«τα εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης… » [Θουκυδίδης 1.22]

του Χρίστου Κράππα

Τις τελευταίες μέρες στην επικαιρότητα αυτά που ακούγονται από δημόσια και γνώριμα πρόσωπα (άλλο δημόσιο κι άλλο γνώριμο, πρόσωπο, όπως το έλυσε =όρισε αμετάκλητα ο Αριστοτέλης) είναι εκπορευόμενα είτε από τρελοκομείο ή από ξεπουλημένα πατσαβούρια μέχρι και το τελευταίο κύτταρο τους. Αν είναι γνώριμα πρόσωπα, τότε η βλακεία που τα διακατέχει είναι αυτό που είπε ο Σεφέρης: «η βλακεία όταν ξεκινήσει, τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει!!». Αν είναι όμως δημόσια πρόσωπα, δηλαδή εκλεγμένα, τότε το μόνο που μπορείς να υποθέσεις είναι ότι παρέχουν μισθωμένη υπηρεσία στα σχέδια των νεκρόσιτων οικογενειών.


Το πρόβλημα των ιταμών επιθέσεων κατά των ιερών συμβόλων μας, δεν είναι τωρινό, μαίνεται εδώ και δεκαετίες. Θα έλεγα, ανάγεται δεκάδες αιώνες πριν. Η ρίζα του βρίσκεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας είναι το μίσος των δυτικών υαινών όταν διαπίστωσαν την πλήρη απορρόφηση της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας από τον ελληνισμό και την μετατροπή τους σε Λατίνους και όχι Ρωμαίους πολίτες. Κι αυτό κατά έγγραφη παραδοχή του Πάπα προς τον αυτοκράτορα μας Ιωάννη Βατάτζη. Ο δεύτερος πυλώνας είναι η πλήρης εγκόλπωση της Ορθοδοξίας από τον Ελληνισμό, αφού, η εξ αποκαλύψεως αλήθεια Του Ιησού Χριστού μόνο η εθνική συλλογικότητα στη διοίκηση του Ελληνισμού σε απόλυτη ελευθερία των πολιτών του, όπως είχαν εκπαιδευτεί χιλιάδες χρόνια πριν, μπορούσε να την αγκαλιάσει, ν’ αγαπήσει και να πιστέψει.

Τον πρώτο πυλώνα προσπάθησαν να τον ενισχύσουν με το σχίσμα το 1054 μ.Χ. αλλά δεν το κατάφεραν. Τον δεύτερο πυλώνα τον ενεργοποίησαν με την ενίσχυση των τζιχαντιστών της εποχής Σελτζούκους Τούρκους που είχαν εμφανισθεί στις παρυφές της Αυτοκρατορίας, με αποκορύφωμα την αιμοσταγή και ληστρική Σταυροφορία του 1204. Εις μάτην όμως και πάλιν. Ήλπιζαν με την υποστήριξη της Τουρκοκρατίας, την φρικώδη οθωμανική δυναστείαν, θα έσβηναν τον Ορθόδοξο Ελληνισμό και θα εγκολπούντο τα απαράμιλλα επιτεύγματα στον πολιτισμό της ανθρωπότητας ως δικά τους δήθεν Ρωμαϊκά. Εις μάτην πάλι. Τώρα έχουν βαλθεί εκ των έσω και με τα ωνημένα μίσθαρνά τους για να τα καταφέρουν.

Τα απύλωτα στόματα των δημοσίων ξεπουλημένων προσώπων με προσχεδιασμένο τρόπο προβάλουν την αποποινικοποίηση των βεβηλώσεων της Σημαίας μας. Μου θυμίζει το εν αρχή προαιρετικό της
αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητές μας, και αφού έτσι ηγέρθη το δίλλημα για τους ελαχίστους εν Ελλάδι αλλόθρησκους, προχώρησαν στην απαγόρευση της αναγραφής.

Αντί λοιπόν να ανατρέξουμε στις λύσεις που έδιναν οι σοφοί για όλον τον κόσμο πρόγονοί μας, προσπαθούν να εξαλείψουν κάθε κοινωνία με τα ιερά μας σύμβολα με στόχο να πληγεί στην ρίζα της η εθνική μας εντελέχεια που μας ξεχωρίζει από τους άλλους λαούς. Προσπαθούν ύπουλα να ξεριζώσουν από την ψυχή μας την ελληνική μας πυξίδα. Και χωρίς πυξίδα είσαι φύλο στον άνεμο.
Πρέπει ν’ ανάψουν πάλι οι επαναθρακίδες μετά από 25 αιώνες, όταν στον ιερό χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας παρουσιάσθηκε ο βασιλεύς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο Α΄, για να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τότε οι αντιθευσόμενοί του πρόβαλαν ένσταση πως δεν μπορεί να λάβει μέρος γιατί ο αγώνας είναι των Ελλήνων και όχι των βαρβάρων. Ο Αλέξανδρος όμως ενώπιον του Ελληνοδικείου απέδειξε την καταγωγή του από τους Τημενίδες του Άργους, αρχαίος βασιλικός οίκος του Άργους . Έτσι, οι Ελληνοδίκες αποφάνθηκαν πως είναι Έλληνας, άρα μπορεί να λάβει μέρος. Δηλαδή, ως «πρώτη αρχή» και προϋπόθεση για τη σκέψη τους προκειμένου να συναγάγουν κρίση ήταν, ποιος δικαιούται ν’ αγωνισθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δικαιούντο λοιπόν, μόνο οι Έλληνες στην καταγωγή. Έτσι όριζε ο θεσμός των αγώνων. Αυτό έπρεπε πρώτιστα να εξετάσουν. Δηλαδή, όπως λέμε σήμερα, αν νομιμοποιούταν να ζητήσει ν’ αγωνισθεί. Εδικαιούτο ασφαλώς γιατί αντλούσε το δικαίωμα από το φυσικό δίκαιο, ως Έλληνας, βάσει του οποίου προφανώς είχε συνταχθεί και ο κανονισμός για τους δικαιουμένους συμμετοχής στους αγώνες . Απλά πράγματα και σοφά!!

(ΗΡΟΔΟΤΟΣ 5.22,1,10)
Μπροστά στα φληναφήματα και στις πάσης φύσεως αδολεσχίες που ακούγονται και γράφονται, πρέπει να βάλουμε τη λογική να δουλέψει. Ν’ ανάψει και πάλιν η αρχαία σβησμένη επανθρακίδα του «σκεπτέον» και να θέσουμε το ερώτημα, που η απάντηση λύνει και το πρόβλημα:

Η Σημαία είναι ένα πανί ή σύμβολο ;
Αν πανί, τότε ομιλούμε για φολκλόρ. Αν σύμβολο, απαιτείται όρκος προς αυτή. «Ορκίζομαι να υπερασπίζομαι μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος μου τας Σημαίας ….»

Το συμπαθέστατο και αξιέπαινο Αλβανάκι, για τις επιδόσεις του στα μαθήματα, όταν ξέσπασε το πρόβλημα το 2000, δεν νομίζω ότι ήταν διατεθειμένο να δώσει. Μάλιστα σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν αισθάνεται Έλληνας ή Αλβανός, η απάντηση που έδωσε, πρέπει ν’ άφησε άφωνους όλους εκείνους τους νεόκοπους «ελληνοδίκες»: «Πατρίδα μου είναι η Αλβανία. Παιδεύομαι ελληνικά»!
Άλλο λοιπόν πράγμα ο κότινος νίκης για την πνευματική σου διάκριση και άλλο η προϋπόθεση αφοσιώσεως με όλη σου την ύπαρξη,
ψυχή σώμα πνεύμα, για να κρατήσεις το ιερό σύμβολο του έθνους σου, που δικαιούσαι και υποχρεούσαι στο υπερασπίζειν.

Τι ήταν λοιπόν εκείνο που ανάγκασε τον Υπουργό τότε της Παιδείας, εν μια νυκτί, να νοθεύσει κι έτσι να καταργήσει το Προεδρικό Διάταγμα;»
Είναι επομένως, αβίαστα συνακόλουθες , οι επόμενες σκέψεις κάθε λογικού Έλληνος για την τραγική σύγχυση που επικρατεί σ’ αυτή τη δύσμοιρη χώρα μας.

Οι σκέψεις αυτές έχουν τόπο για τη διαλεκτική αναζήτηση της λύσης του προβλήματος, το ερώτημα:
Τι είναι η Σημαία; Είναι ένα πανί ή σύμβολο;

Μέχρι την ισχύ του Προεδρικού Διατάγματος με την επικύρωσή του δια της υπογραφής του τότε προέδρου της Δημοκρατίας, αποτελούσε σύμβολο. Όριζε δε το Π.Δ. ρητά ότι, δύναται να την φέρει Έλληνας υπήκοος και έχων την Ελληνική καταγωγή. Τότε, το 2000 , όταν ρωτήθηκε για το πρόβλημα που προέκυψε, απάντησε με τη ρήση του Ισοκράτη περί ποίοι θεωρούνται Έλληνες, «Έλληνες θεωρούνται οι της Ελληνικής παιδείας μετέχοντες». Αλλά ο αιωνόβιος αυτός ρήτορας των αρχαίων χρόνων δεν είπε αυτό το πράγμα που παραφρασμένο, και το χειρότερο αλλοιωμένο( = μεταβολή επί τα χείρω), φέρεται ότι είπε. Και προς αποφυγήν κάθε παρερμηνείας των λόγων του ρήτορα Ισοκράτη, η φράση η οποία λέχθηκε από τον ίδιο στα μέσα του τέταρτου αιώνα των αρχαίων χρόνων στον «πανηγυρικό» του στην Αρχαία Ολυμπία ή στους Δελφούς κατά τη διάρκεια των Πυθίων, που αποτελεί παραινέσεις προκειμένου να ενώσει τους Έλληνες υπό την ηγεμονία του Φιλίππου Β΄ εναντίον των βαρβάρων, είναι:

«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.» [ Ισοκρ. Πανηγυρικός §50]. Δηλαδή, όπως θα λέγαμε σήμερα, ο Ισοκράτης με την αποστροφή του αυτή είπε: Ρε που καταντήσαμε, όποιος μαθαίνει να μιλά ελληνικά «καλείσθαι», και όχι καλείν αν ήθελε να σημάνει την σημερινή ερμηνεία που δίνουν οι φωστήρες, να τον βαφτίζουμε Έλληνα!!

Από αυτή τη θέση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας το έτος 2000 που παρουσιάσθηκε το πρόβλημα, δεν ήθελε και πολύ ο τότε Υπουργός επί της Παιδείας κ. Ευθυμίου. Πάραυτα εξέδωσε Υπουργική Απόφαση η οποία κατήργησε το ισχύον Π.Δ. Δύσμοιρη Ελλάδα…

Απομένει να εξετάσουμε αν είναι και γιατί, σύμβολο. Όσα έθνη και κράτη επί της γης υπάρχουν, τόσες είναι και οι Σημαίες. Είναι το σήμα, το γνώρισμα που ο κάθε λαός συμφώνησε να τον εκφράζει. Δεν είναι αντικείμενο επιστήμης και συνεπώς δεν εξαρτά τη μορφή της από εσωτερική αιτία που η ίδια ως ύπαρξη διαθέτει. Αν χαθεί ένας λαός,
χάνεται και η Σημαία του. Και ως προς αυτή τη φύση της Σημαίας, δηλαδή ότι δεν είναι αντικείμενο έξω από τη βούλησή μας, πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι. Άρα, τι είναι;

Είναι ένα σήμα, ένα σύμβολο που εμείς ως Έλληνες σε κάποια φάση της Ιστορίας μας επιλέξαμε τη σημερινή της μορφή για να μας εκφράζει ως ταυτότητα, ως εξωτερικό γνώρισμα. Και αυτή η συμφωνία όλων των Ελλήνων για την κατασκευή και μορφή αυτή της Σημαίας μας, ως κοινή άποψη, ως ένδοξο, τοποθετούμενη ανάμεσα στο αληθές και παράδοξο, δεν φέρει την αλήθεια μέσα της, δεν είναι αυτόφωτη αλλά ετερόφωτη. Νομιμοποιείται ορθολογικά όχι από αυτό που είναι η ίδια αλλά από εκείνον που την ομολογεί. Η αξιοπιστία της για το συμβολισμό της ταυτίζεται με την αξιοπιστία του φορέα της, δηλαδή, της κοινής ή συναινετικής γνώμης των Ελλήνων που την φέρουν.

Η Σημαία ως αντικείμενο πανεθνικής ομολογίας πίστεως σ’ αυτή, από όλους τους Έλληνες, δεν είναι αντικείμενο συζήτησης να την φέρουν ή όχι μη Έλληνες, να την καίνε ή την ποδοπατούν. Είναι αντικείμενο όρκου πίστεως σ’ αυτή από όλους τους Έλληνες και μόνο αυτούς. Η Σημαία, δεν είναι απλά ένα πανί μπλε και άσπρο. Είναι φτιαγμένη από το σχοινί του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε και το ράσο του Αθανάσιου Διάκου, από τη φουστανέλα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το μαντήλι της Μπουμπουλίνας, τη βράκα του Κανάρη και το γιλέκο του Μάρκου Μπότσαρη, κι είναι βαπτισμένη αμέτρητες φορές στο αίμα εκατομμυρίων Ελλήνων στο Δραγατσάνι και το Μεσολόγγι, στη Χίο και τα Ψαρά, στο Κιλκίς και Λαχανά, στο Σαγγάριο και το Εσκί Σεχίρ, στα βουνά της Αλβανίας και την Κύπρο και σε τόσες άλλες εκατόμβες Ελλήνων υπερασπιστών της.
15 Δεκ. 2016

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ: ΤΙ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΣΗΜΑΙΑ

Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.