐγὼ δ᾽ ἄτολμός εἰμι συγγενῆ θεὸν
Ήφαιστος
Κράτος και Βία, για σας η προσταγή του Δία
τέλειωσε και πια τίποτα δε στέκει ‘μπόδιο·
μα εμέ, δε μου βαστά η ψυχή θεό συγγενή μου
δῆσαι βίᾳ φάραγγι πρὸς δυσχειμέρῳ.
πάντως δ᾽ ἀνάγκη τῶνδέ μοι τόλμαν σχεθεῖν·
ἐξωριάζειν γὰρ πατρὸς λόγους βαρύ.
τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος αἰπυμῆτα παῖ,
ἄκοντά σ᾽ ἄκων δυσλύτοις χαλκεύμασι
στ’ άγριο τούτο ποροφάραγγο να δέσω.
Όμως να σφίξω την καρδιά μου ανάγκη πάσα,
γιατί βαρύ ‘ναι ν’ αψηφώ του Δία το λόγο.Ω εσύ με τα ψηλά φρονήματά σου, τέκνον
της ορθόβουλης Θέμιδας, θέλεις δε θέλω,
προσπασσαλεύσω τῷδ᾽ ἀπανθρώπῳ πάγῳ
ἵν᾽ οὔτε φωνὴν οὔτε του μορφὴν βροτῶν
ὄψει, σταθευτὸς δ᾽ ἡλίου φοίβῃ φλογὶ
χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος. ἀσμένῳ δέ σοι
ἡ ποικιλείμων νὺξ ἀποκρύψει φάος,
σ’ αυτή την έρμη την κορφή θα σε καρφώσω,
π’ ούτε φωνή και κανενός την όψη ανθρώπου
θα βλέπεις, μ’ από του ήλιου τη φωτιά ψημένος
τ’ άνθος της όψης σου θ’ αλλάξεις και τη νύχτα
θα λαχταράς την πολυξόμπλιαστη να φτάσει,
πάχνην θ᾽ ἑῴαν ἥλιος σκεδᾷ πάλιν·
ἀεὶ δὲ τοῦ παρόντος ἀχθηδὼν κακοῦ
τρύσει σ᾽· ὁ λωφήσων γὰρ οὐ πέφυκέ πω.
τοιαῦτ᾽ ἐπηύρω τοῦ φιλανθρώπου τρόπου.
θεὸς θεῶν γὰρ οὐχ ὑποπτήσσων χόλο
να σκεπάσει το φως, ως να ‘βγεί ο ήλιος πάλι
την αυγινή την πάχνη να σκορπίσει· κι έτσι
κάποιο θά ‘χεις κακό να τυραγνιέσαι πάντα,
χωρίς να βρίσκεται ψυχή να σ’ αλαφρώσει.
Τέτοιο έλαβες μιστό γι’ αγάπη των ανθρώπων·
γιατί, θεός εσύ, δεν σκιάχτηκες των άλλων
βροτοῖσι τιμὰς ὤπασας πέρα δίκης.
ἀνθ᾽ ὧν ἀτερπῆ τήνδε φρουρήσεις πέτραν
ὀρθοστάδην, ἄυπνος, οὐ κάμπτων γόνυ·
πολλοὺς δ᾽ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς
φθέγξῃ· Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες.
την οργή των θεών και πήγες να προσφέρεις
στους ανθρώπους χαρίσματα πέρ’ από το δίκιο,
που αντίς γι’ αυτά, στον άχαρο το βράχο τούτο
ολόρθος κι άγρυπνος φρουρός θε να φυλάγεις,
δίχως τα γόνατά σου να λυγάς και θρήνους
ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν νέον κρατῇ. πολλούς κι ανώφελα θα σκούζεις μοιρολόγια·
γιατί εύκολα δεν την γυρνάς του Δία τη γνώμη
κι είναι πάντα σκληρός ο κάθε νέος αφέντης.
Κράτος
εἶεν, τί μέλλεις καὶ κατοικτίζῃ μάτην;
τί τὸν θεοῖς ἔχθιστον οὐ στυγεῖς θεόν,
ὅστις τὸ σὸν θνητοῖσι προὔδωκεν γέρας;
Κράτος
Λοιπόν τι στέκεις κι άδικα ψυχοπονιέσαι
τον αντίθεο το θεό και να μη βράζει η οργή σου,
που πρόδωκε στον άνθρωπο τ’ αξίωμά σου;
Ἥφαιστος
τὸ συγγενές τοι δεινὸν ἥ θ᾽ ὁμιλία.
Ήφαιστος
Πολύ βαραίνει, συγγενής και φίλος να ‘σαι.
Κράτος
σύμφημ᾽· ἀνηκουστεῖν δὲ τῶν πατρὸς λόγων
οἷόν τε πῶς; οὐ τοῦτο δειμαίνεις πλέον;
Κράτος
Δε λέω· μα πάει να παρακούς και του πατρός σου
το λόγο; Και πως πιότερο δεν το φοβάσαι;
Ἥφαιστος
αἰεί γε δὴ νηλὴς σὺ καὶ θράσους πλέως.
Ήφαιστος
Πάντα σου εσύ σκληρός, πάντα κακία γεμάτος.
Κράτος
ἄκος γὰρ οὐδὲν τόνδε θρηνεῖσθαι. σὺ δὲ
τὰ μηδὲν ὠφελοῦντα μὴ πόνει μάτην.
Κράτος
Δεν έχει διάφορο αν τον κλαίω· και συ μη χάνεις
σ’ όσα δεν ωφελούν τον κόπο σου του κάκου.
Ἥφαιστος
ὦ πολλὰ μισηθεῖσα χειρωναξία.
Ήφαιστος
Αχ, τέχνη, πως με τα όλα μου σ’ έχω μισήσει!
Κράτος
τί νιν στυγεῖς; πόνων γὰρ ὡς ἁπλῷ λόγῳ
τῶν νῦν παρόντων οὐδὲν αἰτία τέχνη.
Κράτος
Τι να τη βαργομάς; γιατί, να πούμ’ αλήθεια,
στα κακά τώρ’ αυτά δε φταίει διόλου η τέχνη.
Ἥφαιστος
ἔμπας τις αὐτὴν ἄλλος ὤφελεν λαχεῖν.
Ήφαιστος
Μ’ άμποτε να τη λάχαινε κανένας άλλος
Κράτος
ἅπαντ᾽ ἐπαχθῆ πλὴν θεοῖσι κοιρανεῖν·
Κράτος
Όλα βαριά, εχτός να ‘σαι των θεών αφέντης,
ἐλεύθερος γὰρ οὔτις ἐστὶ πλὴν Διός. κι έξω από το Δία κανείς ελεύθερος δεν είναι.
Ἥφαιστος
ἔγνωκα τοῖσδε κοὐδὲν ἀντειπεῖν ἔχω.
Ήφαιστος
Σύμφωνος, και σ’ αυτό λόγο να πω δεν έχω.
Κράτος
οὔκουν ἐπείξῃ τῷδε δεσμὰ περιβαλεῖν,
ὡς μή σ᾽ ἐλινύοντα προσδερχθῇ πατήρ;
Κράτος
Κάνε λοιπόν και πέρνα του τις αλυσίδες,
να μη σε δεί και αργοπορείς ο Δίας ο πατέρας.
Ἥφαιστος
καὶ δὴ πρόχειρα ψάλια δέρκεσθαι πάρα.
Ήφαιστος
Έτοιμα βλέπεις τα λυτάρια του είν’ ομπρός σου.
Κράτος
βαλών νιν ἀμφὶ χερσὶν ἐγκρατεῖ σθένει
ῥαιστῆρι θεῖνε, πασσάλευε πρὸς πέτραις.
Κράτος
Πεδίκλωσ’ του μ’ όλξ τη ζώρη σου τα χέρια,
χτύπα με τη βαριά, στο βράχο κάρφωνε τον.
Ἥφαιστος
περαίνεται δὴ κοὐ ματᾷ τοὔργον τόδε.
Ήφαιστος
Τέλειωσε, να το, κι η δουλειά δεν πάει του μάκρου.
Κράτος
ἄρασσε μᾶλλον, σφίγγε, μηδαμῇ χάλα.
δεινὸς γὰρ εὑρεῖν κἀξ ἀμηχάνων πόρον.
Κράτος
Πιο πολύ βάρα, σφίγγε, μην τ’ αφήσεις λάσκα,
κι είν’ άξιος να βγεί πέρα κι όπου δεν το ελπίζεις.
Ἥφαιστος
ἄραρεν ἥδε γ᾽ ὠλένη δυσεκλύτως.
Ήφαιστος
Στεριώθηκε, που πια δε λει, το ‘να του χέρι.
Κράτος
καὶ τήνδε νῦν πόρπασον ἀσφαλῶς, ἵνα
μάθῃ σοφιστὴς ὢν Διὸς νωθέστερος.
Κράτος
Τ’ άλλο τώρα ζώστ’ του γερά· να μάθει μ’ όλες
τις μαστοριές, πως με το Δία δεν παραβγαίνει.
Ἥφαιστος
πλὴν τοῦδ᾽ ἂν οὐδεὶς ἐνδίκως μέμψαιτό μοι.
Ήφαιστος
Παράπονο, άλλος απ’ αυτόν, λέω να μη μου ‘χει.
Κράτος
ἀδαμαντίνου νῦν σφηνὸς αὐθάδη γνάθον
Κράτος
Άγρια σαγόνα τώρα σφήνας ατσαλένιας
στέρνων διαμπὰξ πασσάλευ᾽ ἐρρωμένως. πέρα για πέρα πέρνα του γερά στα στήθια.
Ἥφαιστος
αἰαῖ, Προμηθεῦ, σῶν ὑπερστένω πόνων.
Ήφαιστος
Οϊμένα, κλαίω, Προμηθέα τα βάσανά σου.
Κράτος
σὺ δ᾽ αὖ κατοκνεῖς τῶν Διός τ᾽ ἐχθρῶν ὕπερ
στένεις; ὅπως μὴ σαυτὸν οἰκτιεῖς ποτε.
Κράτος
Τα ίδια μας πάλι; και για τους εχθρούς του Δία
θρηνείς; φυλάου μην κλάψεις για λογαριασμό σου.
Ἥφαιστος
ὁρᾷς θέαμα δυσθέατον ὄμμασιν.
Ήφαιστος
Βλέπεις πράμα, που μάτια δεν βαστούν να βλέπουν.
Κράτος
ὁρῶ κυροῦντα τόνδε τῶν ἐπαξίων.
ἀλλ᾽ ἀμφὶ πλευραῖς μασχαλιστῆρας βάλε.
Κράτος
Βλέπω που βρίσκει αυτός ό,τι άξιζε να πάθει·
μα βαλ’ του γύρω στα πλευρά μσκαλοζώστρες.
Ἥφαιστος
δρᾶν ταῦτ᾽ ἀνάγκη, μηδὲν ἐγκέλευ᾽ ἄγαν.
Ήφαιστος
Ανάγκη πάσα· κι οι πολλές φωνές σου ας λείπουν.
Κράτος
ἦ μὴν κελεύσω κἀπιθωύξω γε πρός.
χώρει κάτω, σκέλη δὲ κίρκωσον βίᾳ.
Κράτος
Και θα φωνάξω και θα γιουχάξω ακόμα.
Έρχου κάτω, κιρκέλωσ’ του σφιχτά τα σκέλια.
Ἥφαιστος
καὶ δὴ πέπρακται τοὔργον οὐ μακρῷ πόνῳ.
Ήφαιστος
Να τέλειωσε κι αυτό και μ’ όχι πολύ κόπο.
Κράτος
ἐρρωμένως νῦν θεῖνε διατόρους πέδας·
ὡς οὑπιτιμητής γε τῶν ἔργων βαρύς.
Κράτος
Χτύπα τώρα γερά τα καρφιά πέρα ως πέρα,
γιατ’ έχεις δύσκολο κριτή σ’ αυτό σου το έργο.
Ἥφαιστος
ὅμοια μορφῇ γλῶσσά σου γηρύεται.
Ήφαιστος
Ταιριάζει αλήθεια η γλώσσα σου με τη μορφή σου.
Κράτος
σὺ μαλθακίζου, τὴν δ᾽ ἐμὴν αὐθαδίαν
Κράτος
Κάνε συ αν θες το μαλακό, και το δικό μου
ὀργῆς τε τραχύτητα μὴ ᾽πίπλησσέ μοι. μη μου χτυπάς σκληρόψυχο κι αυθάδη τρόπο.
Ἥφαιστος
στείχωμεν, ὡς κώλοισιν ἀμφίβληστρ᾽ ἔχει.
Ήφαιστος
Πάμε· κι έχει ένα γύρο βρόχια στο κορμί του.
Κράτος
ἐνταῦθα νῦν ὕβριζε καὶ θεῶν γέρα
συλῶν ἐφημέροισι προστίθει. τί σοι
οἷοί τε θνητοὶ τῶνδ᾽ ἀπαντλῆσαι πόνων;
Κράτος
Μεγαλοπιάνου τώρα εδώ κι άρπαζε αν θέλεις
τα τίμια των θεών να φέρνεις στους ανθρώπους.
και τι μπορούνε τάχ αυτοί να σε συντρέξουν
ψευδωνύμως σε δαίμονες Προμηθέα
καλοῦσιν· αὐτὸν γάρ σε δεῖ προμηθέως,
ὅτῳ τρόπῳ τῆσδ᾽ ἐκκυλισθήσῃ τέχνης.
στα βάσανά σου; ψεύτικα οι θεοί σου δίνουν
του Προμηθέα τ’ όνομα, γιατί κι ο ίδιος
χρειάζεται έναν άλλο να βρείς προμηθέα,
για να ‘θελε ξεμπλέξεις απ’ αυτές τις τέχνες.
Προμηθεύς
ὦ δῖος αἰθὴρ καὶ ταχύπτεροι πνοαί,
ποταμῶν τε πηγαί, ποντίων τε κυμάτων
Προμηθεύς
Ω άγιε αιθέρα, κι ω γοργές φτερωτές αύρες,
πηγές των ποταμών, των θαλασσίων κυμάτων
ἀνήριθμον γέλασμα, παμμῆτόρ τε γῆ,
καὶ τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ.
ἴδεσθέ μ᾽ οἷα πρὸς θεῶν πάσχω θεός.
δέρχθηθ᾽ οἵαις αἰκείαισιν
διακναιόμενος τὸν μυριετῆ
χαμογέλασμα αναρίθμητο, κι ολωνών μάνα,
ω Γή! και συ που όλα τα βλέπεις, Ήλιε,
δείτε μ’ εγώ θεός απ’ τους θεούς τι πάσχω!
Κοιτάξτε, τι άτιμα βάσανα
με ξεσκίζουν, που αιώνες αμέτρητους
χρόνον ἀθλεύσω.
τοιόνδ᾽ ὁ νέος ταγὸς μακάρων
ἐξηῦρ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ δεσμὸν ἀεικῆ.
φεῦ φεῦ, τὸ παρὸν τό τ᾽ ἐπερχόμενον
πῆμα στενάχω, πῇ ποτε μόχθων
θα υποφέρω τραβώντας τα.
Γιατί τέτοιο ο καινούργιος άρχοντας
των θεών για μένα σοφίστηκεν
ατιμότατο δεσμό!
Τωρινές συμφορές, τρισαλίμονο,
κι όσες άλλες, στενάζω, μου μέλλονται,
χρὴ τέρματα τῶνδ᾽ ἐπιτεῖλαι.
καίτοι τί φημι; πάντα προυξεπίσταμαι
σκεθρῶς τὰ μέλλοντ᾽, οὐδέ μοι ποταίνιον
πῆμ᾽ οὐδὲν ἥξει. τὴν πεπρωμένην δὲ χρὴ
αἶσαν φέρειν ὡς ῥᾷστα, γιγνώσκονθ᾽ ὅτι
ποτέ που τάχα μια άκρη θενά ‘βρω;

Κι όμως τι λέγω; όλα εγώ από πριν τα ξέρω
ξάστερ’ οσά ‘ναι για να ΄ρθουν, ουδέ θα μ’ έβρει
καμιά συμφορά ανέλπιστη· κι έτσι της μοίρας
το γραφτό· πρέπει πιο ελαφρά να υποφέρω,

τὸ τῆς ἀνάγκης ἔστ᾽ ἀδήριτον σθένος.
ἀλλ᾽ οὔτε σιγᾶν οὔτε μὴ σιγᾶν τύχας
οἷόν τέ μοι τάσδ᾽ ἐστί. θνητοῖς γὰρ γέρα
πορὼν ἀνάγκαις ταῖσδ᾽ ἐνέζευγμαι τάλας.
ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς
μια που γνωρίζω πως κανείς με της ανάγκης
δεν ημπορεί τη δύναμη να πολεμήσει.
Μα πάλι ούτε να κλείσω ούτε να μην κλείσω
το στόμα μου μπορώ, γιατί, για να προσφέρω
στους ανθρώπους τα δώρα μου, έμπλεξα σε τούτες
ο δύστυχος τις συμφορές, και το κλεμμένο
πηγὴν κλοπαίαν, ἣ διδάσκαλος τέχνης
πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος.
τοιῶνδε ποινὰς ἀμπλακημάτων τίνω
ὑπαιθρίοις δεσμοῖς πεπασσαλευμένος.ἆ ἆ ἔα ἔα.
πληρώνω μες στον νάρθηκα της φωτιάς σπέρμα
που κάθε τέχνης δάσκαλος για τους ανθρώπους
έχει φανεί κι η πιο μεγάλη τους κυβέρνια.
Τέτοιο ‘ν’ το κρίμα που πλερώνω καρφωμένος
κάτω απ’ τον ξέσκεπο ουρανό σ’ αυτό το βράχο.Α, α!
τίς ἀχώ, τίς ὀδμὰ προσέπτα μ᾽ ἀφεγγής,
θεόσυτος, ἢ βρότειος, ἢ κεκραμένη;
ἵκετο τερμόνιον ἐπὶ πάγον
πόνων ἐμῶν θεωρός, ἢ τί δὴ θέλων;
ὁρᾶτε δεσμώτην με δύσποτμον θεόν
Ποιός αχός, ποια κρυφή μου ήρθε δω μυρουδιά;
Θεϊκιά τάχα ή ανθρώπινη, ή κι απ’ τα δυό μαζί;
Σαν ποιός στο βράχο εδώ στα πέρατα της γης
ήρθε να δει τα βάσανά μου; ή τι να θέλει;
Με βλέπετε τον άμοιρο θεό δεσμώτη
τὸν Διὸς ἐχθρόν, τὸν πᾶσι θεοῖς
δι᾽ ἀπεχθείας ἐλθόνθ᾽ ὁπόσοι
τὴν Διὸς αὐλὴν εἰσοιχνεῦσιν,
διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν.
φεῦ φεῦ, τί ποτ᾽ αὖ κινάθισμα κλύω
τον εχθρό του Διός, που στην έχθρητα
και των άλλων θεών όλων έπεσα,
στην αυλή του Διός όσοι μπαίνουνε,
απ ‘αγάπη πολλή των ανθρώπων.
Οϊμένανε, οϊμέ!
Τι ‘ναι τούτο που τώρα κοντύτερα
πέλας οἰωνῶν; αἰθὴρ δ᾽ ἐλαφραῖς
πτερύγων ῥιπαῖς ὑποσυρίζει.
πᾶν μοι φοβερὸν τὸ προσέρπον.
σαν πουλιών αγρικώ φτεροθόρυβο
να σφυρίζει αλαφρά περιτόγυρα;
ό,τι και να ‘ναι που φτάνει, το τρέμω.

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.