Αναθηματικά ειδώλια από το ιερό της Αγίας Ειρήνης της Κύπρου 7ος -6ος αι. π.Χ. Medelhavsmuseet Στοκχόλμη Σουηδία .

Σύμφωνα με τη χρονολόγηση των διαφόρων ευρημάτων της αρχαιολογικής σκαπάνης, ο πολιτισμός της Κύπρου εκτείνεται προς τα πίσω σ’ ένα βάθος 90 περίπου αιώνων, δηλαδή μέχρι 7.000 χρόνια προ Χριστού. Συνεπώς φτάνει μέχρι τη Νεολιθική εποχή.

Σήμερα, χάρη στην αρχαιολογική έρευνα, γνωρίζουμε πολλά για τους προϊστορικούς κατοίκους του νησιού, τους νεολιθικούς Κυπρίους. Παραμένει όμως το ερώτημα ως προς το ποιοι ήταν αυτοί οι πρώτοι Κύπριοι – αν ήταν πράγματι οι πρώτοι – και πώς βρέθηκαν στο νησί. Σήμερα, η παλαιά θεωρία ότι κάποτε η Κύπρος ήταν ενωμένη με την απέναντι της στεριά της Μικράς Ασίας έχει
εγκαταλειφτεί και αντικατασταθεί με την επιστημονική βεβαιότητα ότι το νησί «αναδύθηκε» από τη θάλασσα εξαιτίας της μετακινήσεως της Αφρικανικής προς την Ασιατική πλάκα και «συμπιέσεως» στην περιοχή, πράγμα που σήμαινε ανύψωση.


Ωστόσο, έστω κι αν ποτέ δεν ήταν ενωμένη η Κύπρος με τη Μικρά Ασία, υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα να έφτασαν από την στεριά εκείνη που δεν είναι μακριά, με πρωτόγονες σχεδίες, οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού. Μπορούμε να φανταστούμε τους προϊστορικούς εκείνους ανθρώπους ν’ ατενίζουν, τις μέρες που το επέτρεπε ο καιρός, απέναντί τους, ν’ αναπαύεται ειρηνικά στην επιφάνεια της ήρεμης θάλασσας, το πράσινο αυτό νησί. Μπορούμε να τους φανταστούμε να διερωτώνται, γεμάτοι περιέργεια, για το νησί αυτό και μπορούμε να φανταστούμε ακόμη ότι η περιέργειά τους πιθανό να κράτησε αρκετές γενιές πριν κατανικηθεί ο φόβος κι επιχειρηθεί το τολμηρό ταξίδι.
Στις απέναντι της Κύπρου στεριές – Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη – γνωρίζουμε ότι ίσως αναπτύχθηκαν πολιτισμοί αρχαιότεροι από το Νεολιθικό πολιτισμό της Κύπρου, και τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα στην Κύπρο ίχνη παλαιότερου από το Νεολιθικό πολιτισμό, ενισχύει την θεωρία ότι κατά τη Νεολιθική περίοδο το νησί είχε αποικηθεί και πρωτοκατοικηθεί από μετανάστες που έφτασαν με τις πρωτόγονες σχεδίες τους.

Ωστόσο η θεωρία αυτή δεν μπορεί να υποστηριχτεί με απόλυτη βεβαιότητα. Το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμη βρεθεί στην Κύπρο ίχνη παλαιότερου πολιτισμού από το Νεολιθικό, δηλαδή ίχνη Μεσολιθικών ή και Παλαιολιθικών εποχών, τούτο δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι δεν υπάρχουν. Υπάρχει, συνεπώς, και η εξίσου πιθανή θεωρία ότι ο Νεολιθικός πολιτισμός της Κύπρου προήλθε από κάποιον παλαιότερο, τις αποδείξεις του οποίου κρατεί ακόμη στα σπλάχνα της η κυπριακή γη και που ίσως κάποτε θ’ αποκαλυφτούν.

Εάν η απόσταση Φράχθι – Μήλος είναι περί τα 126 χλμ και έγινε με παπυρέλες λογικά θα μπορούσαν να πάνε στην Κύπρο από τις απέναντι ακτές αλλά και από την Κρήτη ή την Ρόδο

Αλλά κατ’ αυτή την έννοια δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και άλλες διαδρομές

Από ανθρωπολογική πλευρά, οι ειδικοί μιλούν για μια ανάμεικτη μεσογειακή φυλή βραχυκέφαλων ανθρώπων, η μελέτη όμως του κρανίου δεν αποτελεί ασφαλές φυλετικό κριτήριο επειδή οι πρωτόγονοι άνθρωποι παραμόρφωναν τεχνητά το σχήμα του κρανίου τους.
Γι’ αυτούς, λοιπόν, που γνωρίζουμε εμείς σήμερα από τα αρχαιολογικά ευρήματα ως τους πρώτους κατοίκους του νησιού, δηλαδή για τους νεολιθικούς Κυπρίους, υπάρχουν δύο εξίσου πιθανές θεωρίες:
• Ότι έφτασαν στο νησί από τις απέναντί του ηπειρωτικές ακτές.
• Ότι ήταν απόγονοι παλαιότερων Κυπρίων, των οποίων τα ίχνη της παρουσίας τους δεν έχουν ακόμη βρεθεί.
Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα: έστω κι αν υπήρχαν στην Κύπρο αρχαιότεροι κάτοικοι από τους νεολιθικούς, αυτοί οι αρχαιότεροι κάτοικοι από που προήλθαν; Μήπως κι αυτοί, πάλι, δεν προήλθαν από τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές σε ακόμη παλαιότερες εποχές;

Κύπρος: «Κάψουλα του χρόνου» η θέση Πύλα-Κοκκινόκρεμος Νέα ευρήματα από την ανασκαφή

Ειδώλια Ο τύπος,αυτός με το ηβικό τρίγωνο που τονίζεται όπως και το στήθος είναι χαρακτηριστικό της κυπριακής κοροπλαστικής της Ύστερης κυπριακής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου.

Ότι κι αν απαντήσουμε στο ζήτημα αυτό, δυστυχώς θ’ αποτελεί και πάλι θεωρία που δεν μπορεί ν’ αποδειχτεί – τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα που έχουμε μέχρι τώρα στη διάθεσή μας.
Ωστόσο, από αρχαιολογικές επισκοπήσεις που έχουν γίνει κατά τα τελευταία χρόνια σε περιοχές της κεντρικής λοφώδους Κύπρου, και συγκεκριμένα στη λοφώδη περιοχή νότια της κεντρικής πεδιάδας του νησιού, έχουν επισημανθεί ενδείξεις για ύπαρξη μικρών συνοικισμών που πιθανό να ανήκουν χρονολογικά στη Μεσολιθική εποχή.

Σκάλισμα σε ελαφαντόδοντο Σαλαμίνα Κύπρου

Να είναι, δηλαδή, αρχαιότεροι των Νεολιθικών χρόνων. Όμως μέχρι σήμερα (1989) δεν έχουμε στην διάθεσή μας συγκεκριμένες αποδείξεις και στοιχεία ώστε να μιλούμε με απόλυτη βεβαιότητα για Μεσολιθικό πολιτισμό στο νησί.

Εντούτοις, εάν δεν έχουν ακόμη αποκαλυφτεί συγκεκριμένα τεκμήρια για ύπαρξη ανθρώπων στην Κύπρο πριν από τη Νεολιθική εποχή, ωστόσο έχουμε αποδείξεις για ύπαρξη διαφόρων άλλων μορφών ζωής από τα πάρα πολύ παλαιά χρόνια.
Πράγματι, συγκεκριμένα παλαιοντολογικά απολιθώματα (οστά) διαφόρων ζώων έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Κύπρου και κυρίως στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, στο Ακρωτήρι κοντά στη Λεμεσό και σε περιοχές της Πάφου. Μεταξύ των απολιθωμάτων αυτών περιλαμβάνονται οστά νυκτερίδων, διαφόρων ειδών τρωκτικών, ενός είδους αγριόγατου (υπό αμφισβήτηση όμως) και ελεφάντων και ιπποπόταμων.




Ο ιπποπόταμος και ο ελέφαντας ήταν χαρακτηριστικά ζώα της Κύπρου και άλλων απομονωμένων νησιών της Μεσογείου (Σαρδηνία, Σικελία, Κορσική κλπ.) και έζησαν κατά την Πλειστόκαινη περίοδο που άρχισε πριν από 1,8 εκατομμύρια χρόνια, όταν (όπως υπολογίζεται) συμπληρώθηκε η ανύψωση πάνω από τη θάλασσα ολόκληρης της Κύπρου.

Σκάλισμα σε ελαφαντόδοντο Σαλαμίνα Κύπρου

Τα θηλαστικά αυτά – ελέφαντας και ιπποπόταμος – ήταν νάνοι και το μέγεθός τους ήταν περίπου μέγεθος χοίρου. Ο ιπποπόταμος της Κύπρου (επιστημονική ονομασία: Hippopotamus minutus), μήκους 1,40 μέτρων περίπου και ύψους περί τα Ο,68 εκατοστόμετρα, ήταν όπως υπολογίζεται, ζώο της ξηράς και όχι αμφίβιο όπως ο ιπποπόταμος που γνωρίζουμε σήμερα.

Από άλλες περιπτώσεις εξαφάνισης παρόμοιων ζώων από νησιά όπως η Κορσική, η Σαρδηνία, η Σικελία και ίσως και η Κρήτη, γνωρίζουμε και είναι γενικά αποδεκτό ότι αιτία εξολόθρευσής τους ήταν το κυνήγι τους από τους προϊστορικούς ανθρώπους και η αλλοίωση πάλι από τους ανθρώπους, των φυσικών βιοτόπων.

Αν υποθέσουμε ότι και στην Κύπρο έγινε με παρόμοιο τρόπο η εξαφάνιση των θηλαστικών αυτών, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι στο νησί κατοικούσαν άνθρωποι και πριν από τη Νεολιθική εποχή. Αυτό όμως αποτελεί μόνο θεωρία.
Όμως έχουμε το πρώτο δείγμα ζωγραφικής στην αρχαία Κύπρο, χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ.
Ας επανέλθουμε λοιπόν στον προϊστορικό Κύπριο των Νεολιθικών χρόνων, για τον οποίο γνωρίζουμε πολλά από τις μέχρι σήμερα ανασκαφές και από τα άφθονα ευρήματα.

Κατά το απώτερο παρελθόν του Νεολιθικού πολιτισμού της Κύπρου, δηλαδή πριν από το 5310 π.Χ., κατά την περίοδο που είναι γνωστή ως Ακεραμεική, οι κάτοικοι του νησιού ζούσαν σε κατάσπαρτους σε διάφορα κατάλληλα μέρη, μικρούς συνοικισμούς. Οι συνοικισμοί αυτοί αποτελούνταν από μικρές κυκλικές ή ακανόνιστων σχημάτων καλύβες, κτισμένες στο κάτω μέρος τους με πέτρες και, πιθανότατα με στέγη από κλαδιά και πηλό.
Οι τοποθεσίες στις οποίες βρίσκονταν κτισμένοι οι μικροί αυτοί συνοικισμοί συγκέντρωναν μερικά απαραίτητα προσόντα που ήταν: η φυσική οχυρή θέση, η ύπαρξη νερού και η γειτνίαση με τα δάση ή τη θάλασσα.
Η φυσική οχυρή θέση (όπως η κορφή ενός απότομου λόφου) πρόσφερε ασφάλεια που φαίνεται ότι ήταν απαραίτητη έστω και για ψυχολογικούς ακόμη λόγους.
Τέλος, η γειτνίαση με τα δάση ή τη θάλασσα καθόριζε και τα βασικά επαγγέλματα των κατοίκων των συνοικισμών, που ήταν είτε κυνηγοί, είτε ψαράδες.

Βοσκός Σαλαμίνα Κύπρος

Η ύπαρξη, βέβαια, ενός ποταμού ή μιας πηγής κοντά στον κάθε τέτοιο συνοικισμό, ήταν απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των κατοίκων του.
Ταυτόχρονα όμως – όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα σε τέτοιους συνοικισμούς – οι κάτοικοί τους ασχολούνταν και με τη γεωργία καθώς και με την κτηνοτροφία.
Είχαν εξημερώσει διάφορα ζώα, όπως το πρόβατο, την αίγα και το χοίρο.
Τα εργαλεία τους ήταν λίθινα, ξύλινα και οστέϊνα. Τα φορέματά τους ήταν κατασκευασμένα από δέρμα και μαλλί ζώων.
Διάφορα ειδώλια, κοσμήματα από οστά ή πέτρες και διακοσμημένα αγγεία που έχουν βρεθεί, φανερώνουν όχι μόνο αισθητική καλλιέργεια των προϊστορικών Κυπρίων αλλά και ότι είχαν αισθανθεί και κάποια έννοια του θείου (θεϊκού), τελώντας πιθανότατα και κάποιες λατρείες.
Είχαν, ακόμη, ταφικά έθιμα, με το νεκρό να θάβεται σε αβαθή λάκκο στο δάπεδο της καλύβας του, σε συνεσταλμένη στάση και με συνοδεία προσφορών από αγγεία και κοσμήματα.

Αρχαιολογικός Χώρος Χοιροκοιτίας (Νεολιθικός Οικισμός)

Η Ακεραμεική περίοδος της Νεολιθικής εποχής (που λέγεται έτσι εξαιτίας της μη ύπαρξης ειδών κεραμικής και της χρησιμοποίησης πέτρινων αγγείων) αντιπροσωπεύεται από αρκετούς συνοικισμούς που έχουν ανασκαφεί ή εντοπιστεί, με σημαντικότερο το συνοικισμό της Χοιροκοιτίας, ο οποίος βρίσκεται σε μικρή σχετικά απόσταση από τη θάλασσα.

ΓΑΤΑ 9.500 ΕΤΩΝ-Μια σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη έγινε στην Κύπρο. Ομάδα Γάλλου αρχαιολόγου εντόπισε τα οστά ενός γάτου, ο οποίος μετά από μελέτη, υπολογίζεται ότι σήμερα είναι ηλικίας 9.500 χρόνων!

Η ανακάλυψη έγινε στην περιοχή κοντά στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Γάλλος αρχαιολόγος βρήκε τα οστά ενός γάτου δίπλα στα οστά ανθρώπου. Ο γάτος είχε μάλιστα και ένα καμπανάκι στο λαιμό του.
Δεδομένου ότι ο τάφος χρονολογείται μεταξύ του 8.300 και 7.000 προ Χριστού, η ανακάλυψη θεωρείται ως η πρώτη ιστορική απόδειξη ότι οι γάτοι αποτελούσαν κατοικίδια ζώα, εδώ και τουλάχιστον 9.500 χρόνια.
Μέχρι σήμερα, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, επιστεύετο ότι η σχέση ανθρώπων και γάτων είχε ηλικία μόλις πέντε χιλιάδων χρόνων και είχε αρχίσει στην Αίγυπτο.
Ο αρχαιολογικός οικισμός Χοιροκοιτίας θεωρείται ένας από τους πρώτους οικισμούς στον κόσμο.

Στα παράλια του νησιού, συνοικισμοί αυτής της περιόδου βρέθηκαν στην Πέτρα του Λιμνίτη, στον Απόστολο Ανδρέα (Κάστρος), στο ακρωτήρι Γκρέκο, στο Τρουλλί κ.ά. Στα ενδότερα του νησιού υπήρχαν επίσης συνοικισμοί, όπως στον Καταλιόντα. Η πεδιάδα της Μεσαορίας, που όπως φαίνεται δε θεωρούνταν αρκετά ασφαλής εξαιτίας της μορφολογίας της, δεν ήταν, πιθανότατα, κατοικημένη.

Μέση κυπριακή III-1725-1600 π.Χ.αγγεία, όπως αυτός ασκός με κέρατα, είναι χειροποίητα, δεδομένου ότι ο κεραμικός τροχός δεν εισήχθη μέχρι πρίν περίπου το 1600 π.Χ.

Ο αρκετά μεγάλος αρχαιολογικός χώρος στον Καταλιόντα θεωρείται από πολλούς επιστήμονες ότι πιθανό ν’ ανήκει σε αρχαιότερη ακόμη περίοδο από τους υπόλοιπους. Ο χώρος όμως αυτός δεν έχει ακόμη ανασκαφεί κι έτσι τελικά συμπεράσματα δεν υπάρχουν.

Έγκωμη Κυπριακή ΙΙ και ΙΙΙ περίοδος , βραφοκρατούσα κουροτρόφος γυναίκα με τονισμένο το τρίγωνο της ήβης

Οι πρώτοι αυτοί Κύπριοι (είναι τουλάχιστον, οι πρώτοι σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις μέχρι τώρα γνώσεις μας με βάση τις ανακαλύψεις αυτές) ζούσαν σε ημιάγρια σχεδόν κατάσταση και μπορούμε να τους φανταστούμε ντυμένους με δέρματα ζώων, ή και ημίγυμνους, με ελάχιστες γνώσεις, με εντελώς πρωτόγονα εργαλεία και όπλα κατασκευασμένα από πέτρα, κόκαλο και ξύλο.

Παραγωγή αλευριού Κύπρος 600-480 π.Χ. Κυπροαρχαϊκή ΙΙ

Σύμφωνα όμως με τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι βρίσκονταν παρ’ όλα αυτά σε ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε να είναι δυνατό να γίνεται λόγος για πολιτισμό της Νεολιθικής εποχής, σε βαθμό μάλιστα που να προκαλεί το θαυμασμό.

H Χοιροκοιτία χρονολογείται γύρω στο 7000 π.Χ. και αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους νεολιθικούς συνοικισμούς της Μεσογείου. Βρίσκεται 32 χλμ. περίπου από τη Λάρνακα και 48 χλμ. στα νότια της Λευκωσίας παρά το δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού.

Χοιροκοιτία : Πρώτα απ όλα, οι μακρινοί εκείνοι και πρωτόγονοι Κύπριοι είχαν αναπτυγμένη την ανάγκη της διαβίωσης σε συνοικισμούς, ως κοινότητες και ως μικρά σύνολα, όπου μάλιστα βρίσκονταν σε χρήση και βαθμοί κοινωνικής ιεραρχίας, αν δεχτούμε ότι η μεγαλύτερη από τις καλύβες της Χοιροκοιτίας ανήκε στον αρχηγό του συνοικισμού.

Αεροφωτογραφία του οικισμού της Χοιροκοιτίας

Επίσης το κτίσιμο των καλυβών, με πέτρες και πηλό και κλάδους δέντρων, με πεσσούς και με πατάρι εσωτερικά και με μικρότερους βοηθητικούς και εργαστηριακούς χώρους φανερώνει ικανότητα όχι μόνο οικοδόμησης κατοικιών, αλλά και εκμετάλλευσης του υπάρχοντος χώρου με τρόπο λειτουργικό.

Πέρα από αυτά, ποικίλα ευρήματα αποδεικνύουν ότι γνώριζαν διάφορες τέχνες: κατασκεύαζαν τα πέτρινα αγγεία τους με δεξιοτεχνία, αλλά και τα διακοσμούσαν κιόλας, και ακριβώς η τάση για διακόσμηση τους (όπως άλλωστε και η κατασκευή πρωτόγονων κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων όπως αγαλματίδια από άψητο πηλό) αποδεικνύει την ύπαρξη καλλιτεχνικού ενστίκτου και φανερώνει προσπάθεια για ωραιότερη εμφάνιση και καλύτερες συνθήκες ζωής.

Ακόμη, η κατασκευή ειδωλίων από πηλό ή πέτρα, στα οποία η απόδοση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών φανερώνει καλλιτεχνική διάθεση, σημαίνει ίσως ότι υπήρχε και κάποια λατρεία κι ότι ίσως γίνονταν και κάποιες τελετουργίες.
Πέρα από τα πιο πάνω γνωρίζουμε επίσης από τα ανασκαφικά ευρήματα ότι οι Κύπριοι της Πρώιμης

Η Χοιροκοιτία

Νεολιθικής περιόδου γνώριζαν κάποιες τεχνικές καλλιέργειας και ασχολούνταν με τη γεωργία. Ακόμη, είχαν εξημερώσει διάφορα ζώα και ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία.
Μπορούσαν επίσης να ράβουν τις ενδυμασίες τους, με οστέινες βελόνες, γνώριζαν το μαλλί και το χρησιμοποιούσαν, είχαν δε και διάφορα έθιμα. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, τα ταφικά τους έθιμα (ταφή νεκρών σε αβαθείς λάκκους μέσα στις καλύβες της Χοιροκοιτίας, σε συνεσταλμένη στάση, καθώς και προσφορές από λίθινα αγγεία και κοσμήματα στους νεκρούς, κλπ.) .Παρά το ότι οι πρωτόγονοι εκείνοι άνθρωποι ασχολούνταν και με τη γεωργία (βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές μεταξύ άλλων και απανθρακωμένα δημητριακά, φακές, κουκιά, πέτρινοι χερόμυλοι, κουκούτσια ελιών, μπιζέλια κλπ.) σε αρκετά πλατιά για την εποχή έκταση, ωστόσο δε φαίνεται να προτιμούσαν καθόλου τη ζωή στην μεγάλη πεδιάδα του νησιού.(Κίνδυνος από άλλους κατοίκους από άγρια ζώα;).

Λίθινο αγγείο από την Χοιροκοιτία Ανδεσίτης εγχάρακτος-Νεολιθικό . Μουσείο Κύπρου.

Η μεγάλη πεδιάδα της Μεσαορίας, που εκτείνεται μεταξύ των δύο οροσειρών του νησιού θα πρέπει να ήταν καλυμμένη με δάση και άλλη πυκνή βλάστηση, ενώ μεγάλο μέρος της θα ήταν, πιθανότατα, και ελώδες.
Ήταν, έτσι, χώρος αφιλόξενος για τους προϊστορικούς Κυπρίους γιατί δεν πρόσφερε επαρκή προστασία και ασφάλεια. Βλέπουμε, έτσι, ότι οι μέχρι σήμερα αποκαλυφθέντες προϊστορικοί συνοικισμοί βρίσκονται κοντά στη θάλασσα ολόγυρα σχεδόν στην Κύπρο ή και στις ενδότερες ημιορεινές περιοχές του νησιού.

Ύστερη κυπριακή II Ημερομηνία -. 1450-1200 π.Χ. Άγαλμα Πολιτισμού της Κύπρου

Κρίνοντας από την ομοιογένεια των ευρημάτων στους διάφορους συνοικισμούς μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων τους.

Δηλαδή το κάθε μικρό χωριό δεν ήταν απομονωμένο και αυτάρκες αλλά συνδιαλεγόταν και εμπορευόταν με τα άλλα χωριά.
Κάποιο είδος υποτυπώδους εμπορίου θα πρέπει να υπήρχε και με τις κοντινές ακτές της Μικράς Ασίας, αφού πολλά εργαλεία που βρέθηκαν στην Κύπρο είναι κατασκευασμένα από οψιανό λίθο, είδος πετρώματος που δεν υπάρχει στο νησί και που συνεπώς, θα πρέπει να εισαγόταν.(Και η νήσος Μήλος έχει οψιδιανό)

Σταυρόσχημο λίθινο ειδώλιο διπλών γυναικείων μορφών Επαρχία Πάφου

Την Ακεραμεική περίοδο διαδέχθηκε η Πρωτοκεραμεική περίοδος (Νεολιθική ΙΒ, 5310-4500 π.Χ.), που αντιπροσωπεύεται βασικά από τους ανευρεθείς συνοικισμούς στα Δάλι-Αγρίδι, στο Τρουλλί (ανώτερα στρώματα), στον Άγιο Επίκτητο-Βρύση, και στην Φιλιά-Δράκο (κατώτερα στρώματα) .
Η σημαντική νέα εξέλιξη που είχε σημειωθεί, και που χάρισε και το χαρακτηρισμό της περιόδου ως Πρωτοκεραμεικής, ήταν η εμφάνιση των πρώτων ειδών κεραμικής δηλαδή η απόκτηση της γνώσης για τη χρήση του πηλού.
Η κεραμικής αυτή, που στο εξής εξελίσσεται, χαρακτηρίζει ως ένα μεγάλο βαθμό τη Νεολιθική ΙΙ περίοδο (4500-3900 π.Χ.), που εκπροσωπείται κυρίως από τους συνοικισμούς της Χοιροκοιτίας (ανώτερα στρώματα) της Σωτήρας, της Φιλιάς-Δράκος και της Καλαβασού Α’.

Κατά την περίοδο αυτή έχουμε τη λεγόμενη κτενιστή κεραμική, που ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του τρόπου της καλλιτεχνικής διακόσμησης των αγγείων: όταν τα πήλινα σκεύη κατασκευάζονταν και πριν ακόμη ψηθούν, με ένα εργαλείο που έμοιαζε με κτένι έξυναν την εξωτερική τους επιφάνεια αφαιρώντας έτσι τμήματα του καστανόχρωμου ή κοκκινόχρωμου αλειφώματός τους και δημιουργώντας διάκοσμο αποτελούμενο από πολλές παράλληλες ευθείες ή κυματιστές γραμμές.

Η εξέλιξη αυτή της κεραμικής τέχνης είναι χαρακτηριστική όσο και σημαντική, δεν ήταν όμως και η μόνη. Ανάλογες ήταν και οι εξελίξεις στους άλλους τομείς της καθημερινής ζωής.
Η αρχιτεκτονική των συνοικισμών, κυρίως στη Σωτήρα και στην Καλαβασό, παρουσιάζει σημαντικά νέα στοιχεία. Ακόμη νέα έθιμα παρουσιάζονται στην ταφή τι νεκρών και νέες εξελίξεις σε άλλους τομείς.
Οι κατοικίες, μάλιστα, στην Καλαβασό εντελώς διαφορετικές από τους λοιπούς συνοικισμούς, οδήγησαν στη διατύπωση της θεωρίας ότι νέοι άποικοι είχαν φτάσει τότε στην Κύπρο κι είχαν εγκατασταθεί στο νησί (οι κατοικίες στην Καλαβασό θυμίζουν την αρχιτεκτονική των κατοικιών στην Beersheba της Παλαιστίνης) .

Αν πραγματικά είχε συμβεί νέα εγκατάσταση αποίκων στο νησί κατά την περίοδο αυτή, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί, εκτός από τη δική τους ιδιότυπη οικιακή αρχιτεκτονική, είχαν φέρει μαζί τους και τα δικά τους έθιμα, τις δικές τους αντιλήψεις και γνώσεις.

Τμήμα του νεολιθικού οικισμού Σωτήρας.Μερικές κατοικίες είναι κυκλικές ή ελλειψοειδής και άλλες έχουν σχήμα τετραπλεύρου με στρογγυλευμένες γωνίες.
Μερικές αποτελούν συνδυασμό ημικυκλικού σχήματος με τετράπλευρο. Ίσως τον οικισμό περιέβαλλε τείχος.

Ιδιοτυπίες παρουσιάζονται και στην αρχιτεκτονική του συνοικισμού της Σωτήρας, όπου παρατηρούνται και χωριστά ταφικά έθιμα (οι νεκροί θάβονταν σε ειδικούς χώρους, δηλαδή σε νεκροταφεία και όχι μέσα στις κατοικίες), πράγμα που και πάλι οδήγησε στη θεωρία για εγκατάσταση νέων αποίκων στην Κύπρο.

Σταυρόσχημο ειδώλιο από στεατίτη, 3500 π.Χ., Κυπριακό Μουσείο

Ο αρχιτεκτονικός τύπος της απλής κυκλικής και της διπλής κυκλικής κατοικίας που παρουσιάζεται κυρίως στο συνοικισμό της Χοιροκοιτίας, επαναλαμβάνεται στο συνοικισμό στην τοποθεσία Τέντα της Καλαβασού, εδώ όμως οι εξωτερικοί τοίχοι είναι πλινθόκτιστοι και οι εσωτερικοί λιθόκτιστοι. Μάλιστα οι εσωτερικοί τοίχοι είναι επενδυμένοι με στρώμα πηλού.
Ακόμη στη λεία επιφάνεια της εσωτερικής όψης ενός τοίχου βρέθηκαν ίχνη κόκκινου χρώματος, που στο σύνολό τους σχηματίζουν μια ανθρώπινη μορφή με ανυψωμένα χέρια.

Σχέδιο της αρχαιότερης τοιχογραφίας από την Καλαβασό – Τέντα (αρχές της έβδομης χιλιετίας π.Χ.)

Το ίδιο χρώμα επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία του τοίχου και δεν αποκλείεται η μορφή εκείνη ν’ αποτελούσε μέρος μιας μεγαλύτερης σύνθεσης. Αποτελεί, πάντως, το πρώτο δείγμα ζωγραφικής στην αρχαία Κύπρο, χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ. και είναι η αρχαιότερη τοιχογραφία στην ιστορία του Κυπριακού πολιτισμού. Τα κατάλοιπα ενός τμήματος λιθόκτιστου αμυντικού τοίχου στα νότια του συνοικισμού φανερώνουν ότι υπήρξαν και οχυρωματικά έργα.

Στο συνοικισμό της Σωτήρας μερικές κατοικίες είναι ακανόνιστες, κυκλικές ή ελλειψοειδείς, άλλες ακανόνιστες τετράγωνες ή τετράπλευρες με στρογγυλεμένα άκρα, ενώ άλλες συνδυάζουν το τετράπλευρο με το ημικυκλικό σχήμα. Τα θεμέλια και το κάτω μέρος των τοίχων ήταν κτισμένα με αργούς λίθους, ενώ το μέρος με πλίνθους ή καλάμια και ξύλα και με επένδυση από παχύ στρώμα πηλού. Σημαντικό στοιχείο είναι η υποδιαίρεση του εσωτερικού χώρου (στις μεγάλες καλύβες) σε μικρότερα δωμάτια.

Λάρνακα Καλαβασός – Τέντα

Ήδη, όπως έχει λεχθεί πιο πριν, από τα αρχαιότατα αυτά χρόνια υπήρχε επαφή μεταξύ των διαφόρων, κατάσπαρτων

Κισσόνεργα- Δοχεία μεγάλης χωρητικότητος από τον “Οίκο των Πίθων”

στο νησί, συνοικισμών και διεξαγόταν μεταξύ των κατοίκων τους κάποιο είδος «εμπορίου» με ανταλλαγή προϊόντων.

Πέρασαν, ωστόσο, πολλοί αιώνες μέχρι να ανακαλυφτεί και να γίνει κατορθωτή η εκμετάλλευση ενός από τα πιο σημαντικά στοιχεία που έκρυβε στα σπλάχνα της η κυπριακή γη: του χαλκού. Και επρόκειτο να διαβούν και άλλοι ακόμη αιώνες μέχρι να επιτευχθεί η εκμετάλλευση του προϊόντος αυτού σε πλήρη κλίμακα.

Ο χαλκός ήταν η μεγάλη κυπριακή ανακάλυψη που θα επισφράγιζε την τύχη του νησιού και θα προδιέγραφε την πορεία του στις χιλιετίες που θ’ ακολουθούσαν.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ανακάλυψη του μετάλλου αυτού έγινε τυχαία, όταν ο χαλκός, λιωμένος ίσως από κάποιες δασικές πυρκαγιές, είχε ελκύσει την περιέργεια και τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων της εποχής του Λίθου.
Από τη στιγμή όμως που ο προϊστορικός εκείνος άνθρωπος είχε πάρει για πρώτη φορά στα χέρια του και είχε εξετάσει με ενδιαφέρον το πρώτο ασύμμετρο και μαυρισμένο από τη φωτιά κομμάτι κυπριακού χαλκού, μέχρι την ώρα που αντιλήφτηκε ότι ήταν δυνατό να το επεξεργαστεί και να δημιουργήσει μ’ αυτό χρήσιμα αντικείμενα, μεσολάβησαν και πάλι αιώνες πολλοί.
Η μεταβατική αυτ

Το πήλινο ομοίωμα οικίας από την Κισσόνεργα- Πήλινο ομοίωμα οικίας που βρέθηκε στην Χαλκολιθική Κισσόνεργα και χρονολογείται στο 3.000 π.Χ. περίπου, παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την αρχιτεκτονική αλλά και για την εσωτερική διακόσμηση των οικιών της περιόδου.

ή περίοδος, από την ανακάλυψη του χαλκού μέχρι την εντατική εκμετάλλευσή του, καθορίζεται ως η Χαλκολιθική εποχή (3900-2500 π.Χ.) . Η εποχή αυτή στην ουσία αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα του ανθρώπου της Κύπρου προς την εξέλιξη και την ευημερία που ακολούθησαν την εγκατάλειψη της πέτρας.

Αντιπροσωπεύεται δε η εποχή από αρκετούς συνοικισμούς που έχουν βρεθεί και κυρίως από τους συνοικισμούς Ερήμη – Παμπούλα, Καλαβασός Β’ και Σουσκιού για την πρώτη περίοδο, αργότερα δε από τους συνοικισμούς Λέμπα – Λάκκοι, Κισσόνεργα -Μοσφύλια, Κισσόνεργα – Μηλούθκια, Φιλιά Β’, Αμπελικού – Άγιος Γεώργιος, Κυρά, Διόριος και Χρυσηλιού (περιοχή Μόρφου) .

ΔΕΙΤΕ : Στο χωριό Πύργος στην νότια Κύπρο ,το 2350 π Χ έως το 1850 π. Χ

Η ανθρώπινη εξέλιξη είναι αργή αλλά σταθερή και αποδεικνύεται από τα ποικίλα ευρήματα της εποχής αυτής, τόσο τα αμετακίνητα (συνοικισμοί, νεκροταφεία) όσο και τα κινητά.
Μεταξύ των κινητών αντικειμένων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλήθος σταυρόσχημα ανθρωπόμορφα ειδώλια που προέρχονται από τάφους στη Σουσκιού και άλλες περιοχές, τα περισσότερα κατασκευασμένα από γκρίζο ή πράσινο στεατίτη.

Περιδέραιο από τάφο στη Σουσκιού

Τα ειδώλια αυτά, από τα οποία τα μεγαλύτερα πιθανότατα χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές, είναι εξαίρετης τέχνης.
Μερικά παριστάνουν διπλή θεότητα, αρσενική και θηλυκή. Σημαντικά είναι και πολλά πήλινα ειδώλια, προερχόμενα από διάφορους χαλκολιθικούς συνοικισμούς.

Λέμπα-Κύπρος

Πέτρινοι επίσης φαλλοί, καθώς και ένα σημαντικό ειδώλιο γυμνής θεάς που βρέθηκε στη Λέμπα, σχετίζονται με τη διαδεδομένη λατρεία της θεάς της Γονιμότητας. Η θεά παρουσιάζεται σχηματοποιημένη στο ύψος 36 εκατοστομέτρων αγαλματίδιο της Λέμπας, απαντά όμως και σε αρκετά άλλα πήλινα ειδώλια που έχουν βρεθεί. Πρόκειται για τη θεά του νησιού που στο μέλλον θα εξελιχθεί και θα τιμηθεί ιδιαίτερα στην Κύπρο με το όνομα: Αφροδίτη.

«Η κυρά της Λέμπας» Μεγάλο ασβεστολιθικό γυναικείο ειδώλιο, που παριστάνει τη θεά της γονιμότητας από την Λέμπα της Πάφου -Ασβεστολίθινο αγαλμάτιο γυναίκας από τη Λέμπα 3η χιλιετία π.Χ

Πέρα από την οικιακή και ταφική αρχιτεκτονική, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κεραμική της εποχής, τομέας στον οποίο παρουσιάζονται τολμηρές καινοτομίες κυρίως σ’ ότι αφορά τα σχήματα των αγγείων και το διάκοσμό τους με κυρίαρχα τα γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα.
Η εξελικτική πορεία συνεχίζεται. Ο χαλκός, που έχει πλέον ανακαλυφτεί, χρησιμοποιείται ήδη σε περιορισμένη κλίμακα, αλλά θ’ αποτελέσει βασικότατο χαρακτηριστικό κατά την επόμενη φάση της κυπριακής προϊστορίας που, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι γνωστή ως η εποχή του Χαλκού.

Ο ΧΑΛΚΟΣ

Το εσωτερικό της ανακατασκευασμένης οικίας 1 στο Πειραματικό Χωριό της Χαλκολιθικής Λέμπας

Η εποχή του Χαλκού καθορίζεται από το 2500 μέχρι το 1050 π.Χ. και χωρίζεται σε τρεις κύριες υποδιαιρέσεις: στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.), στη Μέση εποχή του Χαλκού (1900-1650 π.Χ.) και στην Ύστερη εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.) .

Η Πρώιμη εποχή του Χαλκού, που επίσης διαχωρίζεται σε τρεις μικρότερες υποδιαιρέσεις, εκπροσωπείται κυρίως από τους συνοικισμούς της Φιλιάς, της Βασίλειας, της Μόρφου και της Χρυσηλιού (που βρίσκονται όλοι στη δυτική πεδιάδα), καθώς και της Αγίας Παρασκευής (Λευκωσία), της Κυράς, των Βουνών Α’, και της Σωτήρας. Λίγο μεταγενέστεροι είναι οι συνοικισμοί των Βουνών Β’, της Λαπήθου, της Καλαβασού, της Επισκοπής, της Λεμεσού, της Αυδήμου, της Λάρνακας, της Δένειας, καθώς και του Αγίου Σωζομένου, του Μαργί και του Κοτσιότη στην κεντρική Κύπρο.
Κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού αρχίζουν να αναπτύσσονται τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Καλοψίδα και η Έγκωμη. Η Έγκωμη φτάνει στην πλήρη ακμή της κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, που κι αυτή διαχωρίζεται σε έξι μικρότερες υποδιαιρέσεις.

Υδρία του Λευκόχριστου ρυθμού, Ύστερη χαλκοκρατία -16ος-13ος αιώνας π.Χ.

Κατά την τρίτη αυτή περίοδο της εποχής του Χαλκού αναπτύσσονται και αρκετές άλλες πόλεις που ιδρύονται από Αχαιούς αποίκους. Η άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της Κυπριακής προϊστορίας κι εκείνο ακριβώς το γεγονός που καθόρισε την όλη ιστορική πορεία του νησιού δια μέσου των αιώνων που ακολούθησαν.

Τάλαντο χαλκού με σύμβολο Κυπρομινωικής γραφής, βάρους 37,02 κιλών (Έγκωμη)

Από την αρχή της νέας και σημαντικής αυτής εποχής, δηλαδή από το 2500 π.Χ., έχουν ήδη αποκτηθεί αρκετές γνώσεις γύρω από τη συλλογή και την επεξεργασία του χαλκού, του οποίου θ’ αρχίσει σε λίγο και η εμπορία σε μεγάλη κλίμακα.

Πρόωρη Κυπριακή III περίοδος – 2000-1900 π.Χ.

Από την (άγνωστη) ονομασία του χαλκού στην «ετεοκυπριακή» γλώσσα, ίσως θα πάρει στη συνέχεια το νησί και την αρχαιότατη αλλά επικρατήσασα ονομασία Κύπρος και από την ονομασία αυτή θα παραχθεί και το όνομα του χαλκού σε αρκετές γλώσσες (cuprum, kupfer, cuiνre κλπ.) .

Μεταλλεία χαλκού . Κύπρος

Οι Κύπριοι θα αρχίσουν τώρα να σκάβουν με πάθος τη γη τους και από τις γαλαρίες των πλούσιων σε μετάλλευμα περιοχών των Σόλων, της Ταμασσού, της Καλαβασού, της Αμπελικού, της Λίμνης κ.ά., θα αρχίσουν να εξάγουν τον χαλκό.
Μπορούμε να φανταστούμε τους μακρινούς εκείνους προγόνους να ανοίγουν με πρωτόγονα μέσα χαμηλές γαλαρίες και με τόλμη να εισέρχονται βαθιά στα σπλάχνα της κυπριακής γης για να βρουν το πολύτιμο υλικό το οποίο μεγάλες ουρές εργατών μετέφεραν αδιάκοπα στην επιφάνεια μέσα σε πλεκτά καλάθια.
Μπορούμε να φανταστούμε τη σκληρή προσπάθεια και το μεγάλο κόπο, ακόμη και τα συχνά δυστυχήματα από την υποχώρηση των γαλαριών, που στη συνέχεια αντικαθίστανται από άλλες και άλλες, οι οποίες στηρίζονται κι ενισχύονται με κορμούς δέντρων.

Πρόχους από την Κύπρο 1900-1600 π.Χ. Πανομοιότυπη με τις Μινωϊκές και μυκηναϊκές ανάλογες The Cesnola Collection, – 1874–76 ΜΕΤ Ν Υόρκη

Επίσης, το κυριότερο πρόβλημα στα αρχαία εκείνα μεταλλεία ήταν το νερό: όταν οι γαλαρίες των προϊστορικών μεταλλωρύχων έφταναν σε επίπεδα όπου υπήρχαν υδροφόρα στρώματα, ή στρώματα γης διαπερατά από το νερό, τότε οι γαλαρίες πλημμύριζαν, η εργασία δεν μπορούσε να συνεχιστεί και το μεταλλείο εγκαταλειπόταν για να συνεχιστεί η δουλειά αλλού. Η άντληση μεγάλων ποσοτήτων ήταν αδύνατη, και το πρόβλημα αυτό υπήρχε και σ’ όλες τις μεταγενέστερες εποχές της Αρχαιότητας.

Αυτό το χάλκινο τρίποδο λέγεται ότι είναι από το Ιδαλίο, Ύστερη κυπριακή II ή III – 1450-1050 π.Χ.

Οι προϊστορικοί, λοιπόν, Κύπριοι έσκαβαν, ανακάλυπταν το χαλκό, τον επεξεργάζονταν και τον εμπορεύονταν. Κι όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι στρατιές των εργατών που σκάβουν στις βαθιές γαλαρίες. Η δουλειά είναι αποκλειστικά χειρωνακτική και ιδιαίτερα κουραστική.
Γύρω από τα μεταλλεία δημιουργούνται μικροί ή μεγαλύτεροι συνοικισμοί εργατών. Κοντά σ’ αυτούς γίνεται και η πρώτη επεξεργασία του χαλκού σε καμίνια που ανάβουν με τη χρησιμοποίηση της άφθονης ξυλείας. Είναι γνωστό από σχετικές αναφορές αρχαίων συγγραφέων, ότι κατά την Αρχαιότητα τα δάση ήταν πολύ πυκνά αλλά κι εκτεταμένα, κάλυπταν δε σχεδόν ολόκληρο το νησί φτάνοντας μέχρι χαμηλά στην κεντρική πεδιάδα. Έτσι, δεν υπήρχε ούτε το πρόβλημα της καύσιμης ύλης.
Μετά την πρώτη επιτόπια επεξεργασία του, ο χαλκός χυνόταν σε πρωτόγονα καλούπια και σχημάτιζε μακρόστενες πλάκες (σε διαστάσεις περίπου 70 Χ 40 εκατοστών) . Οι πλάκες αυτές μεταφέρονταν με αμάξια στα μεγάλα κέντρα επεξεργασίας ή και στα λιμάνια για εξαγωγή. Στα κέντρα επεξεργασίας του, δηλαδή στις πόλεις και στους διάφορους συνοικισμούς, τεχνίτες εργάζονταν επίσης αδιάκοπα μέσα σε σειρές από μικρά πετρόχτιστα εργαστήρια, αναπλάθοντας το πολύτιμο μέταλλο και κατασκευάζοντας απ’ αυτό ένα σωρό θαυμαστά αντικείμενα: ποικίλα οικιακά σκεύη, σπαθιά και άλλα όπλα, γεωργικά εργαλεία, κοσμήματα. Μια νέα εποχή, με πολλές προοπτικές αρχίζει.

Κίτιον.

Μεγάλο εμπορικό κέντρο στην ανατολική πεδιάδα (κοντύτερα προς τις χώρες της Ανατολής, δηλαδή την απέναντι της Κύπρου συροπαλαιστινιακή ακτή), γίνεται η Καλοψίδα. Θα ακολουθήσει η Έγκωμη, κι αργότερα θα εξελιχτεί σημαντικά το Κίτιον.

Γενικότερα, η εκμετάλλευση του χαλκού θα επιφέρει τον πλούτο και την ευημερία. Η ανάγκη δημιουργεί μεγάλη ζήτηση του προϊόντος και στις αγορές των γύρω χωρών.
Έτσι, πολύ σύντομα, αναπτύσσεται και το εξαγωγικό εμπόριο. Όμως το εμπόριο με άλλες χώρες σημαίνει ταυτόχρονα και επαφές με άλλους λαούς, που μοιραία θα έχουν σημαντικές πολιτιστικές και άλλες επιπτώσεις και θα διαδραματίσουν σοβαρό ρόλο στη διαμόρφωση του Κυπριακού πολιτισμού.
Όμως μετά το μεγάλο άλμα και το πέρασμα από την εποχή της Πέτρας στην εποχή του Χαλκού τα περιθώρια περαιτέρω εξέλιξης παραμένουν ευρύτατα. Η πείρα που αποκτήθηκε γύρω από την όλη υπόθεση του χαλκού επιδέχεται βελτιώσεις κι οδηγεί σε νέες ανακαλύψεις. Ο χαλκός από μόνος του δεν αποτελεί ανθεκτικό μέταλλο που να είναι δυνατό να χρησιμοποιείται με περισσότερες δυνατότητες.
…………………………

Στην Κύπρο βρέθηκαν: Το πιο πλήρες και αρχαιότερο ελαιοτριβείο στον κόσμο, το πιο αρχαίο εργαστήρι αρωμάτων στον κόσμο , την πλήρη σειρά των εργασιών χαλκού, το αρχαιότερο δωμάτιο για υφάσματα που να οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό κατακόρυφο αργαλειό και την αίθουσα κατεργασίας και τυποποίησης για το κρασί.
Αυτή η ανακάλυψη με βιομηχανικά στοιχεία δεν έχουν βρεθεί ποτέ όλα μαζί.-ΣΤΗΝ ΘΗΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΧΡΗΣΗΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΜΕΤΆΞΙ…ΤΟ 2000 Π.Χ……!!! ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΕΔΩ
…………………………

Ανακαλύφτηκε λοιπόν (κι η ανακάλυψη αυτή έγινε ίσως εκτός Κύπρου) πως όταν ο χαλκός αναμειχθεί με κασσίτερο, τότε δίνει ένα κράμα αρκετά στερεό και σκληρό που μπορεί να χρησιμεύει για πάρα πολλά πράγματα. Το κράμα αυτό λέγεται ορείχαλκος. Όμως κασσίτερος δεν υπήρχε στην Κύπρο κι αυτό αποτελούσε πρόβλημα, που τελικά λύθηκε με τις εμπορικές ανταλλαγές.
Η Κύπρος εξακολούθησε να εξάγει χαλκό σε μεγάλες ποσότητες αλλά άρχισε κιόλας να εισάγει κασσίτερο σε πολύ μικρότερες ποσότητες, επειδή για την παραγωγή ορείχαλκου η αναλογία κασσίτερου κυμαίνεται μόνο μέχρι και 14% περίπου. Έτσι, είναι φανερό ότι στις εμπορικές αυτές πράξεις η Κύπρος είχε τεράστια κέρδη.
Η ευμάρεια που ακολούθησε αντικατοπτρίζεται και στον εντυπωσιακό πλούτο των κτερισμάτων που προέρχονται από τους τάφους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού. Τα κτερίσματα αυτά αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και τις πυκνές επαφές της Κύπρου με τις γύρω απ’ αυτήν κοντινές ακτές αλλά και τις μακρινότερες ακόμη, όπως η Αίγυπτος, η Κρήτη και το Αιγαίο πέλαγος.
Διάφορα από τα αντικείμενα που βρίσκονται στους τάφους, είχαν εισαχθεί στην Κύπρο από τις γύρω χώρες κι αυτό σημαίνει ότι οι Κύπριοι όταν απέκτησαν τον πλούτο εξαιτίας των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, αγόραζαν και πολλά ξένα πράγματα (ακριβά και φθηνά) για τις ανάγκες τους.

Δύο τεράστιοι πέλεκυς που έγιναν με Κυπριακά μεταλλεύματα ,ένα τσεκούρι του τύπου Valsømagle, που χρονολογείται στο 1600-1500 π.Χ. και ένα τσεκούρι του τύπου Fårdup, που χρονολογείται στο 1600-1500 π.Χ και βρέθηκαν στην Σουηδία 2015-16

Ο χαλκός όμως δεν επισκίασε τα πάντα. Πολλοί Κύπριοι ασχολούνταν βέβαια με την ανόρυξη, την επεξεργασία και την εμπορία του.

Κύπρος Λευκωσία -Αγ Παρασκευή (;) Πήλινο ειδώλιο λίκνο βρέφους 1900-1600 π.Χ. ΜΕΤ
The Cesnola Collection, περιγραφή του ιδίου το 1874–76

Όμως παράλληλα ο γεωργός εξακολουθούσε να καλλιεργεί, όχι χωρίς προβλήματα τα χωράφια, ο κτηνοτρόφος να φροντίζει και να εκμεταλλεύεται τα ζώα του, ο αγγειοπλάστης να εργάζεται με δεξιοτεχνία και να δημιουργεί νέα κι ενδιαφέροντα αντικείμενα, σε μια μεγάλη ποικιλία ειδών, σχημάτων και διακόσμου, ο υφαντής να κατασκευάζει ωραία υφαντά, και όλοι να βρίσκονται υπό την επίδραση μιας θρησκείας στην οποία κυριαρχούν ξόανα και σύμβολα (όπως ταύροι και φίδια) και η οποία ασφαλώς θα αποτελούσε κράμα πρωτόγονων αντιλήψεων για τη Γονιμότητα τη Ζωή και το Θάνατο, εμπλουτισμένη με ποικίλες προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Ιεροτελεστίες και μυστήρια για τους μυημένους γίνονταν επίσης.

Άγιος Σωζόμενος

Το πλήθος των χάλκινων όπλων που απαντά στους τάφους της εποχής ίσως να σημαίνει ότι υπήρξαν πολεμικές συγκρούσεις. Εξάλλου τα διάφορα φρούρια που κτίστηκαν σε διάφορα μέρη του νησιού κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού (όπως τα φρούρια Νιτοβίκλας στην Καρπασία, Αγίου Σωζομένου στην κεντρική Κύπρο κοντά στο Δάλι, και Κρηνιού, κοντά στη βόρεια ακτή) φανερώνουν μια κατάσταση επιφυλακής. Εξάλλου, σε νεκροταφεία στο βόρειο τμήμα του νησιού βρέθηκαν ίχνη από ομαδικές ταφές και οι θάνατοι αν δεν οφείλονταν σε επιδημίες, τότε θα πρέπει να προήλθαν από αναταραχή που οδήγησε σε πολεμικές συγκρούσεις.

Το κάστρο της Νιτοβίκλας σε αναπαράσταση

Η περίοδος πάντως αυτή συμπίπτει με επιδρομές των Υκσώς, κουρσάρων από την Ανατολή, όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτοί είχαν καταλάβει κάποιο τμήμα του νησιού.
Ο χαλκός πρόσφερε και προοπτικές απασχόλησης. Στην αρχιτεκτονική φρουρίων όπως εκείνο της Νιτοβίκλας, στην αρχιτεκτονική των τάφων μερικών νεκροταφείων και σε άλλα αρχαία ευρήματα, απαντούν στοιχεία συγγενικά με αντίστοιχες κατασκευές γειτονικών χωρών. Έτσι, οδηγούμαστε και πάλι στη θεωρία ότι κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού νέοι άποικοι είχαν φτάσει κι είχαν εγκατασταθεί σε διάφορες περιοχές του νησιού. Μήπως η κατάσταση επιφυλακής σχετιζόταν με τις αφίξεις αυτές; Μήπως με την άφιξη των πιθανών αποίκων σχετίζονται και οι αυξημένοι θάνατοι; Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.

Πινακίδα από πηλό με κυπρομινωική γραφή, από την Έγκωμη

Είτε όμως εγκαταστάθηκαν νέοι άποικοι στην Κύπρο, (βίαια ή ειρηνικά), είτε όχι, πάντως οι πυκνές εμπορικές και άλλες επαφές της Κύπρου με τις γειτονικές της χώρες συνεχίζονται αδιάκοπες. Ένα από τα πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν τις επαφές αυτές είναι η εισαγωγή στην Κύπρο, γύρω στα τέλη του 16ου π.Χ. αιώνα, ενός συστήματος γραφής που συγγενεύει με τη Γραμμική Α’ γραφή της Κρήτης, και που είναι γνωστή ως Κυπρομινωική γραφή. Τέτοια δείγματα Κυπρομινωικής γραφής βρέθηκαν στην Έγκωμη, χαραγμένα σε πήλινες πινακίδες, όμως παρ’ όλες τις προσπάθειες, η γραφή αυτή δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί.

Δηλαδή οι Κύπριοι με τούς Μινωίτες δημιούργησαν μια νέα γραφή .Απλά μπορούμε να φανταστούμε το μέγεθος των συνδιαλλαγών αλλά και της πολιτισμικής συνάφειας, σύμπνοιας και αδελφικής διάθεσης που πρέπει να είχαν οι Κύπριοι με τους Κρήτες. Πράγμα που σημαίνει πολλά χρόνια πριν επαφές αδελφικής αν όχι συγγενικής μορφής .Με αυτόν περίπου τον τρόπο έγινε η «κατάκτηση» της μινωικής Κρήτης από τους Μυκηναίους με την συνέχεια του πολιτισμού και των στοιχείων του ενός με τον άλλον .

Μυκηναϊκός αμφοροειδής κρατήρας από τάφο της Εγκώμης

Η Έγκωμη είναι πια, κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, το μεγάλο εμπορικό κέντρο της Κύπρου που εκμεταλλεύεται κυρίως το χαλκό. Αυτό το χαλκό που θα ελκύσει και τους εμπόρους των Μυκηνών, από τη μακρινή Πελοπόννησο, να επεκτείνουν τις εμπορικές δραστηριότητές τους μέχρι την Κύπρο.

Η εμπορία του χαλκού θα ήταν, ασφαλώς, βασικότατη για τους Μυκηναίους, που θα τροφοδοτούσαν τους τεχνίτες στην πατρίδα τους με την πολύτιμη αυτή πρώτη ύλη στην κατασκευή αντικειμένων περιζήτητων μεταξύ των φιλοπόλεμων Αχαιών: σπαθιά κι ακόντια, ασπίδες, θώρακες και περικεφαλαίες.

Η Κύπρος, πιθανότατα ως ενιαίο βασίλειο, είναι γνωστή με την ονομασία Αλάσια ή και Άσυ, επεκτείνει δε τις στενές της σχέσεις μέχρι την Αίγυπτο, διατηρώντας επαφή και με τους ίδιους τους Φαραώ.
Εκείνοι όμως που θα επιδράσουν ριζικά πάνω στην Κύπρο και θα διαμορφώσουν τελεσίδικα το χαρακτήρα της, δε θα είναι ούτε οι κοντινοί λαοί της Συρίας και της Παλαιστίνης, ούτε οι γείτονες της Μικράς Ασίας, ούτε οι Κρήτες έμποροι, ούτε οι Φαραώ της αξιοθαύμαστης αρχαίας Αιγύπτου.
Θα είναι οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές αλλά και δημιουργοί ενός από τους πιο αξιόλογους αρχαίους πολιτισμούς, οι κάτοικοι της Πελοποννήσου, οι Μυκηναίοι, γνωστοί στα Ομηρικά έπη και ως Αχαιοί.

ΟΙ ΑΧΑΙΟΙ

Σημαντικές πόλεις είχαν ήδη γνωρίσει ακμή στο νησί, κι όλες ήταν παραθαλάσσιες γιατί έτσι εξυπηρετούνταν οι εμπορικές τους δραστηριότητες με τον έξω κόσμο: η Έγκωμη στην ανατολική ακτή, η Λάπηθος στη βόρεια ακτή, η Παλαίπαφος στη νοτιοδυτική ακτή, δύο πόλεις στις δύο πλευρές της αλυκής της Λάρνακας στη νοτιοανατολική ακτή, κι ίσως κι άλλες.
Σε τέτοιες παραθαλάσσιες πόλεις έφτασαν κι εγκαταστάθηκαν Μυκηναίοι έμποροι ήδη από το 14ο π.Χ. αιώνα, δηλαδή κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού.

Η περίοδος κατά την οποία εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο έμποροι από τις Μυκήνες συμπίπτει χρονολογικά με την εξασθένηση του Μινωικού πολιτισμού της Κρήτης, την ακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού και την επικράτηση των Μυκηναίων στο χώρο του Αιγαίου πελάγους.

Μπρούντζινο αγαλματάκι πολεμιστή θεού που πατά σε τάλαντο (Εγκώμη)

Στα Ομηρικά Έπη το όνομα Αχαιοί χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει όλες τις ελληνικές φυλές που είχαν πάρει μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Το ίδιο και τα ονόματα Αργείοι και Δαναοί.
Όμως οι Αχαιοί είναι μια μόνο από τις ελληνικές φυλές, απόγονοι, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, του Αχαιού, γιου του Ξούθου και εγγονού του Έλληνα.
Από το γενάρχη τους Αχαιό πήραν και το όνομά τους. Ωστόσο γλωσσολογικά πιστεύεται πως το όνομά τους σήμαινε Λαός των Ποταμών.
Κατά την Προϊστορική περίοδο, γύρω στο 2000 ή 1900 π.Χ., οι Αχαιοί κατέβηκαν στον νότιο ελλαδικό χώρο από τα βόρεια. Το πρώτο κύμα εσωτερικών μεταναστών, οι Πρωτοαχαιοί, αφομοιώθηκε από τους νότιους Έλληνες. Λίγο αργότερα οι Αχαιοί εσωτερικοί μετανάστες αφομοίωσαν τους Πελασγούς που προϋπήρχαν στον ελλαδικό χώρο κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία.
Τελικά συμπτύχθηκαν, κυρίως στην Πελοπόννησο, όπου ίδρυσαν ισχυρά και πλούσια κράτη με πιο σημαντική την Αργολίδα με κέντρο τις Μυκήνες. Δημιούργησαν έναν από τους αξιολογότερους πολιτισμούς, τον ονομάζουμε εμείς Μυκηναϊκό Πολιτισμό. Ήρθαν σε σύγκρουση με τους νότιους Έλληνες Κρήτες, πάνω στους οποίους επιβλήθηκαν αλλά και αφομοιώθηκαν γύρω στο 1400 π.Χ., όμως θαύμαζαν το μεγάλο Κρητικό Πολιτισμό από τον οποίο πήραν πολλά στοιχεία και φυσικά την συνέχεια του.
Οι Αχαιοί απέκτησαν σημαντική ναυτική δύναμη και επέβαλαν την κυριαρχία τους στο Αιγαίο, θεωρούνται δε απ’ τους πρωτοπόρους λαούς της μετανάστευσης. Ξαπλώθηκαν στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, τον Εύξεινο Πόντο αλλά και σύμφωνα με ευρήματα στα ενδότερα της Ευρωπαϊκής ηπείρου και κατέβηκαν μέχρι την Κύπρο την οποία ουσιαστικά κατέλαβαν και, δυτικά, έφτασαν μέχρι την Ιταλία (κόλπος του Τάραντα) ΔΕΙΤΕ .Ο ΚΡΗΤΟΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΒΗΡΙΚΗ




Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, τα δύο μνημειώδη και καθοριστικά Ομηρικά Έπη μπορούν να θεωρηθούν ως τα κορυφαία πνευματικά δημιουργήματα του πολιτισμού τους. Ο ίδιος ο Τρωικός πόλεμος, τον οποίο διεξήγαγαν επικεφαλείς των Ελλήνων, είναι ένα από τα κατορθώματά τους.
Η μετακίνηση των Ελλήνων Δωριέων, καθώς και άλλων ελληνικών φύλων, από το βορρά προς το νότο, αποτέλεσε αποφασιστικό πλήγμα για τον πολιτισμό τους.
Οι Δωριείς, ισχυρότεροι και οπλισμένοι με σιδερένια όπλα, ανάγκασαν μέρος των Αχαιών να μετακινηθεί.
Με αρχηγό τον Τισαμενό, γιο του Ορέστη, κατέφυγαν στην περιοχή της σημερινής Αχαΐας, εκδίωξαν τους Ίωνες (που πήγαν στην Αττική) και οργανώθηκαν σε μια συμμαχία 12 πόλεων. Άλλες ομάδες Αχαιών εγκαταστάθηκαν σε νησιά (Λέσβος, Τένεδος κ.α.) στα Μικρασιατικά παράλια και σε άλλα μέρη. Ακόμη, ομάδες Αχαιών και Αρκάδων πήγαν στην Κρήτη, ενώ αποίκησαν και στην Κύπρο. Έτσι ή μετακίνηση και η επιβολή των Δωριέων σήμανε και το «τέλος» του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Ο αποικισμός της Κύπρου: Το όλο, όσο και σημαντικότατο, για την Κύπρο ζήτημα του αποικισμού της από τους Αχαιούς είναι πολυσυζητημένο, εκφράστηκαν δε κατά καιρούς πολλές απόψεις από επιστήμονες. Γίνεται αποδεκτό ότι το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα Αχαιών προς την Κύπρο πραγματοποιήθηκε μετά την μετακίνηση των Δωριέων και ήταν αποτέλεσμά της, αφού οι τελευταίοι εκδίωξαν τους Αχαιούς. Ωστόσο επαρκείς μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι Αχαιοί άποικοι είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο και πιο πριν.Φυσικό είναι διότι γνώριζαν ήδη τον χώρο που μετανάστευαν.

Το κυπριακό συλλαβικό αλφάβητο. Στην πρώτη σειρά βρίσκονται τα φωνήεντα που μόνα τους αποτελούν χωριστές συλλαβές. Στις υπόλοιπες, οι συλλαβές που σχηματίζονται με την προσθήκη συμφώνου και φωνήεντος.

Στενές σχέσεις των Αχαιών με την Κύπρο αναφέρονται στην εποχή αμέσως πριν την έναρξη του Τρωικού πολέμου. Στην Ιλιάδα του Ομήρου για παράδειγμα βρίσκουμε αναφορά σε σχέσεις του Κυπρίου βασιλιά Κινύρα με τον αρχηγό των Μυκηναίων-Αχαιών Αγαμέμνονα. Η Παλαίπαφος ευημερούσε ήδη τότε, ευρισκόμενη στη νοτιοδυτική Κύπρο κι όχι μακριά από τη θάλασσα.
Ο μυθικός βασιλιάς της (και ίσως βασιλιάς ολόκληρης της Κύπρου) Κινύρας, είχε στείλει δώρο στον αρχηγό των Ελλήνων Αγαμέμνονα ένα θαυμάσιο θώρακα που τον περιγράφει ο Όμηρος (Ιλιάς, Λ 15-28) :…Κι εβόησε των Αχαιών ν’ αρματωθούν ο Ατρείδης και με χαλκόν αστραφτερό ο ίδιος οπλιζόταν. Τα σκέλη πρώτα με λαμπρές κνημίδες έζωσε όλα οπού εθηλυκώνονταν με ολάργυρες περόνες. Το στήθος σκέπασε έπειτα με θώρακα οπού δώρο φιλοξενίας άλλοτε του έδωσε ο Κινύρας, ότι το μέγα άκουσμα στην Κύπρο είχε φθάσει πως αρμένιζαν οι Αχαιοί ν’ ανέβουν εις την Τροία. όθεν εφιλοδώρησε αυτός τον βασιλέα και δώδεκα είχε ο θώρακας κλωστές από χρυσάφι, δέκα από μαύρον χάλυβα κι είκοσι κασσιτέρου, και δράκοντες χαλυβικοί τρεις από κάθε μέρος ως τον λαιμό απλώνονταν, ως Ίριδες, που ο Δίας σταίνει στα νέφη φοβερό σημάδι στους ανθρώπους…
Το ακριβό δώρο του Κύπριου βασιλιά, αντάξιο του αρχιστράτηγου των Ελλήνων, δε φανερώνει μόνο τις συνθήκες ευημερίας του νησιού. Φανερώνει και τη στενή επαφή μεταξύ Μυκηναίων και Κυπρίων ήδη πριν από τον Τρωικό πόλεμο αλλά εμπεριέχει και συμβολισμό.
Η αναφορά επίσης του Ομήρου ότι «ο Αγαμέμνονας με χαλκόν αστραφτερό οπλιζόταν», παραπέμπει στο τόσο σημαντικό μέταλλο της κυπριακής γης, αφού συνδέεται με το πολύτιμο δώρο που του είχε έρθει από την Κύπρο.

Το Μαα-Παλαίκαστρο ήταν σε θέση να παράσχει την ασφάλεια και την προστασία των εποίκων: από τους κόλπους η πλαγιές της είναι υψηλές, απότομες και απόκρημνες, και από τη θάλασσα επίσης απότομα, αλλά πιο ήπια προς τα κάτω στο νερό.
Ο στενός ισθμός μεταξύ της ηπειρωτικής χώρας και της χερσονήσου ήταν εύκολο να μπλοκάρει το ισχυρό τείχος. Το μήκος του τοιχώματος απλώνεται έως 70 μέτρα, και στο κάτω μέρος ήταν 3,5 μ πάχους στα ανοίγματα και στον τοίχο ήταν 4 μέτρα από το εξωτερικό τοίχωμα είναι κατασκευασμένο από μεγάλους ακατέργαστους ογκόλιθους ,με τον «κυκλώπειο» μυκηναϊκό τρόπο δηλαδή .

Την αναμφισβήτητη εγκατάσταση Αχαιών στην Κύπρο και την ειρηνική επιβολή στο ντόπιο στοιχείο, τους λεγόμενους «Ετεοκυπρίους», αποδεικνύουν πολλές μαρτυρίες από αρχαιολογικά ευρήματα, φιλολογικές πηγές, γλωσσολογικές ομοιότητες, μύθους, παραδόσεις και λατρείες.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι επαφές της Κύπρου με την Κρήτη και το Αιγαίο πραγματοποιούνται τουλάχιστον από το 2000 π.Χ. περίπου ή και πριν.
Μεταξύ 1400 και 1300 π.Χ., οπότε οι Μυκηναίοι επιβλήθηκαν στους Κρήτες και κυριάρχησαν στο Αιγαίο, στην Κύπρο ανθούσε μια σημαντική αλλά κερδοφόρα «βιομηχανία», η εκμετάλλευση του χαλκού.

-Η πόλη της Καλαβασού-Άγιος Δημήτριος όπως είναι τώρα

-Η πόλη της Καλαβασού-Άγιος Δημήτριος όπως είναι τώρα

Οπτική απόδοση του αρχαιολογικού χώρου της Καλαβασού-Άγιος Δημήτριος
Από το 1650-1100 π.Χ., Η Κύπρος έγινε ένα σημαντικό κέντρο εμπορίου και προμηθευτής του χαλκού, ένας πόρος σε μεγάλη ζήτηση ως το κύριο μέταλλο που απαιτείται για την εποχή . Αυτό οδήγησε σε μια ισχυρή, ελίτ και η πόλη της Καλαβασού-Άγιος Δημήτριος δημιουργούνται, με μεγάλες οικίες , τάφους και μνημειώδη κτήρια…. Ο σχεδιασμός της πόλης έγινε με στόχο την ανάδειξη της ισχύος αυτών των ελίτ.

Ήταν φυσικό, η εμπορία του πολύτιμου μετάλλου που εξορυσσόταν, γινόταν αντικείμενο επεξεργασίας στο νησί και εξαγόταν στις γύρω χώρες, να ελκύσει την κυρίαρχη πια δύναμη μεταξύ των Ελλήνων, οι Μυκηναίοι. Έτσι την εποχή αυτή Μυκηναίοι έμποροι έφτασαν στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν κυρίως στα εμπορικά κέντρα που υπήρχαν στα ανατολικά και στα νότια παράλια του νησιού.
Οι Μυκηναίοι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο δε φαίνεται να ασχολήθηκαν αποκλειστικά και μόνο με την εμπορία του χαλκού. Αντίθετα, με βάση τους την Κύπρο, επέκτειναν τις εμπορικές τους δραστηριότητες και στις χώρες της Εγγύς Ανατολής.
Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι μαζί με τους Μυκηναίους εμπόρους είχαν έρθει κι εγκατασταθεί στην Κύπρο και τεχνίτες από την Αργολίδα της Πελοποννήσου.

Κυπριακό αλαβάστρινο δοχείο 1600–1050 π.Χ ΜΕΤ Ν Υόρκης από την The Cesnola Collection, περιγραφή του ιδίου το 1874–76

Ίσως ήταν προτιμότερη η κατασκευή εμπορεύσιμων στην Ανατολή αντικειμένων εδώ στην Κύπρο, παρά η μεταφορά τους από τη μακρινή Πελοπόννησο, μια μεταφορά που συνεπαγόταν αρκετούς θαλασσινούς κινδύνους με απώλειες και ζημιές.
Η πληθώρα μυκηναϊκών αγγείων και άλλων ειδών που βρίσκονται στην Κύπρο, καθώς και των κυπριακής κατασκευής αντικειμένων με ζωηρή την επίδραση μυκηναϊκών και αιγαιακών στοιχείων που μάλιστα αναμειγνύονται και με κυπριακά, καθιστά σχεδόν βέβαιη την υπόθεση για την άφιξη κι εγκατάσταση στην Κύπρο Μυκηναίων τεχνιτών, που ασκούν τώρα στο νησί τις τέχνες τους. Μεταξύ του τεράστιου αριθμού μυκηναϊκών αγγείων που απαντώνται τώρα στην Κύπρο, προσφιλέστερα είναι τα αγγεία ζωγραφικού ρυθμού, με παραστάσεις κυρίως αρμάτων, ζώων και πουλιών.

Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ 1300-1230 π.Χ. Μυκηναϊκό ,βρέθηκε στην Κύπρο .Μεγάλοι αριθμοί από μυκηναϊκά αγγεία άρχισαν να κατακλύζουν την κυπριακή αγορά στις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα π.Χ., ίσως ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Αργολίδας, μια περιοχή στην Πελοπόννησο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο κρατήρας ήταν μια δημοφιλής μορφή από τα μυκηναϊκά αγγεία, που βρέθηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε τάφους στην Κύπρο.

Παράλληλα υπάρχει και η θεωρία ότι τα πολλά μυκηναϊκά αγγεία, παρά το μεγάλο αριθμό τους, κατασκευάζονταν στην Πελοπόννησο και μεταφέρονταν στην Κύπρο, απ’ όπου γινόταν η εμπορία τους στις γύρω χώρες.

Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ: 1375-1350 π.Χ. βρέθηκε στην Κύπρο Η σκηνή που απεικονίζεται στις δύο πλευρές του κρατήρα ακολουθεί την παράδοση του μυκηναϊκού τύπου απόδοσης παραστάσεις άρματος από τις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα π.Χ.Αρκετοί μελετητές έχουν προτείνει ότι οι Κύπριοι συμμετείχαν στη δημιουργία του μυκηναϊκού εικονογραφικού ύφους. Αυτή η θεωρία βασίζεται στον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό τέτοιων αγγείων που βρέθηκαν στο νησί και την ακτή της Λεβαντίνης. Πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, ωστόσο, απέδειξαν ότι ο πηλός που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των αγγείων προέρχεται από την Αργολίδα στην ελληνική Πελοπόννησο. Παρ ‘όλα αυτά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μυκηναίοι αγγειοπλάστες που εργάζονται στην Κύπρο έκαναν μερικά από τα αγγεία, ιδιαίτερα εκείνων που προέρχονται από τον δέκατο τρίτο αιώνα π.Χ.

Αλλά είτε κατασκευάζονταν στην Κύπρο τα αγγεία αυτά από εγκατεστημένους στο νησί Μυκηναίους τεχνίτες, είτε μεταφέρονταν εδώ από Μυκηναίους εμπόρους, το γεγονός των στενών και πυκνών εμπορικών σχέσεων των Αχαιών με την Κύπρο παραμένει. Και βέβαια οι εμπορικές αυτές σχέσεις δεν ήταν δυνατό να μη συνοδεύονται και από άλλες ή να επηρεάζουν άλλες σχέσεις, όπως πολιτικές και πολιτιστικές.
Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η άφιξη και εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο, και κυρίως στην Έγκωμη, στο Κίτιον, στην Παλαίπαφο, στην Αθηένου κ.α., πραγματοποιήθηκε σε μία εποχή κατά την οποία και άλλοι λαοί (Χετταίοι, Αιγύπτιοι) εποφθαλμιούσαν το νησί, που δέχτηκε και επιδρομές. Αυτή την περίοδο αναφέρονται επιδρομές θαλασσινού λαού, των Υκσώς, στην Κύπρο.
Οι Υκσώς, που λυμαίνονταν την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, κατατροπώθηκαν τελικά από τους Αιγυπτίους κι επικράτησαν συνθήκες ασφαλέστερης διεξαγωγής του εμπορίου μεταξύ της Κύπρου και των γειτονικών της χωρών. Ίσως η ευεργεσία αυτή των Αιγυπτίων να ήταν που εκφράστηκε με την καταβολή από τη μεριά της Κύπρου κάποιου είδους φόρου, πληρωμένου στην Αίγυπτο με τάλαντα χαλκο

Μάα-Παλαιόκαστρο

ύ, όπως προκύπτει από τις πινακίδες της Τελ ελ Αμάρνα που περιέχουν αλληλογραφία μεταξύ του (άγνωστου) βασιλιά της Αλασίας (Κύπρου) και του Φαραώ Ακενατόν.

Εκτός όμως από τους Υκσώς, σε πινακίδες της Τελ ελ Αμάρνα και του Μπογκάζκιοϊ (Μικρά Ασία) υπάρχουν αναφορές και για επιδρομές κατά της Κύπρου των Λούκι, προερχομένων από τη Μικρά Ασία, κατά τις αρχές του 14ου π.Χ. αιώνα.
Κάποιοι ερευνητές ταυτίζουν τους αρχαίου Λύκιους με τους Lukka – Lukki των χετταιϊκών κειμένων. Σύμφωνα με αυτά τα κείμενα οι Λύκιοι σαν σύμμαχοι των Χετταίων πήραν μέρος στη μάχη του Καντές .
Ακόμη, στις πινακίδες του Μπογκάζκιοϊ υπάρχει και αναφορά για υποταγή της Κύπρου στους Χετταίους.
Δεν υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις για μια τέτοια υποταγή και η σχετική αναφορά είναι, πιθανότατα, μια από τις συχνές σε ανατολικά κείμενα κομπαστικές εκφράσεις για μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες, που όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τα κτερίσματα, πάντως, που προέρχονται από τους τάφους της εποχής αυτής της Ύστερης Χαλκοκρατίας, περιλαμβάνουν πολλά μυκηναϊκά αγγεία, χρυσά κοσμήματα, αντικείμενα από αλάβαστρο και φαγεντιανή σκαραβαίους, σφραγιδοκύλινδρους, μέχρι και αυγά στρουθοκαμήλων και άλλα εξωτικά είδη που εισάγονταν, αποδεικνύουν δε τον πλούτο και την ευμάρεια που χαρακτήριζε μια, τουλάχιστον, τάξη του πληθυσμού, εκείνη των εμπόρων.

Το Μάα-Παλαιόκαστρο ήδη από το 1150 π.Χ. ο οικισμός εγκαταλείφθηκε οριστικά για άγνωστους λόγους

Οι έμποροι από τις Μυκήνες προχώρησαν σταδιακά και στα ενδότερα του νησιού, και φαίνεται ότι είχαν εγκατασταθεί και σε περιοχές όπως η Σίντα, η Αθηένου, ακόμη και η Λευκωσία. Σε αρκετές από τις περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν, και παρά το γεγονός ότι ήταν έμποροι, επηρέασαν τους ντόπιους πληθυσμούς με τις γνώσεις και την πείρα τους και σε τομείς όπως ο στρατιωτικός. Έτσι, σε χώρους όπως η Έγκωμη, το Κίτιον, η Σίντα και η Μάα-Παλαιόκαστρο (στην Πάφο), βλέπουμε να κτίζονται «κυκλώπεια» τείχη.
Οι σχέσεις των Μυκηναίων εμπόρων και, ίσως, και άλλων που ζούσαν κι εργάζονταν στην Κύπρο, με τον ντόπιο πληθυσμό φαίνεται να ήταν όχι μόνο αρμονικές αλλά και στενότερες ακόμη, κι αντικατοπτρίζονται και στις γενικότερες σχέσεις της Κύπρου με τις Μυκήνες, που κι αυτές εκφράζονται με το πολύτιμο δώρο που ο βασιλιάς της Κύπρου Κινύρας – χάρισε στον αρχηγό των Μυκηναίων – και όλων των Ελλήνων – Αγαμέμνονα, τις παραμονές της εκστρατείας στην Τροία, γεγονός που υπογραμμίζεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, κι έχει αναφερθεί πιο πάνω.

Τρίποδας από χαλκό- Κύπρος Ύστερη Εποχή του Χαλκού 1250-1050 π.Χ.
Ο χάλκινος τρίποδας που ξεχωρίζει από την Κύπρος αποτελεί ένα από τα ωραιότερα έργα δείγμα μεταλλοτεχνίας που παράγεται στην ανατολική Μεσόγειο κατά το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Θαυμαστές του ελληνικού αιγαιακού τύπου , του οποίου οι Κύπριοι τα πρωτότυπα μιμήθηκαν και κατά την πρώτη χιλιετία π.Χ. Η διακόσμηση σε αυτό το τρίποδο δείχνει ένα μείγμα από στοιχεία μυκηναϊκής ελληνικής και της Εγγύς Ανατολής. Τρίποδες, όπως αυτός, έχουν μια ευρεία διανομή, αφού έχουν βρεθεί σε Κύπρος, Κρήτη και τις Κυκλάδες, καθώς και στην ηπειρωτική Ελλάδα, τη Σαρδηνία και την Ιταλία. Οι επισκευές που έγιναν στο χείλος κατά την αρχαιότητα είναι μια ένδειξη ότι ήταν ένα προσφιλής αντικείμενο που μπορεί να έχει περάσει από τη μια γενιά στην άλλη.

Ο μαζικός, κατά αλλεπάλληλα κύματα, αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς συνδέθηκε στις αρχαίες παραδόσεις με το τέλος του Τρωικού πολέμου και τις περιπλανήσεις των Ομηρικών ηρώων που επέστρεφαν μαζί με τους πολεμιστές, τους σκλάβους και τα λάφυρά τους, από την πυρπολημένη και λεηλατημένη Τροία. Ωστόσο θεωρείται σήμερα βέβαιο ότι ο αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς (όπως κι ο αποικισμός από τους ίδιους των ακτών της Μικράς Ασίας καθώς και άλλων περιοχών) οφείλεται σε εκτοπισμό τους από τους ισχυρότερους Δωριείς μετά την μετακίνηση των τελευταίων μέχρι την Πελοπόννησο.

Κεφαλή ανδρός Κύπρος

Στις αρχαίες παραδόσεις, όμως, που διασώζονται από αρχαίους συγγραφείς, οι επώνυμοι Έλληνες ιδρυτές των κυπριακών πόλεων-βασιλείων ήταν ήρωες του Τρωικού πολέμου: Ο Τεύκρος, από το νησί της Σαλαμίνας, διωγμένος από τον πατέρα του Τελαμώνα, ίδρυσε στην Κύπρο την ένδοξη Σαλαμίνα.
Ο Αγαπήνωρ, από την Αρκαδία της Πελοποννήσου, ήρθε στην Κύπρο εξαιτίας μιας θαλασσοταραχής και έκτισε τη Νέα Πάφο.
Ο Χαλκάνωρ, ή Χαλκήνωρ, υπήρξε ο οικιστής του Ιδαλίου.
Ο Πράξανδρος, από τη Λακωνία, ίδρυσε τη Λάπηθο.
Ο Δημοφών έκτισε την Αίπεια, κοντά στους Σόλους.
Ο Χύτρος έδωσε το όνομά του στην πόλη Χύτροι.
Οι Αργείοι ίδρυσαν την Ασίνη, πόλη με το ίδιο όνομα σημαντικής πόλης στην Αργολίδα της Πελοποννήσου.
Ακόμη αναφέρεται ο Ακάμας, που ίδρυσε την Ακαμαντίδα και έδωσε το όνομά του στην δυτική χερσόνησο της Κύπρου.
Οι κάτοικοι του Κουρίου, σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους Αργείων αποίκων, ενώ και άλλες πόλεις που ιδρύθηκαν στο νησί διέσωσαν ονομασίες αρχαίων ελληνικών πόλεων, που αντικατοπτρίζουν τις μνήμες που έφεραν οι νέοι άποικοι μαζί τους (Κερύνεια, Δύμες, Αχαιών Ακτή κ.α.) .
Αναφέρονται ακόμη, σε φιλολογικές πηγές, και άλλοι Έλληνες που ήρθαν στην Κύπρο μετά τα Τρωικά, όπως ο Φείδιππος, ο Φάληρος, ο Μενέλαος, ο Κηφεύς.

Η περιοχή «Αχαιών ακτή»

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, το τοπωνύμιο Αχαιών Ακτή στις βόρειες ακτές της Καρπασίας, κοντά στο χωριό Γιαλούσα, υποδηλώνει το μέρος στο οποίο αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Αχαιοί άποικοι με αρχηγό τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο.
Βέβαια οι αναφερόμενοι κτήτορες κυπριακών πόλεων μετά τον Τρωικό πόλεμο δεν είναι όλοι Αχαιοί με την έννοια Αχαιοί-Μυκηναίοι, είναι όμως όλοι Αχαιοί με την ομηρική έννοια Αχαιοί-Έλληνες.

……………………………………………..

Με τις ανασκαφές εκτίθενται μέχρι σήμερα άγνωστες πλευρές πόλης που χρονολογείται από τον 14ο – 12ο αι.π.Χ. Το μέγεθος αυτής της πόλης υπολογίζεται μεταξύ 25 και 50 εκταρίων. Μόνο ένα μικρό τμήμα της πόλης, η ιστορία της οποίας ανάγεται στον 16ο π.Χ. αιώνα, μέχρι στιγμής
έχει ανασκαφεί. Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. η πόλη καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε, και ποτέ δεν κατοικήθηκε ξανά.

ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΣΕ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

………………………………………………

Ο Ηρόδοτος διασώζει μαρτυρία ότι μεταξύ του κυπριακού πληθυσμού, στις μέρες του, περιλαμβάνονταν απόγονοι Αθηναίων, Αργείων, Αρκάδων, Σαλαμινίων και άλλων αποίκων από διάφορα ελληνικά μέρη. Θα πρέπει ν’ αποδεχτούμε ότι, εκτός από τους Αχαιούς (Μυκηναίους), η Κύπρος δέχτηκε στη συνέχεια και άλλους άποικους από διάφορα ελληνικά μέρη, γι’ αυτό κι είναι επιτρεπτό, όταν μιλάμε για αποικισμό του νησιού από Αχαιούς, με τον όρο Αχαιοί να εννοούμε όλους τους Έλληνες, πράγμα που απαντά και στα Ομηρικά έπη, κι όχι μόνο τους Μυκηναίους.

Χρυσός ελληνικός σκαραβαίος από την Κερύνεια Κύπρος.

Είδαμε ότι ήδη πριν από τον Τρωικό πόλεμο βρίσκονταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο Μυκηναίοι έμποροι και, ίσως, και τεχνίτες διαφόρων επαγγελμάτων. Συνεπώς οι σχέσεις μεταξύ Κύπρου κι ελληνικού χώρου υπήρχαν και τα κύματα των Αχαιών αποίκων που έφτασαν αργότερα, έπλευσαν, ακολουθώντας έναν γνωστό ήδη, και πολυσύχναστο, θαλάσσιο εμπορικό δρόμο, κι όχι πλέοντας στα τυφλά, προς το άγνωστο, και φθάνοντας τυχαία είτε παρασυρόμενοι από θαλασσοταραχή, όπως θέλει η αρχαία παράδοση.

Χάλκινο αγαλματίδιο του γενειοφόρου θεού επί ταλάντου.
1230-1050 π.Χ. Έγκωμη Αμμοχώστου. Από το βιβλίο Κυπριακή Κληρονομιά, Εκδόσεις Κ.Π. Κυριακού Λτδ, Φωτογραφία Βάσος Στυλιανού

Τα ποικίλα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι ο κύριος και μαζικός αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά μεταξύ του 1230 και του 1190 π.Χ. Η εγκατάστασή τους στο νησί δε φαίνεται να έγινε βίαια και δε μαρτυρείται καμιά σοβαρή αναταραχή ή σύγκρουση των νεοφερμένων με τους αυτόχθονες.
Αν συνέβαινε βίαια η μεταφύτευσή τους στην κυπριακή γη, οπωσδήποτε θα υπήρχαν αρνητικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς και θα παρατηρούνταν ανακοπή ή διαταραχή της πολιτιστικής και της γενικότερης ανάπτυξης του τόπου εξαιτίας των συγκρούσεων, ενώ αντίθετα τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν, ομαλή εξέλιξη και μάλιστα ώθηση σε μερικούς τομείς, όπως η μεταλλοτεχνία.

Μια ανωμαλία, προϊόν βιαιότητας, που παρατηρείται προς το τέλος της περιόδου μετανάστευσης των Αχαιών στην Κύπρο, οφείλεται σε επιδρομές των Λαών της θάλασσας, που αναφέρονται σε ανατολικές πηγές και που θεωρείται ότι ήταν οι Φιλισταίοι.(;)
Νικήθηκαν όμως από τους Αιγυπτίους, που είχαν αρχηγό το Φαραώ Ραμσή Γ’, το 1191 π.Χ., και η ηρεμία αποκαταστάθηκε στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.
Η εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του νησιού και επηρέασε αποφασιστικά την μετέπειτα πορεία των κατοίκων του. Οι Αχαιοί ζούσαν αρμονικά δίπλα στους « Ετεοκυπρίους» και σιγά-σιγά επέβαλαν τη δική τους παρουσία. Πήραν την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στα δικά τους χέρια και ουσιαστικά εξελλήνισαν την Κύπρο.

Χάλκινο χυτό άγαλμα του κερασφόρου θεού της Εγκώμης ή Απόλλωνα Κεραιάτη

Η επίδρασή τους ήταν αποφασιστική σ’ όλους τους τομείς: θρησκεία, τέχνη, πολιτισμό, αρχιτεκτονική κλπ. Αλλά και πιο γενικά, οργάνωσαν και δημιούργησαν τις πόλεις-βασίλεια σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα.
Ταυτόχρονα οι ίδιοι οι Αχαιοί αφομοίωσαν πολλά στοιχεία του πολιτισμού των αυτοχθόνων κατοίκων του νησιού, ενώ οι ανατολικές επιδράσεις, όπως και το εμπόριο και άλλες επαφές, δε σταμάτησαν.
Οι Αχαιοί έφεραν μαζί τους στην Κύπρο τον ελληνικό τους πολιτισμό.
Στη θρησκεία, για παράδειγμα, συναντάμε αρχικά τη λατρεία του Απόλλωνα Κεραιάτη, θεού προστάτη των βοσκών στην Αρκαδία, και αργότερα τη λατρεία σημαντικών θεοτήτων του ελληνικού πανθέου (Ζευς, Αθηνά, Άρτεμις, Ήρα, Απόλλων) .
Στον τομέα της επικής ποίησης έχουμε τα Κύπρια Έπη.
Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, έχουμε πολλά συγγενικά στοιχεία.
Στον τομέα της γλώσσας, οι μελετητές ταξινομούν την κυπριακή διάλεκτο μαζί με την αρκαδική, στη νοτιοαχαϊκή γλωσσολογική ομάδα, δηλαδή στη γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στην Πελοπόννησο πριν από την μετακίνηση προς τον νότο των Δωριέων και την παρακμή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Τον πολιτισμό τους αυτό οι άποικοι από την υπόλοιπη Ελλάδα τον μεταφύτεψαν στην Κύπρο, και το γεγονός τούτο ήταν καθοριστικό στην ιστορική εξέλιξη και πορεία των Κυπρίων μέσα στο χρόνο.

Ο Πορφύριος Δίκαιος με το άγαλμα του κερασφόρου θεού στο σημείο όπου το ανακάλυψε.Κυπριακό Μουσείο

Λίγο μετά την αποίκηση των Αχαιών, ισχυροί σεισμοί φαίνεται ότι κατέστρεψαν τις κυπριακές πόλεις, ενώ ταυτόχρονα νέα κύματα Ελλήνων αποίκων, κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου, έφτασαν στην Κύπρο.

Η κοινή προσπάθεια ανοικοδόμησης των πόλεων και ίδρυσης καινούριων θα πρέπει να συνέδεσε ακόμη πιο πολύ τους αποίκους με αυτόχθονες. Σημαντικές μέχρι τότε πόλεις, όπως η Έγκωμη, εγκαταλείπονται. Άλλες, όπως η Παλαίπαφος και το Κίτιον, ανοικοδομούνται.
Οι νέες πόλεις που ιδρύονται (από τους ήρωες του Τρωικού πολέμου κατά την παράδοση), αναπτύσσονται με κυρίαρχη την αριστοκρατική τάξη των Μυκηναίων-Αχαιών και με αρχηγό το βασιλιά, οργανώνονται δε σε πόλεις-κράτη, που θα διατηρήσουν τη δομή τους αυτή μέχρι και τα Ελληνιστικά χρόνια (Σαλαμίνα, Λάπηθος, Κίτιον, Κούριον, Σόλοι, Πάφος κ.α.) .

Έγκωμη 16ος-12ος αιώνας π.X. Ύστερη Xαλκοκρατία Στις αρχές του 16ου αιώνα π.X. στην Aνατολική Kύπρο, στις εκβολές του Πεδιαίου ποταμού δημιουργείται η Έγκωμη, μια πολίχνη η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες του κοντινού λιμανιού, που ασχολείται με την εξαγωγή του χαλκού. Eκεί δημιουργείται μια μικρή πολιτεία, με εργαστήρια επεξεργασίας του χαλκού, της οποίας τη φήμη και τη ζωή εξιστορούν τόσο οι αρχαιολογικές ανασκαφές όσο και οι ιστορικές πηγές. H Έγκωμη εγκαταλείπεται σταδιακά στο τέλος του 12ου αιώνα.

Ακολούθησε μια «σκοτεινή περίοδος» (από το 950 ως το 850 π.Χ. περίπου), για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά.(‘έλλειψη αρχαιολογικών στοιχείων ,δια τούτο ονομάζουμε σήμερα «σκοτεινή περίοδος »). Οι Φοίνικες, που άρχισαν τότε να εγκαθίστανται στην Κύπρο (και κυρίως στο Κίτιον) και οι άλλοι εισβολείς και κατακτητές που ακολούθησαν (Ασσύριοι,(;) Αιγύπτιοι, Πέρσες), καθώς και όλοι οι μετέπειτα κατακτητές μέχρι τη σύγχρονη εποχή, δεν μπόρεσαν να επιβάλουν στο νησί ουσιαστικές εθνολογικές αλλαγές.

Κεφαλές από αγαλματίδια εκ του ναού του Απόλλωνος Υλάτου -Κύπρος

Η ελληνική συνείδηση, την οποία μεταφύτεψαν στην Κύπρο οι πρώτοι Αχαιοί άποικοι, παραμένει ζωντανή και, μέχρι σήμερα, αντικατοπτρίζεται έντονα στη ζωή του νησιού, στον πολιτισμό του και στους άρρηκτους δεσμούς του με την Ελλάδα.
Τα πολλά και ανεξάρτητα βασίλεια που ιδρύθηκαν μετά τον αποικισμό του νησιού από τους Αχαιούς, αντικατέστησαν το ένα κι ενιαίο κυπριακό βασίλειο που πιθανότατα κάλυπτε ολόκληρο το νησί με την εξουσία του πριν από τον αποικισμό.
Τα νέα βασίλεια, που οργανώθηκαν στον τύπο της πόλης-κράτους, εκτός από τις ίδιες τις πόλεις που έγιναν οι έδρες τους, κατείχαν και μικρότερες ή μεγαλύτερες εκτάσεις κυπριακής γης γύρω από τις πρωτεύουσές τους.
Άλλα απ’ αυτά θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ήταν πλουσιότερα (με περισσότερες εκτάσεις γης για καλλιέργειες ή με φυσικούς πόρους για εκμετάλλευση) και άλλα φτωχότερα. Τα περισσότερα είχαν παραθαλάσσια πόλη-πρωτεύουσα με λιμάνι.

Δακτυλίδι από την Έγκωμη, Κυπριακό Μουσείο

Επειδή ιδρυτές των νέων βασιλείων ήταν οι Αχαιοί άποικοι, οι οποίοι κι είχαν σε σχετικά σύντομο διάστημα κυριαρχήσει στον ντόπιο πληθυσμό και καταστεί η άρχουσα τάξη, τα βασίλεια ήταν ελληνικού τύπου με Έλληνες βασιλιάδες.
Δεν επέζησαν όμως μέχρι το τέλος του θεσμού των βασιλείων και τα δώδεκα, και δεν παρέμειναν όλα καθαρά ελληνικά. Μερικά καταργήθηκαν γρηγορότερα, ενώ άλλα (όπως το Ιδάλιον και η Ταμασσός) υποδουλώθηκαν σε άλλα (στην περίπτωση των δύο που αναφέρθηκαν, η υποδούλωσή τους έγινε στο Κίτιον) .

Κεφαλή γυναικός από το Ιδάλιον

Το Κίτιον, πάλι, περιήλθε κατά την Κυπρογεωμετρική εποχή στην κατοχή Φοινίκων αποίκων και στο εξής παρέμεινε η κυριότερη αποικία και βάση των Φοινίκων στο νησί. Επίσης, κατά καιρούς, τα υπόλοιπα βασίλεια απέκτησαν(διορισμένους) είτε Φοίνικες είτε φιλο-Πέρσες ηγεμόνες.

«Ήταν μια πολιτεία παλιά-τειχιά δρόμοι και σπίτια / ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες Κυκλώπων» -ό,τι είδε ο Γ. Σεφέρης στο ταξίδι του στην Κύπρο, από την παλιά πολιτεία της Έγκωμης. Στην αεροφωτογραφία ό,τι απομείνει από τα «κυκλώπεια τείχη» της Έγκωμης, τα ευρύχωρα παλάτια, τους ναούς και τον πολεοδομικό ιστό μια, πόλης που άκμασε πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.

Περίπου στο τέλος της εποχής του Χαλκού, δηλαδή κάπου μεταξύ 1150 και 1050 π.Χ., η Κύπρος χτυπήθηκε από ισχυρούς σεισμούς που προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Μερικές από τις μεγάλες πόλεις του νησιού, όπως η Έγκωμη, που έπαθαν εκτεταμένες καταστροφές, εγκαταλείφτηκαν. Άλλες πόλεις, όπως το Κίτιον και η Παλαίπαφος, ανοικοδομήθηκαν.
Επειδή η περίοδος αυτή των καταστροφών χρονολογικά συμπίπτει περίπου με την άφιξη του τελευταίου κύματος Αχαιών αποίκων, οι άποικοι αυτοί δεν εγκαταστάθηκαν, όπως οι προηγούμενοι, στις υπάρχουσες πόλεις αλλά οικοδόμησαν καινούργιες.

Εκτός από την πολεμική πείρα τους, οι Αχαιοί έφεραν μαζί τους και τις γνώσεις τους στους άλλους τομείς (όπως για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική) . Έφεραν ακόμη μαζί τους τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία τους, τις ικανότητές τους σε τέχνες (όπως για παράδειγμα στη μεταλλοτεχνία που θα γνωρίσει τώρα μια νέα ανάπτυξη), γενικά τον πολιτισμό τους. Όπως όμως ήταν φυσικό, σημαντικά στοιχεία του δικού τους πολιτισμού σύντομα όσο και μοιραία αναμείχτηκαν με στοιχεία του πολιτισμού των «Ετεοκυπρίων,» δίνοντας τελικά μια νέα όσο κι ενδιαφέρουσα σύνθεση.
Αλλά και στους αιώνες που ακολούθησαν, κι επειδή γεωγραφικά η Κύπρος βρίσκεται σε ένα καίριο σταυροδρόμι, δεν έλειψαν οι συνεχείς ξένες επιδράσεις και κυρίως οι επιδράσεις από την Ανατολή. Έτσι, στην Κύπρο συναντήθηκαν, μετά την άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών, ο δυτικός κι ο ανατολικός πολιτισμός, και από την ανάμειξη αυτή εξελίχθηκε ο πολυσύνθετος αρχαίος Κυπριακός πολιτισμός.

Κυπριακό άγαλμα του 5ού αιώνα π.Χ. που παριστάνει Κύπριο με κωνικό σκούφο

Οι επαφές και με τον ελληνικό χώρο συνεχίστηκαν, μάλιστα τώρα αυξήθηκαν. Έτσι σαν σταυροδρόμι, η Κύπρος δεν έπαιρνε μόνο αλλά έδινε κιόλας.
Στον τομέα της θρησκείας, για παράδειγμα, είναι αποδεκτό ότι πολλές από τις σημιτικές, αιγυπτιακές και άλλες θεότητες της Ανατολής έφτασαν στην Ελλάδα περνώντας από την Κύπρο, κι εκεί προσαρμόστηκαν στις τοπικές συνθήκες κι εξελίχτηκαν σε θεότητες του ελληνικού πανθέου, για να επανέλθουν στην Κύπρο με τη νέα, ελληνική υπόστασή τους.
Βλέπουμε έτσι να λατρεύονται κατά καιρούς στην Κύπρο θεότητες καθαρά ελληνικές, θεότητες ανατολικές που εξελληνίστηκαν, θεότητες αιγυπτιακές, κλπ.
Παρ’ όλες όμως τις ανατολικές επιδράσεις, όσο κι αν αυτές άφηναν τα ίχνη τους και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Κυπριακού πολιτισμού, μάλιστα δε παρ’ όλη τη μακρόχρονη υποδούλωση του νησιού σε λαούς της Ανατολής (κυρίως στους Πέρσες) που ακολούθησε, αξιοθαύμαστο παραμένει το γεγονός ότι από αυτό το σημείο και στο εξής η Κύπρος θα διατηρήσει την ελληνικότητά της και δε θα επηρεαστεί σε καίριο βαθμό από πλησιέστερους σ’ αυτήν ανατολικούς πολιτισμούς.Ο εξελληνισμός του νησιού, που πραγματοποιήθηκε μετά την άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών-Ελλήνων, θα είναι τελεσίδικος και θ’ αντέξει στο χρόνο.

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ

Στην αρχαία Κύπρο αναφέρονται 12 συνολικά βασίλεια, το καθένα με αστικό και διοικητικό του κέντρο μια ομώνυμη πόλη. Τα βασίλεια αυτά ήταν:
• Πάφου
• Σαλαμίνος
• Κουρίου
• Κιτίου
• Αμαθούντος
• στ) Μαρίου
• Σόλων
Ταμασσού
• Ιδαλίου
• Λήδρας
• ια) Λαπήθου
• ιβ) Χύτρων

Από τα βασίλεια αυτά εκείνο της Ταμασσού περιλήφθηκε αργότερα στο Ιδάλιο και το Ιδάλιο στο Κίτιο. Επίσης το βασίλειο των Χύτρων ενώθηκε μ’ εκείνο της Σαλαμίνας.
Από φιλολογικές, επιγραφικές και νομισματικές πηγές, μας είναι σήμερα γνωστοί διάφοροι αρχαίοι βασιλιάδες των πιο πάνω βασιλείων.
Ο θεσμός της βασιλείας στην αρχαία Κύπρο είναι ένα απ’ τα πιο ενδιαφέροντα θέματα της ιστορίας του νησιού, αλλά και της αρχαίας ιστορίας γενικότερα. Πραγματικά, ο θεσμός διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ουσιαστικά από την εποχή του ελληνικού αποικισμού κατά το 13-12ο π.Χ. αιώνα μέχρι το 312 π.Χ. περίπου, οπότε ο Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου, ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και βασιλιάς της Αιγύπτου και της Κύπρου, τον καταργεί εντάσσοντας το νησί στο σύνολο του βασιλείου του.

Γεωμετρικής εποχής ελληνικός λέβητας από το Κούριον Κύπρος

Εξάλλου, στην Κύπρο ο θεσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν παρατηρούνται σε άλλα τμήματα του ελληνικού κόσμου όπου διατηρείται ο θεσμός της βασιλείας την ίδια περίοδο.
Θα πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι ο θεσμός παρουσιάζει αρκετά προβλήματα στον ερευνητή, τα οποία μάλιστα δε βρίσκουν πάντοτε ικανοποιητικές απαντήσεις.

Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

• Προβλήματα γενικά, που σχετίζονται περισσότερο με την προέλευση, τη διατήρηση και την επιβίωση του θεσμού σε μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο όπως επίσης και ποια από τα στοιχεία του είναι καθαρά ελληνικής ή ανατολικής προέλευσης, ή ακόμη αν είναι αυτούσια κυπριακά κλπ.

• Προβλήματα ειδικά, όπως για παράδειγμα ο τρόπος λειτουργίας του θεσμού, π.χ. ποιος ήταν ο ρόλος του βασιλιά και της Αυλής του, Οι εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις του βασιλείου, η κοινωνική και οικονομική διάρθρωση των βασιλείων, αν ο θεσμός ήταν ενιαίος σε όλες τις πόλεις-βασίλεια κλπ.

Οι λογοτεχνικές και επιγραφικές πηγές που έχουν σχέση με το θέμα, μερικές από τις οποίες θα αναφέρουμε, είναι πολύ αποσπασματικές και άνισα κατανεμημένες μέσα στο χώρο και το χρόνο πράγμα που δε μας επιτρέπει εύκολα να έχουμε μια συνολική εικόνα σχετική με το θέμα.

Δύο έργα του 4ου αι. π.Χ. που εξέταζαν ειδικά το θέμα της Κυπριακής Βασιλείας δεν έχουν δυστυχώς σωθεί. Το πρώτο ήταν η Πολιτεία Κυπρίων του Αριστοτέλη και το άλλο Η Βασιλεία Κυπρίων του Θεοφράστου. Γνωρίζουμε την ύπαρξη των έργων αυτών από μεταγενέστερους συγγραφείς.
Στο έργο του Αριστοτέλη αναφέρονται τα λεξικά του Αρποκρατίωνα και του Σουίδα (ή Σούδα) στα λήμματα άνακτες, και άνασσαι.

Κυπριακό Μουσείο, Λευκωσία Μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή από τη Σαλαμίνα.

Οι λέξεις αυτές αναφέρονται στο λόγο του Ισοκράτη «Ευαγόρας » . Αναφέρουν οι δύο λεξικογράφοι: Φαίνεται πως ο ρήτορας (δηλ. ο Ισοκράτης) μνημονεύει κάποια συνήθεια στην Κύπρο. Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα στο έργο του «Πολιτεία Κυπρίων» λέγει: «ονομάζονται οι γιοι και αδελφοί του βασιλιά άνακτες και οι αδελφές και γυναίκες του άνασσαι».
Ο πατριάρχης Φώτιος, εξάλλου, στο έργο του Λέξεων συναγωγή αναφέρει στο λήμμα τιάρα: κόσμημα της κεφαλής.. Το ίδιο το ονομάζουν και «κίταρις». Ωστόσο ο Θεόφραστος στο έργο του «Βασιλεία Κυπρίων» αναφέρει ότι η κίταρις ήταν κάτι διαφορετικό.

Οι τρεις Κυπριακοί λόγοι του Ισοκράτη, τέλος, (δηλαδή Ευαγόρας, Νικοκλής ή Κύπριοι, Προς Νικοκλέα) εκτός του ότι αναφέρονται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα μόνο Κυπριακό Βασίλειο, στο Βασίλειο της Σαλαμίνας, από τον ίδιο τον εγκωμιαστικό τους χαρακτήρα δε μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε όσα θα θέλαμε χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζουμε τη συμβολή τους.

Σαλαμίνα Κύπρος

Ύστερα και η ίδια αρχαιολογία, παρ’ όλες τις σημαντικές ανακαλύψεις που έκανε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να συμβάλει παρά μερικά. Ίσως η σημαντικότερη προσφορά της είναι η ανακάλυψη των βασιλικών τάφων της Σαλαμίνας που μας έκαναν γνωστά μερικά έθιμα (ταφικά και άλλα), όπως και την επιβεβαίωση του πλούτου των βασιλιάδων της Σαλαμίνας (ίσως και των άλλων βασιλείων) στη διάρκεια της ασσυριακής κατάκτησης (;) του νησιού. Ωστόσο μέχρι σήμερα δε βρέθηκε το παλάτι κάθε βασιλείου.

Κεφαλή θεάς Αθηνάς, Ανάκτορο Βουνιού, 5ος αι. π. Χ.

Πραγματικά εκτός από εκείνο του Βουνιού που βρίσκεται σ’ ένα λόφο κοντά στους Σόλους, κανένα άλλο δεν αποκαλύφτηκε μέχρι σήμερα. Έτσι, το βασιλικό παλάτι της Σαλαμίνας που θα ήταν και το πιο σπουδαίο, ιδιαίτερα την εποχή της βασιλείας του Ευαγόρα Α’ (411 – 374 π.Χ.), αυτού του υπέρμαχου του ελληνισμού στην Κύπρο, δεν είδε ακόμη το φως παρ’ όλες τις συστηματικές ανασκαφές που διεξάγονταν εκεί από τον περασμένο αιώνα και στις οποίες έθεσε τέρμα η τουρκική εισβολή του 1974.

Το ανάκτορο του Βουνίου

Ας έρθουμε τώρα στην εξέταση του ίδιου του θεσμού.
Γιατί πρώτα- πρώτα κάθε πόλη ήταν και βασίλειο;
Γιατί η Κύπρος ως νησί δεν αποτελούσε μια ενιαία κρατική οντότητα όπως συνέβαινε πριν από την παρουσία των Ελλήνων;

Πήλινο ομοίωμα σκηνής οργώματος από τους Βούνους. Παρατηρήστε την ομοιότητα του άροτρου της εικόνας με το ξύλινο άροτρο που περιγράφει ο Ησίοδος.

Σήμερα γενικά πιστεύεται ότι πριν από τον ελληνικό αποικισμό η Κύπρος αποτελούσε ένα ενιαίο βασίλειο εκείνο της Αλασίας που είχε ομοιότητες με τα μεγάλα βασίλεια της Ανατολής. Αυτό τουλάχιστον μας μαρτυρούν οι αιγυπτιακές και βορειοασσυριακές πηγές. Ο «βασιλιάς της Αλασίας» φαίνεται να ήταν ίσος με τους μεγάλους μονάρχες της Ανατολής αφού όταν ήταν υποχρεωμένος να επικοινωνήσει μαζί τους, τους προσφωνούσε ως ίσος.

Η επιγραφή στην κυπριακή αναφέρει – Απόδοση σήμερα …Η Τιμόκυπρα γυναίκα του Τιμόδαμου

Εξάλλου μια κοινωνική και οικονομική ζωή παρόμοια μ’ εκείνη της Ανατολής θα έπρεπε να επικρατούσε και στην Κύπρο την εποχή αυτή.
Άλλωστε τα ίδια φαινόμενα παρατηρούνται και στη μυκηναϊκή Ελλάδα όπως φάνηκε από την ανάγνωση της Γραμμικής Β’ γραφής:
• Οικονομικό σύστημα με κέντρο το βασιλικό ανάκτορο.
• Συγκέντρωση όλων των εξουσιών, πολιτικών, διοικητικών, θρησκευτικών, στρατιωτικών στα χέρια του μονάρχη.
• Διατήρηση γραφέων, όπως στην Ανατολή και την Αίγυπτο, για την καταγραφή κάθε μορφής δραστηριότητας.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στην Κύπρο έχουν διατηρηθεί παρόμοιοι γραφείς (ή αγορανόμοι;) ακόμη και στην Κλασική εποχή όπως μαρτυρούν αγαλμάτια που σώθηκαν. Με τη μετέπειτα διαίρεση του νησιού σε μικρά βασίλεια δεν καταργήθηκαν. Αντίθετα, ήταν απαραίτητοι για την καλύτερη διεκπεραίωση των βασιλικών υποθέσεων.

Σόλοι Κύπρος

Το Βασίλειο της Αλασίας παύει να υπάρχει, όπως γενικά πιστεύεται, γύρω στο 12ο αι. π.Χ. όταν και η Κύπρος δέχτηκε την εισβολή των «Λαών της θάλασσας» και όταν ο ελληνικός αποικισμός βρισκόταν προς το τέλος του.

Με την παρουσία των Ελλήνων η προηγούμενη κοινωνική δομή αλλάζει: Κτίζονται από αυτούς νέες πόλεις που, όπως και στη μυκηναϊκή Ελλάδα, είναι βασίλεια με συγκεκριμένο χωρικό έδαφος που κατανέμεται συνήθως από τη μορφολογία του εδάφους.
Το βασίλειο δηλαδή διαθέτει μια πόλη που είναι η έδρα του βασιλιά, έχει σαν κέντρο το βασιλικό ανάκτορο, καθώς κι ένα χωρικό έδαφος στο οποίο υπάρχουν διάφοροι συνοικισμοί καθώς και γη για καλλιέργεια ή δασικός και ορυκτός πλούτος.

Ύστερη Εποχή του Χαλκού 1400-1200 αγαλματίδιο από την Κύπρο με θέση δακτυλίδιο στην μύτη για να κρεμαστεί από κορδόνι

Η προέλευση, λοιπόν, του θεσμού οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, στην παρουσία των Ελλήνων στην Κύπρο. Αυτοί, όπως ήταν επόμενο, μεταφύτεψαν στο νησί τους δικούς τους πολιτικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς και άλλους θεσμούς. Άλλωστε πολλά ίχνη που είναι καθαρά μυκηναϊκής προέλευσης διατηρήθηκαν και αργότερα, στην Κλασική περίοδο, όταν ο θεσμός, κάτω από την επίδραση των ανατολικών κατακτήσεων του νησιού, έγινε αυταρχικός.

Κύπρος 1600-1050 π.Χ. Ταύρος με θέση για κορδόνι στην μύτη του ,λειτουργική ομοιότητα του αγαλματιδίου με την πιο πάνω εικόνα .

Τέτοια μυκηναϊκά κατάλοιπα είναι για παράδειγμα:
• Η χρήση της συλλαβικής γραφής (που διατηρείται μέχρι την Ελληνιστική εποχή) για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας, κατ’ ακρίβεια της αρκαδοκυπριακής διαλέκτου.
• Η χρήση ενός «αρχαϊκού» πολιτικού και θρησκευτικού λεξιλογίου.
• Η χρήση ταφικών εθίμων, όπως η ταφή του νεκρού με το άρμα και τ’ άλογά του.
• Η χρήση πολεμικών τακτικών που στην ίδια την ηπειρωτική Ελλάδα καταργήθηκαν από πολύ καιρό. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη χρήση πολεμικών αρμάτων ακόμη και τον 5ο αι. π.Χ. ενώ στην Ελλάδα σταμάτησαν ήδη τον 7ο αι. με τη δημιουργία της φάλαγγας των οπλιτών.

Κύπρος Αχαϊκό τέθριππο με σταυροειδή τροχό σε πήλινο αγαλματίδιο

Με όσα έχουν αναφερθεί φαίνεται καθαρά ότι η προέλευσή του θεσμού είναι μυκηναϊκή. Γιατί όμως ο θεσμός έχει επιβιώσει για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; … Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει χωρίς να υπερβάλλει ότι ακόμα μείζονα αλλά και στα ακρότατα όρια του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου διατηρήθηκαν συντηρητικοί θεσμοί όπως για παράδειγμα στη Μακεδονία, την Κυρήνη (Πεντάπολη στην Λιβύη), τη Σικελία και αλλού. (Ινδία Ιβηρική Αφγανιστάν ) Άλλωστε η ανάπτυξη και εξέλιξη του Ελληνικού Πολιτισμού δεν ήταν παντού η ίδια ούτε και στον ίδιο βαθμό. Η ανομοιογένεια αυτή διαπιστώθηκε άλλωστε και από τους ίδιους τους αρχαίους . Ωστόσο στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τους παράγοντες Γεωγραφία και Ιστορία.

Η γεωγραφική θέση του νησιού θα είχε βοηθήσει και συντείνει κατά πολύ στην επιβίωση του θεσμού. Όπως γνωρίζουμε σ’ όλο αυτό το διάστημα η Κύπρος, εκτός από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν πάντα κάτω από την εξουσία των μεγάλων μοναρχιών της Ανατολής.
Η μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα του νησιού, ο φυσικός, ορυκτός και γεωργικός πλούτος θα τράβηξαν επίσης την προσοχή τους.
Παρόλο ότι αρκούνταν στην πληρωμή φόρου υποτέλειας αφήνοντας τους Κυπρίους δυνάστες να διαχειρίζονται τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα των βασιλείων τους και να διατηρούν ακόμη και δικό τους νόμισμα, ήταν ωστόσο επόμενο πως η παρουσία των μοναρχιών αυτών στο νησί θα επηρέασε το κεφάλαιο των θεσμών. Η διατήρηση επομένως της βασιλείας θα οφείλεται στη συνάρτηση των παραγόντων γεωγραφία / ιστορία.
Απ’ όσα έχουν λεχθεί αντιλαμβάνεται κάποιος πόσο δύσκολο είναι να παρακολουθήσουμε, σ’ όλες του τις λεπτομέρειες, το θεσμό της βασιλείας στην Κύπρο και ως προς τον τρόπο λειτουργίας του, αλλά και ως προς την εξέλιξή του μέσα στο χώρο και το χρόνο. Κι αυτό γιατί όπως κιόλας αναφέρθηκε, εκτός του ότι οι πηγές στη διάθεσή μας είναι αποσπασματικές, δεν αναφέρονται σ’ όλα τα βασίλεια.

Κοσμήματα από την Σαλαμίνα στην Κύπρο

Η Σαλαμίνα, για παράδειγμα, παίρνει τη μερίδα του λέοντος σ’ ότι αφορά τις λογοτεχνικές αλλά και τις αρχαιολογικές πηγές.
Έχοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναφέραμε θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα γενικό θεωρητικό διάγραμμα του θεσμού της βασιλείας όπως τον γνωρίζουμε στη Σαλαμίνα τον 5ο π.Χ. αι., κυρίως προβάλλοντας ωστόσο κάθε φορά, τις ενδεχόμενες διαφορές που υπήρχαν στις άλλες πόλεις- βασίλεια.
Κεντρική μορφή του συστήματος ήταν ο βασιλιάς, απόλυτος μονάρχης που συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούσε το βασίλειο του Ιδαλίου. Οι βασιλικές εξουσίες εδώ ήταν μειωμένες γιατί και η ίδια η πόλη είχε ένα μέρος των ευθυνών, όπως φαίνεται ολοκάθαρα από την περίφημη χάλκινη επιγραφή του Ιδαλίου:… ο βασιλιάς Στασίκυπρος και η Πόλη είχαν καλέσει το γιατρό Ονάσιλο…
… ο βασιλιάς και η Πόλη συμφώνησαν να δώσουν στον Ονάσιλο και στ’ αδέλφια του… από τον Οίκο του βασιλιά και από την Πόλη ένα τάλαντο αργύρου…
Η πολύ σημαντική αυτή πινακίδα, που βρέθηκε παλαιότερα, αποτελούσε κείμενο συμφωνίας που είχε συναφθεί από τη μια μεριά από το βασιλιά και την πόλη του Ιδαλίου και από την άλλη από ένα γιατρό, τον Ονάσιλο. Η συμφωνία είχε γίνει όταν η πόλη του Ιδαλίου πολιορκιόταν από τους Φοίνικες του Κιτίου και από Πέρσες συμμάχους τους. Ο γιατρός Ονάσιλος είχε αναλάβει την ευθύνη για περίθαλψη των τραυματιών, ενώ ο βασιλιάς και η πόλη του Ιδαλίου αναλάμβαναν την υποχρέωση να του πληρώσουν όχι μόνο χρήματα αλλά και ακίνητη περιουσία .

Αποσπάσματα από την επιγραφή της χάλκινης πινακίδας του Ιδαλίου-(Απόδοση στη Νέα Ελληνική:»Όταν στην πόλη Ιδάλιο πολιορκούσαν οι Μήδοι και οι Κιτιείς την χρονιά του (επώνυμου άρχοντα) Φιλόκυπρου, γιού του Ονασαγόρα…)

Είναι πολύ σημαντικό στοιχείο το γεγονός ότι τη σύμβαση αυτή, που έγινε μάλιστα σε κρίσιμη στιγμή πολέμου, σύναψαν με το γιατρό Ονάσιλο όχι μόνο ο ανώτατος άρχοντας αλλά ο βασιλιάς και η πόλη. Η συχνή αναφορά σ’ ολόκληρο το κείμενο της επιγραφής στο βασιλιά και στην πόλη ως το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, φανερώνει ότι στο Ιδάλιο ο βασιλιάς δε συγκέντρωσε από μόνος του όλες τις εξουσίες, ούτε καν σε ώρες έκτακτης ανάγκης. Ήταν μ’ αυτή τη βάση που υποστηρίχτηκε η άποψη ότι στην πόλη του Ιδαλίου είχαν εισχωρήσει δημοκρατικά στοιχεία που οφείλονταν στην επιρροή των Αθηνών.
Αν και δεν έχουμε άλλες παρόμοιες αναφορές, είναι ωστόσο δυνατό να υποστηριχτεί ότι παρόμοια κατάσταση ίσως επικρατούσε και σε μερικά άλλα από τα κυπριακά βασίλεια, ιδίως σ’ εκείνα που είχαν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τον ελληνικό κόσμο (όπως για παράδειγμα το βασίλειο των Σόλων).
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, την περίοδο της αιγυπτιακής κατάκτησης, έλαβε χώρα και η επίσκεψη του Αθηναίου νομοθέτη Σόλωνα, ο οποίος έτυχε της φιλοξενίας του κύπριου βασιλιά Φιλόκυπρου. Τότε, πιστεύεται πως ο Σόλωνας συμβούλεψε το Φιλόκυπρο, να ιδρύσει νέα πόλη με τ’ όνομα του, εξ ου και οι Σόλοι.

Άγαλμα από τούς Σόλους Κύπρος 400-310 π.Χ. The Cesnola Collection, 1874–76 ΜΕΤ

Η βασιλεία ήταν κληρονομική, όπως μαρτυρούν οι πηγές ότι ίσχυε στις πόλεις Σαλαμίνα, Σόλους και Πάφο. Πράγματι ο βασιλιάς Νικοκλής, όταν απευθύνεται στους Σαλαμινίους, αναφέρει:…Κατέχω αυτή την εξουσία όχι σαν σφετεριστής ή ενάντια στο δίκαιο αλλ’ εξαιτίας των αρχαίων μου προγόνων και του πατέρα μου.
Ο βασιλιάς ήταν η προσωποποίηση του κράτους. Οι εξουσίες του ήταν απεριόριστες, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του ελληνισμού όπου διατηρήθηκε ο ίδιος θεσμός , πράγμα που μας κάνει να στραφούμε προς τις ανατολικές μοναρχίες.
Ήταν αρχηγός του στρατού και συμμετείχε προσωπικά στις εκστρατείες και στον πόλεμο. Απένεμε επίσης τη δικαιοσύνη, όπως μαρτυρείται και πάλι από το Νικοκλή:… Τα δικά μου λόγια να τα θεωρείτε σαν νόμους και να προσπαθείτε να τους τηρείτε. Να γνωρίζετε πως εκείνοι από μας που θα εκτελέσουν καλύτερα τις επιθυμίες μου θα έχουν πιο πολύ τη δυνατότητα να ζουν σύμφωνα με την επιθυμία τους. Συγκεφαλαιώνω όσα είπα. Τα αισθήματα που κατά τη γνώμη σας οι άρχοντες πρέπει να έχουν απέναντι στους υπηκόους τους, τα ίδια πρέπει κι εσείς ν’ αναγνωρίζετε για τη δική μου εξουσία.

Αρχαϊκή περίοδος Κύπρος 6ος αι. π.Χ. Ιερεύς της Κυπρίας Αφροδίτης

Στο βασίλειο της Πάφου τουλάχιστον, ο βασιλιάς ήταν επίσης και αρχιερέας της Αφροδίτης .
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο βασιλιάς ήταν επίσης ο μόνος υπεύθυνος. Υπενθυμίζουμε απλώς τις σχέσεις του Ευαγόρα Α’ της Σαλαμίνας με την Αθήνα, ή με τον Άκορι, βασιλιά της Αιγύπτου. Ο ίδιος επέτρεπε την εγκατάσταση ξένων στη χώρα του ή μάλλον στο έδαφος του βασιλείου του. Όσοι είχαν το προνόμιο αυτό αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Αυλής του. Τους παραχωρούσε γη για εκμετάλλευση με βάση το σύστημα των δωρεών.

Λίθινες κεφαλές αγαλμάτων από την Σαλαμίνα -Κύπρος

Αναφέρουμε την περίπτωση του Ευαγόρα όπως τη μαρτυρεί ο Ισοκράτης:… Μα να η μεγαλύτερη απόδειξη του ήθους και του σεβασμού του προς τους θεούς. Πολλοί Έλληνες, άριστοι πολίτες, εγκατέλειψαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους για να έρθουν να κατοικήσουν στην Κύπρο, θεωρώντας πως η βασιλεία του Ευαγόρα ήταν πιο ανεκτή και πιο έντιμη παρά εκείνη των πολιτευμάτων της πατρίδας τους. Να τους αναφέρω όλους θα ήταν μεγάλη προσπάθεια. Αλλά ποιος δεν ξέρει τον Κόνωνα ο οποίος πρώτευσε απ’ όλους τους Έλληνες στην αρετή, πως όταν ηττήθηκε η πόλη του, διάλεξε απ’ όλους τους άλλους και ήρθε στον Ευαγόρα; Πίστευε πως κοντά του η προσωπική του ασφάλεια ήταν καλύτερα εξασφαλισμένη και πως ο Ευαγόρας πολύ γρήγορα θα γινόταν στήριγμα για την πόλη του…

Ο βασιλιάς επίσης ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας, και το μεγαλύτερο μέρος της γης που βρισκόταν στην περιοχή του βασιλείου του, όπως και ο δασικός και ορυκτός πλούτος, ήταν δική του περιουσία. Τούτο φυσικά δεν απέκλειε και την ύπαρξη ιδιωτικής γης. Χαρακτηριστικό είναι ένα κείμενο του Ερατοσθένη όπως μας το παραδίδει ο Στράβων : Ο Ερατοσθένης λέει πως την παλαιά εποχή οι πεδιάδες της Κύπρου ήταν καλυμμένες με δάση και δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν. Τα δέντρα που έκοβαν για τη καύση του χαλκού και του αργύρου στα μεταλλεία, λίγο ωφελούσαν . Ούτε και αργότερα, όταν τα χρησιμοποιούσαν για τη ναυπήγηση των στόλων ταξιδεύοντας άφοβα στη θάλασσα και με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Βλέποντας πως δεν τα εξολόθρευαν, επέτρεψαν σ’ όσους επιθυμούσαν και μπορούσαν να κόβουν δέντρα, να έχουν ιδιόκτητη και χωρίς φόρους τη γη που καθάριζαν.

Η Αγορά στην Σαλαμίνα- Κύπρος

Η βασιλική οικογένεια πιθανό να έπαιζε ενεργό ρόλο στις πολιτικές υποθέσεις ορισμένων βασιλείων, όπως εκείνου της Σαλαμίνας. Πραγματικά, όταν ο Ευαγόρας αναγκάστηκε να πάει στην Αίγυπτο προκειμένου να ζητήσει βοήθεια από το σύμμαχό του Άκορι (383/81 π.Χ.) τον αντικατέστησε ο γιος του Πνυταγόρας που χειριζόταν όλες τις υποθέσεις: Όμως επειδή (ο Ευαγόρας) έκρινε καλό να συνεχίσει τον πόλεμο, άφησε το γιο του Πνυταγόρα γενικό υπεύθυνο για όλες τις υποθέσεις στην Κύπρο, κι αυτός με δέκα τριήρεις χωρίς να τον πάρουν είδηση οι εχθροί, απέπλευσε από τη Σαλαμίνα και ήρθε στην Αίγυπτο… .

Άγαλμα Έλληνα από την Σαλαμίνα-Κύπρος

Όπως έχουμε κιόλας αναφέρει, εξάλλου, οι γιοι και αδελφοί του βασιλιά ονομάζονταν άνακτες και οι θυγατέρες και γυναίκες άνασσαι. Αυτό μας κάνει να υποθέσουμε ότι η βασιλική οικογένεια αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο ένα είδος συμβουλίου με τη στενή έννοια του όρου. Διαφορετικά η προσφώνηση θα αφορούσε μόνο μια κατηγορία συγγενών, π.χ. μόνο τα τέκνα.

Εκτός από το ρόλο της βασιλικής οικογένειας δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίσουμε και το ρόλο των ευγενών. Όπως συνέβαινε με παρόμοια καθεστώτα, ο Κύπριος μονάρχης στηριζόταν στις αριστοκρατικές οικογένειες που απολάμβαναν κάθε είδους προνόμια. Ήταν από το περιβάλλον τους που επέλεγε τους συνεργάτες του όπως μαρτυρεί ο Ισοκράτης :… Να μη ζηλεύετε εκείνους που κατέχουν τις πρώτες θέσεις στο περιβάλλον μου, αλλά να προσπαθείτε να τους συναγωνιστείτε και να εξισωθείτε μαζί τους. Θεωρείτε σαν υποχρέωσή σας ν’ αγαπάτε και να τιμάτε εκείνους που αγαπά και ο βασιλιάς σας, ώστε να έχετε και από μένα την ίδια συμπεριφορά,..

Στην Πάφο, μάλιστα, όπως μαθαίνουμε από μια συλλαβική επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στα Κούκλια, η παφιακή αριστοκρατία έδινε όρκο πίστεως στο βασιλιά και τους δικούς του.

Κιθαρωδός Σαλμίνα Κύπρος

Για το ρόλο της αριστοκρατίας έχουμε μια πολύτιμη μαρτυρία του Κυπρίου συγγραφέα της αριστοτελικής σχολής Κλεάρχου από τους Σόλους. Το απόσπασμα διασώθηκε από τον Αθήναιο και αναφέρει τα ακόλουθα: Όλοι οι μονάρχες της Κύπρου έχουν παραδεχτεί σον χρήσιμη την τάξη των κολάκων ευγενικής καταγωγής. Γιατί η απόκτησή τους είναι σύμφωνη με το πνεύμα της απολυταρχίας. Όπως και για μερικούς Αεροπαγίτες έτσι και γι’ αυτούς κανείς δε γνωρίζει ούτε τα πρόσωπα ούτε τον πραγματικό αριθμό, εκτός από τους πιο διάσημους. Οι κόλακες στη Σαλαμίνα, από τους οποίους έχουν την αρχή τους εκείνοι της άλλης Κύπρου, είναι χωρισμένοι σύμφωνα με τη συγγένειά τους, στους Γεργίνους και τους Προμάλαγγες. Απ’ αυτούς οι Γεργίνοι που αναμειγνύονται με το πλήθος μέσα στην πόλη, στα μαγαζιά και τις αγορές, ωτακουστούν, παίρνοντας θέση κατασκόπων. Ότι ακούσουν κάθε μέρα το αναφέρουν στους λεγόμενους άνακτες. Οι Προμάλαγγες πάλι εξετάζουν αν κάτι απ’ αυτό που ανέφεραν οι Γεργίνοι φαίνεται άξιο να ελεγχθεί – γιατί αυτοί είναι ένα είδος ανακριτών. Και η συναναστροφή τους μ’ όλο τον άλλο κόσμο γίνεται με τόση τέχνη και πειστικότητα, ώστε μου φαίνεται, όπως κι αυτοί ισχυρίζονται, πως απ’ αυτούς έχει διαδοθεί κι έξω από την Κύπρο ο σπόρος των διασήμων κολάκων. Και γι’ αυτό το επάγγελμα νιώθουν υπερβολική υπερηφάνεια γιατί τους δίνει τιμές κοντά στους βασιλιάδες.

Το απόσπασμα αυτό του Κλεάρχου μπορεί να μας δώσει ανάγλυφη την εικόνα της δημόσιας ζωής των βασιλείων. Ο φόβος και η καχυποψία είχαν γίνει συνηθισμένο

Παράλληλες συνήθειες μπορούμε φυσικά να εντοπίσουμε κι έξω από την Κύπρο, εκεί που ίσχυαν οι ίδιες συνήθειες. Για παράδειγμα ο Ιέρων, ο τύραννος των Συρακουσών εφάρμοζε παρόμοιες μεθόδους. Μάλιστα για τη συλλογή πληροφοριών χρησιμοποιούσε γυναίκες! Αλλά προπάντων είναι ανάμεσα στους Πέρσες, και τούτο δεν είναι τυχαίο, που συναντούμε την ίδια τακτική. Αυτοί, κυρίως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ευνοούσαν αυτού του είδους τις συνήθειες.

Οι βασιλιάδες περνούσαν μια ζωή γεμάτη από απολαύσεις και κάθε είδους χαρές. Το διαπιστώνουμε από μια σειρά ανέκδοτα που μας έχουν παραδώσει διάφοροι αρχαίοι συγγραφείς και μας φανερώνουν τη ζωή της Αυλής. Αναφέρουμε για παράδειγμα πώς ζούσαν οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες στην Πάφο: Στη συνέχεια διηγείται (ο Κλέαρχος ο Σολεύς) για κάποιο νεαρό Πάφιο την καταγωγή και βασιλιά στην τύχη και λέει: αυτός ο νέος ήταν πλαγιασμένος από την υπερβολική του μαλθακότητα πάνω σε κρεβάτι που είχε τα πόδια ασημένια και που ήταν στρωμένο από κάτω με απαλό ταπέτο από τα πιο ακριβά που φτιάχνουν στις Σάρδεις. Είχε στηριγμένο πάνω του ένα κόκκινο μαλλιαρό ταπέτο ντυμένο από τις δυο πλευρές μ’ ένα κάλυμμα της Αμοργού. Για προσκεφάλι είχε τρία λινά μαξιλάρια, με πορφύρα στις άκρες. Αλλάζοντας το ένα με τ’ άλλο απέφευγε τη ζέστη. Είχε και δυο μαξιλάρια στα πόδια απ’ αυτά που λεν δωρικά. Ήταν πλαγιασμένος πάνω σ’ αυτό φορώντας μια άσπρη πουκαμίσα…

Ξακουστές, άλλωστε, είχαν γίνει οι αντιδικίες του βασιλιά της Σιδώνας Στράτωνος και του Νικοκλή της Σαλαμίνας για το ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο σε πολυτέλεια και ασωτία. Ας μη ξεχνούμε πως κι ο ίδιος ο Ευαγόρας βρήκε το θάνατο σ’ ένα επεισόδιο της γυναικείας αυλής και δολοφονήθηκε από ένα ευνούχο. Αυτά τουλάχιστον μας αναφέρει ο ιστορικός Θεόπομπος και παραδίδει ο Φώτιος στην ιστορική του βιβλιοθήκη:… Περιέχει ο δωδέκατος λόγος … και για το Νικοκρέοντα, με ποιο τρόπο συνωμότησε, πώς αποκαλύφτηκε και πως διέφυγε. Και πως πλάγιαζε με την κόρη του ο Ευαγόρας καθώς κι ο γιος του Πνυταγόρας, κρυφά ο ένας με τον άλλον. Με ποιο τρόπο ο Θρασυδαίος ο ευνούχος, που καταγόταν από την Ηλεία, τους κανόνιζε με τη σειρά την ακολασία τους με τη νέα. Και πώς αυτή η ακολασία τους είχε γίνει αφορμή της καταστροφής τους, γιατί ο Θρασυδαίος κατάφερε να τους σκοτώσει και τους δύο…




Από καιρό σε καιρό οι Κύπριοι βασιλιάδες προσκαλούσαν στα συμπόσιά τους καλλιτέχνες και φιλοσόφους. Πολλές φορές τα συμπόσια αυτά τέλειωναν με μια σειρά από παρεξηγήσεις. Αναφέρουμε μια μαρτυρία του Διογένη Λαερτίου : Για την παρρησία του (ο Μενέδημος ο φιλόσοφος) κινδύνευσε στην Κύπρο κοντά στο Νικοκρέοντα μαζί με το φίλο του Ασκληπιάδη. Γιατί, όταν ο βασιλιάς έκανε γιορτή στην αρχή του μήνα, τους προσκάλεσε κι αυτούς μαζί με άλλους φιλοσόφους και είπε ο Μενέδημος πως, αν ήταν ωραίο να συγκεντρώνονται τέτοιοι άνθρωποι (δηλαδή φιλόσοφοι) τότε έπρεπε η γιορτή να γίνεται καθημερινά. Αλλιώτικα ήταν περιττή και τώρα. Σ’ αυτό ο βασιλιάς απάντησε πως μόνο αυτή τη μέρα μπορεί ν’ ακούει φιλοσόφους. Τότε εκείνος (ο Μενέδημος) επέμενε ν’ αποδείξει πως έπρεπε σε κάθε ευκαιρία ν’ ακούει φιλοσόφους. Όμως παρά λίγο να έχαναν τη ζωή τους αν ένας αυλητής δεν τους έδιωχνε. Για τούτο, όταν τους έπιασε τρικυμία μέσα στο πλοίο, λένε πως είπε ο Ασκληπιάδης ότι ενώ η αγάπη του αυλητή προς τις Μούσες τους έχει σώσει, η ελευθεροστομία του Μενέδημου τους έχει θανατώσει.

Το παλάτι του Βουνιού που κτίστηκε, όπως πιστεύεται, μετά την επανάσταση του 499/98 π.Χ. μπορεί να μας δώσει μια εικόνα της βασιλικής κατοικίας. Οι ανατολικές επιδράσεις στην κατασκευή του καθώς και η αρχιτεκτονική του σύλληψη, που είναι βασισμένη στις αρχές της αξονικότητας, της μετωπικότητας και της συμμετρίας, αντικατοπτρίζουν το χαρακτήρα του θεσμού. Η αρχιτεκτονική των «βασιλικών τάφων» επίσης. Από τη μνημειακή κατασκευή τους, τη μορφή και τα πλούσια κτερίσματά τους ξεχωρίζουν από εκείνους των «κοινών» ανθρώπων.

Αυτό μας βοηθά να αντιληφθούμε καλύτερα τη θέση του βασιλιά μέσα στην κοινωνική ιεραρχία. Τέτοιοι μνημειακοί τάφοι βρέθηκαν στην Αμαθούντα, στο Κίτιον, στην Ταμασσό, στην Ξυλοτύμπου, στο Κούριον, στον Τράχωνα (περιοχή Καρπασίας), στο Ιδάλιον και φυσικά στη Σαλαμίνα. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα υπήρχαν δύο διαφορετικές νεκροπόλεις: η μια ήταν αποκλειστικά για την ταφή των βασιλιάδων και των ευγενών και η άλλη για τον απλό κόσμο.
Ο διαχωρισμός αυτός μας δίνει ανάγλυφα το κοινωνικό χάος που χώριζε το μονάρχη και το περιβάλλον του από τον απλό λαό. Είναι εξάλλου, γι’ αυτό το λόγο που σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης των βασιλείων δε μαθαίνουμε τίποτε για τον απλό λαό, σαν να ζούσε χωριστά, σ’ ένα δικό του κόσμο.

Κούριον.

Η άγνοιά μας εκτείνεται επίσης και στον τομέα της δουλείας, που θα’πρεπε ν’ αποτελεί όπως παντού άλλωστε στον αρχαίο κόσμο, μια από τις θεμελιακές βάσεις της κυπριακής κοινωνίας στην αρχαιότητα. Εκτός από μερικές νύξεις σ’ ελάχιστες λογοτεχνικές πηγές, τίποτε άλλο δε μας παραδόθηκε.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Με το τέλος της εποχής του Χαλκού, τερματίζονται χρονολογικά και οι Προϊστορικοί χρόνοι. Το χαλκό, ή σωστότερα, τον ορείχαλκο, αντικατέστησε ένα νέο μέταλλο, σκληρότερο και ανθεκτικότερο, που παρείχε νέες δυνατότητες: ο σίδηρος. Γι’ αυτό και το μεγάλο διάστημα των Ιστορικών χρόνων είναι γνωστό και ως εποχή του Σιδήρου.
Η πρώτη υποδιαίρεση της νέας αυτής εποχής είναι η Κυπρογεωμετρική (1050-725 π.Χ.), που κι αυτή χωρίζεται σε τρεις μικρότερες υποπεριόδους: την Κυπρογεωμετρική Ι (1050-950 π.Χ.), την Κυπρογεωμετρική ΙΙ (950-850 π.Χ.) και την Κυπρογεωμετρική ΙΙΙ (850-725 π.Χ.).

Κυπριακό : Λαβή σιδερένιου ξίφους του 6ου αι. π.Χ. ένα επιζών θραύσμα ενός σιδερένιου ξίφους που ήταν πλαισιωμένο από ασήμι και ένα μέρος από ελεφαντόδοντο που συγκρατείται στη θέση του με επάργυρα χάλκινα πριτσίνια. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι αντιστοιχούν στα όπλα που αναφέρει ο Όμηρος για τους Κύπριους . Είναι ένα παράδειγμα από τα ξίφη που βρέθηκαν στη Σαλαμίνα, η οποία μπορεί να ήταν ένα από τα κέντρα παραγωγής τους.- The Cesnola Collection, αναφορά εύρεσης του ιδίου το 1874–76

Το σημαντικότερο γεγονός που συνέβη κατά την περίοδο αυτή, ήταν η άφιξη και εγκατάσταση Φοινίκων στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό τοποθετείται χρονικά στον αιώνα από το 950 μέχρι το 850 π.Χ., δηλαδή κατά την Κυπρογεωμετρική ΙΙ περίοδο.
Είναι φυσικό να θεωρήσουμε ότι η ευμάρεια την οποία είχε γνωρίσει κατά την εποχή του Χαλκού η Κύπρος, και που οφειλόταν ακριβώς στην εμπορία του χαλκού είχε προσελκύσει την προσοχή πολλών γειτονικών της λαών.

Τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. : Κυπριακό αντικείμενο εκ χαλκού και σιδήρου The Cesnola Collection, , 1874–76

Στην κούρσα όμως προς την Κύπρο, οι Έλληνες / Αχαιοί προηγήθηκαν.
Όταν έφτασαν στο νησί οι Φοίνικες, όταν, δηλαδή, ήταν σε θέση να δημιουργήσουν εδώ αποικίες, οι Αχαιοί είχαν ήδη ριζώσει και εξελιχθεί σε άρχουσα τάξη. Τώρα, μάλιστα, ήταν η περίοδος της τελικής οργάνωσης των κυπριακών βασιλείων. Ωστόσο οι Φοίνικες, αν και δεν μπόρεσαν να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρο το νησί και να το επηρεάσουν ριζικά, κατόρθωσαν όμως να ιδρύσουν ισχυρή παροικία σ’ αυτό. Ικανοί ναυτικοί και έμποροι, είχαν πολλές δυνατότητες και μεταξύ των πλεονεκτημάτων που είχαν ήταν και η σχετικά μικρή απόσταση που χώριζε την Κύπρο από τη Φοινίκη και τη φοινικική μητρόπολη, την Τύρο.

Λίθινος τρίποδας με εσωτερική και εξωτερικά επιγραφή στην κυπριακή -….Ο Τίμαλκος υιός του Ζωτέα το πήρε και το αφιέρωσε στον Απόλλωνα …

Οι Φοίνικες εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη του νησιού, κυρίως σε παράλια, αργότερα δε επέκτειναν την κατοίκηση τους και προς τα ενδότερα του νησιού, όπως προς το βασίλειο του Ιδαλίου κι εκείνο της Ταμασσού. Στη Σαλαμίνα και στο Κίτιον, πόλεις πλησιέστερες προς την
Συρο-παλαιστινιακή ακτή που εκτεινόταν ακριβώς απέναντί τους, οι Φοίνικες έμποροι είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη. Ιδιαίτερα στην πόλη του Κιτίου οι Φοίνικες έγιναν σε σύντομο διάστημα τόσο ισχυροί ώστε απέκτησαν εύκολα και την εξουσία.
Η άρχουσα τάξη και οι μελλοντικοί βασιλιάδες του Κιτίου θα ήταν Φοίνικες, η δε επιρροή τους επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε μερικές μελλοντικές περιπτώσεις θα κυριαρχούσαν για σύντομα διαστήματα και σε ισχυρές πόλεις Ελλήνων, όπως η Σαλαμίνα.

Σύμπλεγμα Αγαλματιδίου από την περιοχή της Σαλαμίνας στην Κύπρο Ίσως η προσωποποίηση της Σαλαμίνας και του Τεύκρου ,που επικάθεται σε ερμαϊκή στήλη ( άποψη του ανασκαφέα)

Από τις υπόλοιπες πόλεις του νησιού, αρχίζουν ήδη να γνωρίζουν ακμή η Σαλαμίνα, η Πάφος, το Κούριον, οι Σόλοι. Αρχίζει επίσης ν’ αναπτύσσεται η Αμαθούς. Όλες αυτές οι πόλεις ήταν παραθαλάσσιες, όπως εξάλλου και η Λάπηθος και το Μάριον. Στα ενδότερα του νησιού, υπάρχουν οι Χύτροι (Κυθρέα), η Λήδρα (Λευκωσία), το Ιδάλιον (Δάλι) και η Ταμασσός.

Κεφαλή ανδρός από ασβεστόλιθο, Ιδάλιον -Κύπρος

Στα ενδότερα επίσης του νησιού θα αναπτυχθούν και άλλες πόλεις, όχι όμως τόσο σημαντικές και όχι οργανωμένες σε κράτη-βασίλεια .
Τέτοιες πόλεις ήταν οι Γόλγοι (Αθηένου), η Ασίνη, οι Θύμες κ.ά.

Ταφική στήλη απ΄το του Γολγους Κύπρος ΜΕΤ Ν.Υόρκη -The Cesnola Collection, 1874–76

Στην Αμαθούντα ιδιαίτερα, υπάρχει η εντύπωση ότι είχε συγκεντρωθεί και κατοικήσει το« ετεοκυπριακό» στοιχείο, ή τουλάχιστον είχαν συγκεντρωθεί εκείνοι από τους «Ετεοκυπρίους» που δεν προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα και στην κυριαρχική παρουσία των Αχαιών.

Αμαθούντα Κύπρος σφραγιστικό στοιχείο πιθανά του 14υο αι π.Χ.

Η εποχή της εντατικής εκμετάλλευσης του χαλκού πέρασε, αν και το μέταλλο αυτό συνέχισε να παράγεται από την κυπριακή γη και να εμπορεύεται κατά την περίοδο της Αρχαιότητας.

Σωτήρας Κύπρος αντικέιμενο που επιγράφεται
ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΠΑΡΑΛΙΑ ΑΠΕΛΛΗΣ ΑΝΕΘΗΚΕ
-Από τον τύπο γραμμάτων χρονολογέιται τον 2ο μ.Χ. αι.

Η γεωγραφική θέση της Κύπρου της έδινε πολλά πλεονεκτήματα εμπορικών δραστηριοτήτων και σχέσεων τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση. Εξακολουθούσε έτσι, η ανοδική πορεία που ήταν και αποτέλεσμα οικονομικής ευρωστίας. Σοβαρή πλουτοπαραγωγική πηγή αποτέλεσαν τώρα τα πυκνά κυπριακά δάση. Η κυπριακή ξυλεία χρησίμευε και για ναυπήγηση καραβιών που ήταν απαραίτητα τόσο για τη διεξαγωγή του εμπορίου, όσο και για την ύπαρξη πολεμικών στόλων που προστάτευαν το εμπόριο.
Η Κύπρος είναι νησί που απέχει αρκετά από τις γύρω ακτές (τουλάχιστον με τα δεδομένα της ναυσιπλοΐας των αρχαίων χρόνων). Έτσι, δεν ήταν αρκετή η κατασκευή σκαφών για παράκτια ναυσιπλοΐα, δηλαδή για μετάβαση από το ένα μέρος στο άλλο με το να παραπλέουν τα καράβια τις ακτές.
Ήταν απαραίτητη και η κατασκευή σκαφών για πιο επικίνδυνα και τολμηρά ταξίδια, που να μπορούν να ταξιδεύουν σε γιγάντιες αποστάσεις όπως μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου.
Προϋπόθεση αποτελούσε, βέβαια, και η ικανότητα των Κυπρίων ως ναυτικών, μια ικανότητα που μαρτυρείται από αρχαίους συγγραφείς. Αναφέρεται μάλιστα ότι για ένα διάστημα η Κύπρος είχε καταστεί θαλασσοκράτειρα.

Πήλινο ομοίωμα πλοίου, το αρχαιότερο που ανακαλύφθηκε στην Κύπρο. Γύρω στο χείλος είναι κολλημένο το πλήρωμα (8 άνδρες) και δύο ολόγλυφα πουλιά. Το σκάφος κοσμείται με παράλληλες γραμμές και δικτυωτό. 1η 2η χιλιετία π.χ. Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ο νησιώτικος χαρακτήρας της Κύπρου και η εξάρτησή της σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη θάλασσα, επέδρασε σημαντικά τόσο στον τρόπο διαβίωσης και εργασίας, όσο και στην ιδιοσυγκρασία των κατοίκων του νησιού, αλλά και γενικότερα, στην όλη ιστορική του πορεία.

Κατά την Αρχαιότητα, ο μύθος για τη γέννηση της θεάς Αφροδίτης από τον αφρό της θάλασσας και η άμεση σύνδεση της θεάς αυτής με την Κύπρο ίσως να έδινε και το μέτρο της σχέσης, ή καλύτερα της εξάρτησης της Κύπρου από τη θάλασσα που την περιβάλλει. Σαν μια εκπληκτική σύμπτωση μπορούμε να θεωρήσουμε τον αρχαίο μύθο της αναδυομένης από τα κύματα Αφροδίτης (θεάς της Κύπρου) με την σύγχρονη επιστημονική επιβεβαίωση της ανάδυσης (δηλαδή της δημιουργίας) της ίδιας της Κύπρου από τη θάλασσα.
Η φυσιολογική σύνδεση των Κυπρίων με τη θάλασσα και η, μέχρι ένα μεγάλο βαθμό, εξάρτησή τους από αυτήν αποδεικνύεται από τα προϊστορικά χρόνια. Οι Κύπριοι της Νεολιθικής εποχής ήταν κυνηγοί και ψαράδες (οι οικισμοί τους βρίσκονταν κυρίως κοντά ή και πολύ κοντά στις ακτές) και, βέβαια, γεωργοί. Σε μερικούς τέτοιους οικισμούς που βρίσκονταν κτισμένοι στα βράχια της ακτής όπου ο χώρος δεν προσφερόταν για καλλιέργειες (όπως για παράδειγμα ο οικισμός στην τοποθεσία Κάστρος στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα), είναι φανερό ότι ζούσαν άνθρωποι που βασική ασχολία τους είχαν το ψάρεμα. Σε άλλους νεολιθικούς οικισμούς κοντά στη θάλασσα, η αγροτική γεωργική τους οικονομία συμπληρωνόταν από το κυνήγι και το ψάρεμα. Το ψάρεμα γινόταν με οστέινα ή ξύλινα εργαλεία. Αργότερα αυτά αντικαταστάθηκαν με μεταλλικά. Στον οικισμό στην τοποθεσία Μυλούθκια της Κισσόνεργας (Χαλκολιθική εποχή) βρέθηκε σε ανασκαφές το πρώτο χάλκινο αγκίστρι.

Μικροκλίμακας μορφές πλοίων της Εποχής του Χαλκού από την Κύπρο

Οι επαφές των Κυπρίων με τους γειτονικούς λαούς, κυρίως εμπορικές που αυξήθηκαν κατακόρυφα με την ανακάλυψη, επεξεργασία και εμπορία του χαλκού, γίνονταν βέβαια από τη θάλασσα. Γενικότερα, η οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία της Κύπρου με τον υπόλοιπο κόσμο γινόταν πάντα με καράβια, μέχρι και την εντελώς πρόσφατη εποχή οπότε εμφανίστηκε το αεροπλάνο που, ωστόσο, δεν υποκατέστησε το πλοίο παρά σ’ ένα μόνο βαθμό.
Αφού η Κύπρος είναι νησί, η ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας, η ναυπήγηση καραβιών για τη διακίνηση επιβατών και εμπορευμάτων και το ναυτικό επάγγελμα ήταν τομείς επιβεβλημένοι από ανάγκη. Οι αρχαίες φιλολογικές πηγές αναφέρουν την εκτεταμένη ναυπήγηση καραβιών από την άφθονη κυπριακή ξυλεία, καθώς και ναυτικές δραστηριότητες των Κυπρίων.
Σαν νησιώτες, οι Κύπριοι ήταν ικανοί ναυτικοί και σαν τέτοιοι χρησιμοποιήθηκαν σε πλείστες περιπτώσεις και σε ευρείες θαλασσινές πολεμικές επιχειρήσεις.

Εποχής του Χαλκού πλόας από την Κύπρο (ένα από τα δύο άνωθεν)

Μεταξύ των γνωστότερων περιπτώσεων αναφέρονται: η συμμετοχή κυπριακού στόλου στις πολεμικές επιχειρήσεις των Περσών και ιδιαίτερα στην εκστρατεία του Ξέρξη (ναυμαχία της Σαλαμίνας) κατά της Ελλάδας και η σημαντική όσο κι αποφασιστική συμμετοχή κυπριακού στόλου σε πολεμικές επιχειρήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου (πολιορκία και άλωση της Τύρου). Ο Αλέξανδρος πήρε μάλιστα μαζί του, μέχρι και τα βάθη της Ασίας, έμπειρους ναυτικούς και καραβομαραγκούς από την Κύπρο.
Η ικανότητα των Κυπρίων στη θάλασσα κατά την Αρχαιότητα, που μαρτυρείται από ιστορικά γεγονότα, έκανε πολλούς σύγχρονους μελετητές ν’ αποδεχτούν χωρίς αμφιβολίες τα γραφόμενα του Ευσέβιου ότι σε κάποια περίοδο η Κύπρος υπήρξε θαλασσοκράτειρα. Κατά τον Ευσέβιο (Χρονικόν, όπως σώζεται αποσπασματικά στην Εκλογήν Χρονογραφίας του Γεωργίου Συγκέλλου), μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου θαλασσοκράτησαν κατά σειράν οι Λυδοί για 92 χρόνια, οι Πελασγοί για 85 χρόνια, οι Θράκες για 79 χρόνια, οι Ρόδιοι για 23 χρόνια, οι Φρύγες για 25 χρόνια, οι Κύπριοι για 33 χρόνια και οι Φοίνικες για 45 χρόνια. Υπολογίζεται ότι η θαλασσοκρατορία των Κυπρίων αναφέρεται γύρω στα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα.

Αμαθούς Κύπρος 600-480 π.Χ.

Εξ’ άλλου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και η θαλασσοκρατορία των Φοινίκων που ακολούθησε την κυπριακή για 45 χρόνια, σχετιζόταν άμεσα σε ένα μεγάλο βαθμό και με την Κύπρο, αφού η Κύπρος υπήρξε ναυτική τους βάση και οι αποικίες τους στο νησί αποτελούσαν βασικό σκαλοπάτι για την εξάπλωσή τους στην δυτική Μεσόγειο.
Σχετικοί αντικατοπτρισμοί του γεγονότος αυτού απαντούν στον αρχαίο μύθο της περιβόητης Διδούς.
Η Διδώ (ή Ελίσσα) ήταν μυθικό πρόσωπο, κόρη του βασιλιά των Τυρίων Μεττήνου, αδελφή του Πυγμαλίωνα, σύζυγος του θείου της ιερέα Ακέρβαντα. Πρόκειται για τη θρυλική γυναίκα που, σύμφωνα με την παράδοση, ίδρυσε την Καρχηδόνα όταν, μετά το θάνατο του πατέρα της ήρθε σε σύγκρουση με τον αδελφό της και εγκατέλειψε την Τύρο.
Ο Βιργίλιος τοποθετεί τα γεγονότα στην εποχή του Τρωικού πολέμου και συνδέει τη Διδώ με τον Τρώα ήρωα Αινεία ο οποίος είχε φτάσει στην Καρχηδόνα φεύγοντας από την Τροία, στο δρόμο προς την Ιταλία. Η Διδώ ερωτεύτηκε τον Αινεία, κι όταν αυτός την εγκατέλειψε, εκείνη αυτοκτόνησε (τέταρτο άσμα της Αινειάδας). Οι περιπέτειες της Διδούς καθώς και η σχέση της με τον Αινεία, ενέπνευσαν εκτός από το Βιργίλιο, και πολλούς άλλους συγγραφείς, ζωγράφους κλπ.
Κατά το Βιργίλιο, πατέρας της Διδούς ήταν ο Βήλος, βασιλιάς της Σιδώνας, με τη Βοήθεια του οποίου ο Τεύκρος κατέλαβε την Κύπρο και θεμελίωσε τη Σαλαμίνα.

Μικροκλίμακας πλόας από την Αμαθος -Κύπρος

Σύμφωνα με το Λατίνο ιστορικό Pompeius Τrogus του οποίου το αποτελούμενο από 44 βιβλία σύγγραμμα σώθηκε ως Επιτομή από τον Ιουστίνο, η Διδώ σχετίστηκε και με την Κύπρο: Όταν η Διδώ εγκατέλειψε κρυφά την Τύρο, ακολουθούμενη από τους πιστούς της υπηκόους, αναζητώντας μια νέα πατρίδα, έφτασε αρχικά σε ένα λιμάνι της Κύπρου που δεν κατονομάζεται, αλλά που μπορεί, από την περιγραφή ενός εθίμου, να ταυτιστεί με την Πάφο. Σύμφωνα με τη διήγηση, η Διδώ και οι συνοδοί της βρήκαν στο λιμάνι πολλά κορίτσια τα οποία στέλνονταν εκεί από τους γονείς τους για να ασκήσουν την πορνεία, προσφορά στη θεά Αφροδίτη, πριν από το γάμο τους.

Οι άντρες που συνόδευαν τη Διδώ άρπαξαν από την παραλία πολλά κορίτσια, που τα πήραν μαζί τους, σύμφωνα πάντα με την Επιτομή του Ιουστίνου. Τα κορίτσια αυτά ήταν ανάμεσα σ’ εκείνα που κατοίκησαν την Καρχηδόνα, την πόλη που η Διδώ οικοδόμησε αργότερα, όταν έφυγε από την Κύπρο και κατέληξε στα βόρεια παράλια της Αφρικής. Η μυθολογική αυτή αφήγηση πιθανό να σημαίνει ότι στον αποικισμό που οδήγησε στο κτίσιμο της Καρχηδόνας πήραν μέρος, εκτός από τους Φοίνικες και Κύπριοι, αφού μέσω Κύπρου είχαν διακινηθεί οι Τύριοι προς την Αφρική.

Η ίδρυση της Καρχηδόνας τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα. Κατά το διάστημα της ακμής της, όταν η Καρχηδόνα διατηρούσε συνεχείς επαφές με τη φοινικική μητρόπολη, την Τύρο, ενδιάμεσος σταθμός για τις επαφές αυτές ήταν η Κύπρος, ιδίως δε η πόλη του Κιτίου στην οποία σημαντικό ήταν το φοινικικό στοιχείο. Τούτο προκύπτει και από σχετική αναφορά του βιβλικού προφήτη Ησαΐα (8ος π.Χ. αιώνας) που θρηνεί για την αιχμαλωσία της Τύρου και, μεταξύ άλλων, αναφέρει:…Ολολύξατε, πλοία Καρχηδόνος, ότι απώλετο (η Τύρος), και ουκέτι έρxονται εκ γης Κιτιαίων…. Δηλαδή:
Θρηνήσατε δυνατά, καράβια της Καρχηδόνας, γιατί εχάθη η Τύρος και πλέον δεν έρχονται από τη χώρα των Κιτιαίων (δηλαδή την πόλη του Κιτίου, στην Κύπρο).
Από το πιο πάνω απόσπασμα του προφήτη Ησαΐα, συνάγεται ότι στις εμπορικές δραστηριότητες των Φοινίκων η Κύπρος, ιδίως δε το Κίτιον, ήταν διαμετακομιστικός σταθμός.

Είναι φυσικό ότι η ευρεία διεξαγωγή εμπορίου κατά την αρχαιότητα απαιτούσε την ύπαρξη εμπορικού στόλου, ενώ οι διάφοροι κίνδυνοι που υπήρχαν απαιτούσαν και την ύπαρξη πολεμικού στόλου που προστάτευε τον εμπορικό. Κατά την αρχαιότητα αναφέρονται σημαντικοί αριθμοί κυπριακών πολεμικών πλοίων: στην εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδας η συμμετοχή των Κυπρίων αριθμούσε 150 πλοία, ενώ τον Αλέξανδρο οι Κύπριοι βασιλιάδες ενίσχυσαν με 120 πλοία. Για ισχυρές ναυτικές δυνάμεις των Κυπρίων, που ταξίδευαν άφοβα στη θάλασσα, κάνει λόγο κι ο Στράβων. Ο Ευστάθιος αναφέρει ότι οι Κύπριοι ήταν κάποτε θαλασσοκράτορες, και τους ονομάζει ευτυχέστατους από όλους τους νησιώτες.

Μικροκλίμακας πλόας της ελληνιστικής περιόδου από την Κύπρο

Η φήμη των Κυπρίων ως ειδικών στη ναυπήγηση καραβιών ήταν πολύ μεγάλη, αφού ακόμη και η Σεμίραμις, η περίφημη βασίλισσα των Ασσυρίων (18ος π.Χ. αιώνας) προσκάλεσε τεχνίτες από την Κύπρο, τη Φοινίκη και τη Συρία για να της φτιάξουν καράβια όπως αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης. Μέχρι και την Ελληνιστική εποχή, αναφέρεται ότι Πτολεμαίοι βασιλιάδες κατασκεύαζαν πολεμικά πλοία στην Κύπρο.
Αργότερα, από την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας και έπειτα, οι Κύπριοι έχασαν σταδιακά τη μεγάλη τους ικανότητα στη θάλασσα αφού οι καινούργιες μεγάλες αυτοκρατορίες (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή) δεν είχαν πια τόση ανάγκη των ναυτικών τους υπηρεσιών και της πείρας τους. Η Κύπρος, σαν μικρή και σχετικά ασήμαντη πια επαρχία, και αργότερα κτήση μεγάλων ναυτικών δυνάμεων , χρησιμοποιήθηκε σαν ναυτικός σταθμός ξένων στόλων. Κι αφού οι μεγάλοι κυρίαρχοι ενδιαφέρονταν πια για την εκμετάλλευση περισσότερο των πλουτοπαραγωγικών πόρων του ίδιου του νησιού, οι κάτοικοί του απομακρύνθηκαν σταδιακά από τη θάλασσα.

Πλόας από την Κύπρο σε μοντέλο μικροκλίμακας του 600-480 π.Χ. από την Αμαθούντα, υποδεικνύοντας τη σημασία της περιοχής ως ναυτιλιακό κέντρο.

Κατά την αρχαιότητα, αφού η θάλασσα αποτελούσε πάντοτε σημαντικότατο στοιχείο για τους κατοίκους της Κύπρου, ήταν φυσικό ν’ αποτελεί αντικείμενο πολλών παραδόσεων και θρύλων. Ακόμη, με τη θάλασσα σχετίζονταν κατά την αρχαιότητα, και σχετίζονται ακόμη, θρησκευτικές και άλλες τελετές.
Σήμερα, η κυπριακή θάλασσα εξακολουθεί ν’ αποτελεί ανεκτίμητο εθνικό κεφάλαιο, όχι μόνο ως πηγή πλουτοπαραγωγική αλλά και ως σημαντικό στοιχείο για ψυχαγωγία και για αθλητικές δραστηριότητες. Εξάλλου η ανεπτυγμένη τουριστική βιομηχανία της Κύπρου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην όμορφη θάλασσα και τις θαυμάσιες ακτές του νησιού που εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες απολαμβάνουν κάθε χρόνο.
Κατά την αρχαιότητα, οι δραστήριοι Κύπριοι ναυτικοί είχαν την δική τους προστάτιδα θεότητα που ήταν κατά κύριο λόγο η θεά του νησιού, η Κυπρία Αφροδίτη, παρά ο Ποσειδών που στην αρχαία ελληνική μυθολογία ήταν ο κυρίαρχος των θαλασσών.

Η Αφροδίτη, γεννημένη από τον αφρό της θάλασσας κατά την επικρατέστερη μυθολογική εκδοχή, είχε άμεση σχέση με το υγρό στοιχείο και λατρευόταν με πολλά λατρευτικά επίθετα που φανερώνουν τις θαλασσινές της ιδιότητες, όπως: Αφρογένεια, Ειναλία, Λιμενία, Ποντία, Πελαγία, Ευπλοία κλπ. Ιδιαίτερα, επίθετα όπως Ευπλοία φανερώνουν ιδιότητα της θεάς ως προστάτιδας του καλού θαλασσινού ταξιδιού, κατά συνέπεια δε ως προστάτιδας των ναυτιλλομένων.
Γι’ αυτή, εξάλλου, την ιδιότητα της θεάς, υπάρχουν αρκετές φιλολογικές αναφορές στις αρχαίες γραπτές πηγές. Σε απόσπασμα, για παράδειγμα, ποιήματος της Σαπφούς, γίνεται επίκληση στην Αφροδίτη να χαρίσει καλό θαλασσινό ταξίδι:…Λίσσομοί σε, Κύπρι, θεά… δος ευπλόησαι…
Σε επίγραμμα πάλι, της Ανύτης, αναφέρεται η ιδιότητα της θεάς να χαρίζει ασφαλή ταξίδια στους ναύτες:…όφρα φίλον ναύτησι τελή πλόον…
Στο ίδιο επίγραμμα, αναφέρεται ότι το πέλαγος τρέμει όταν βλέπει το αλειμμένο με μύρα άγαλμα της θεάς:…αμφί δε πόντος δειμαίνει, λιπαρόν δερκόμενος ξόανον…
Μικρά αγαλματάκια της θεάς Αφροδίτης φαίνεται ότι συνήθιζαν να έχουν στα καράβια τους οι ναυτικοί, τα οποία και επικαλούνταν σε ώρες κινδύνου, όπως αργότερα και μέχρι σήμερα συνηθίζουν οι ναυτικοί να έχουν μαζί τους στα σκάφη εικόνες του Χριστιανού προστάτη των θαλασσινών, του αγίου Νικολάου. Μια τέτοια περίπτωση όπου το πλήρωμα ενός εμπορικού καραβιού σώθηκε από βέβαιο χαμό όταν επικαλέστηκε το αγαλματάκι της Αφροδίτης που βρισκόταν στο καράβι, αναφέρει ο Αθήναιος που αντλεί από τον Πολύχαρμο το Ναυκρατίτη.

Αμαθούς Κύπρος μικροκλίμακας πλόας του 600π.Χ.

Άλλο σχετικό επεισόδιο αναφέρει ο Πλούταρχος στα Ηθικά του, και αφορά σωτήρια επέμβαση της Αφροδίτης σε μια περίπτωση όπου πολλοί ναυτικοί κινδύνευαν να πεθάνουν από δίψα γιατί τους είχε σωθεί το πόσιμο νερό στη μέση του πελάγους.
Κοινό κι άξιο προσοχής χαρακτηριστικό των δυο επεισοδίων που σώζονται σε διηγήσεις αρχαίων συγγραφέων, είναι ότι και τα δύο επεισόδια αναφέρονται σε σωτηρία ναυτικών που είχαν ξεκινήσει τα ταξίδια τους από την Κύπρο. Στο πρώτο επεισόδιο, οι ναυτικοί σώθηκαν αφού προσευχήθηκαν σε αγαλματάκι της θεάς που αγοράστηκε λίγο πιο πριν στην Πάφο (απ’ όπου και άρχισε το θαλασσινό τους ταξίδι). Στο δεύτερο επεισόδιο, η ίδια η Αφροδίτη είχε εμφανιστεί σε ιδιοκτήτη καραβιού που φόρτωνε εμπορεύματα στην Κύπρο, και τον διέταξε να γεμίσει το καράβι του μόνο με πόσιμο νερό, πριν αναχωρήσει.
Κατά την αρχαιότητα θα πρέπει, ασφαλώς, να υπήρχαν και πολλές άλλες παρόμοιες παραδόσεις, πέρα από τις δύο που σώθηκαν.

Κύπρος Γολγοί από το ιερό -Άγιος Φώτιος ,λίθινο αγαλματίδιο πολεμιστή, μέσα του 6ου αι π.Χ . – ΜΕΤ Ν.Υόρκης . Αιγυπτιακά και οι Ελληνικά χαρακτηριστικά συγχωνεύονται σε αυτό το άγαλμα . Φοράει το αιγυπτιακό κατωφόρι με ένα τροποποιημένο Ελληνικό κράνος όπου οι μαλακά στρογγυλεμένες φόρμες που αγκαλιάζουν το κεφάλι αφήνουν ασαφές εάν το κράνος είναι κατασκευασμένο από μέταλλο. Η άρθρωση του μυϊκού συστήματος, ιδιαίτερα στα χέρια, είναι μια περαιτέρω ένδειξη της ελληνικής επιρροής.

ΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ

Την Κυπρογεωμετρική εποχή διαδέχεται η Κυπροαρχαϊκή εποχή (725-475 π.Χ.), που και αυτή διαχωρίζεται σε δύο υποπεριόδους: την Κυπροαρχαϊκή Ι (725-600 π.Χ.) και την Κυπροαρχαϊκή ΙΙ (600-475 π.Χ.). Κύρια χαρακτηριστικά της εποχής αυτής είναι από τη μια μεριά η συνέχιση της ύπαρξης των διαφόρων ανεξάρτητων κυπριακών βασιλείων και από την άλλη η κυριαρχία πάνω σε αυτά και σε ολόκληρη την Κύπρο ξένων ισχυρών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές ήταν, κατά σειρά, οι Ασσύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι δύο πρώτες δυνάμεις κυριάρχησαν στην Κύπρο για σύντομα μόνο διαστήματα.

Οι Ασσύριοι ( κατακτητές ; )

Ασσύριος πολεμιστής

Η Ασσυρία ήταν τμήμα της Μεσοποταμίας, μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Πριν από την άνοδο των Ασσυρίων, στον χώρο εκείνο κυριαρχούσαν οι Σουμέριοι, μη σημιτικός λαός που άρχισαν να εκτοπίζονται μετά την κατάρρευση της δυναστείας των Ουρ. Οι Ασσύριοι σημιτικός λαός έγιναν μεγάλη δύναμη κατά τον 9ο και 8ο π.Χ. αιώνα, με κυριότερα κέντρα τους την Ασούρ, την Αγάδη και την Νινευή.
Όπως ήταν επόμενο, όταν οι Ασσύριοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη επιδίωξαν να επεκταθούν προς τα παράλια της παλαιστινιακής ακτής. Μεταξύ των πολλών μερών που κατέλαβαν, περιλαμβάνονταν η Συρία, η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος. Η Κύπρος, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης κυρίως, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι θα περνούσε κάτω από την κυριαρχία τους, όπως και πέρασε για ένα σύντομο σχετικά διάστημα.

Το ασσυριακό κράτος άρχισε να εξασθενεί μετά το θάνατο του βασιλιά Ασσουρπανιπάλ (Σαρδανάπαλου), και τελικά διαλύθηκε το 605 π.Χ. από το βασιλιά των Περσών Κύρο.
Από επιγραφή που βρέθηκε στο ανάκτορο του Khorshabad, μαθαίνουμε πως ο βασιλιάς των Ασσυρίων Σαργών Β’ (περ.724/21 – 7Ο5 π.Χ.), κατέλαβε την Κύπρο το 7Ο9 π.Χ. και ανάγκασε τους βασιλιάδες της να του προσκυνήσουν το πόδια, δηλαδή να υποταχτούν σ’ αυτόν. Στην κατάκτηση της Κύπρου από το Σαργώνα Β’ αναφέρεται και μια επιγραφή που βρέθηκε το 1845 στη Λάρνακα και που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Βερολίνου. Η επιγραφή αυτή αναφέρει πως 7 Κύπριοι βασιλιάδες προσκύνησαν το βασιλιά Σαργώνα και ανάμεσα σε άλλα δώρα του είχαν στείλει στη Βαβυλώνα χρυσάφι, ασήμι, έβενο και ξυλεία.
Ο διάδοχος του Σαργώνα Β’, Σενναχερίμ (705-681 π.Χ.), χρησιμοποίησε μετά την έκτη εκστρατεία του ναυτικούς από την Τύρο, τη Σιδώνα και την Κύπρο για να εργαστούν στον ποταμό Τίγρη.

Χάλκινο αγαλματίδιο με οφθαλμούς από ύαλο από την Κύπρο του 8ου -7ου αι.π.Χ.

Άλλη επίσης μαρτυρία για την κατάκτηση της Κύπρου από τους Ασσυρίους υπάρχει στο περίφημο πρίσμα του βασιλιά Εσσαρχαδώνος ( ή Ασσαρχαδώνος) (680-669 π.Χ.) που αναφέρεται στην κατασκευή του ανακτόρου της Νινευή.
Δέκα Κύπριοι βασιλιάδες φαίνεται ότι πλήρωναν φόρο υποτέλειας. Στο πρίσμα του Εσσαρχαδώνος, που χρονολογήθηκε στο 673/2 π.Χ., αναφέρονται οι ακόλουθες κυπριακές πόλεις (σύμφωνα με την ταύτιση που έγινε από τους μελετητές) καθώς και τα ακόλουθα ονόματα βασιλιάδων τους:
• Ιδάλιον, με βασιλιά τον Ekistura (Ακέστωρ;).
• Χύτροι, με βασιλιά τον Πυλαγόρα
• Πάφος, με βασιλιά τον Ετέανδρο
• Κούριον, με βασιλιά το Δάμασο
Ταμασσός, με βασιλιά τον Atmesu (Ατμεσού).
• Κιτίον, με βασιλιά τον Bususu (;).
• Σαλαμίς, με βασιλιά τον Kisu (;). Κίσο
• Σόλοι, με βασιλιά τον Eresu (;). Έρεσο
• Λήδρα, με βασιλιά τον Unasagusu (Ονασαγόρας).
• Αμαθούς, με βασιλιά τον Damusi (;). Δάμοση
Μερικές αμφιβολίες υπάρχουν για τη 10η πόλη, που ταυτίστηκε με την Αμαθούντα.

Ο βασιλιάς των Ασσυρίων Ασσουρπανιπάλ (ή Σαρδανάπαλος) (668-633) κατά τη διάρκεια του πολέμου που έκανε εναντίον του Τaharqua, βασιλιά της Νουβίας (το 667 π.Χ.), ζήτησε βοήθεια και από τους βασιλιάδες της Κύπρου, της Συρίας και της Παλαιστίνης.
Δεν είναι απόλυτα ακριβής η χρονική διάρκεια της κυριαρχίας των Ασσυρίων πάνω στην Κύπρο. Κατά προσέγγιση η κυριαρχία τους τοποθετείται από το 709 μέχρι το 669 π.Χ.
Δεν φαίνεται να υπάρχει διαφωνία για το χρόνο έναρξης της κυριαρχίας των Ασσυρίων, που τοποθετείται στο 709 π.Χ., στα χρόνια της βασιλείας του Ασσύριου βασιλιά Σαργώνος Β’.

Σε επιγραφή που βρέθηκε και χρονολογήθηκε στο 667 π.Χ., ο βασιλιάς Ασσουρπανιπάλ ισχυρίζεται ότι εξακολουθούσε να παίρνει φόρο υποτέλειας από 22 βασιλιάδες της Κύπρου, της Συρίας και της Παλαιστίνης, και τούτο είχε οδηγήσει αρχικά τους μελετητές να θεωρήσουν ότι η υποταγή της Κύπρου στους Ασσύριους είχε συνεχιστεί και στις ημέρες του Ασσουρπανιπάλ. Η αντιπαραβολή όμως της επιγραφής του Ασσουρπανιπάλ με το πρίσμα του Εσσαρχαδώνος απέδειξε πως τα ονόματα των βασιλιάδων και στα δύο κείμενα ήταν πανομοιότυπα. Η λογική υπόθεση ότι ήταν πολύ απίθανο να μην είχε αλλάξει ούτε ένας βασιλιάς στην Κύπρο στο διάστημα που χωρίζει τις δύο επιγραφές, οδήγησε στην αντίληψη ότι ο κατάλογος του Ασσουρπανιπάλ ήταν απλώς αντιγραφή του καταλόγου του Εσσαρχαδώνος. Γι’ αυτό θεωρείται πιο πιθανό ότι η ασσυριακή κυριαρχία πάνω στην Κύπρο τερματίστηκε το 669 π.Χ., με το θάνατο του Εσσαρχαδώνος,δηλαδή 40 έτη.

Κυπριακό μαχαίρι 2500–1050 π.Χ. .The Cesnola Collection, περιγραφή του ιδίου 1874–76 ΜΕΤ

Συνεπώς υποθέτουμε ότι η ασσυριακή κυριαρχία διάρκεσε 40 χρόνια (από το 709 μέχρι το 669 π.Χ.). Από το 669 π.Χ. η Κύπρος είχε καταστεί και παραμείνει ανεξάρτητη για έναν περίπου αιώνα, μέχρι το 565, οπότε υποτάχτηκε στους Αιγυπτίους και, στη συνέχεια, στους Πέρσες.

Όμως ο Ηρόδοτος αγνοεί την κυριαρχία των Ασσυρίων στην Κύπρο, γράφοντας πως ο Αιγύπτιος βασιλιάς Άμασις ήταν ο πρώτος που υπέταξε το νησί. Είτε ο μεγάλος ιστορικός θεωρούσε την ασσυριακή κυριαρχία μόνο τυπική αφού η Κύπρος δεν υποτάχτηκε στους Ασσυρίους μετά από πολεμική ήττα αλλά απλώς είχε συμφωνήσει να καταβάλλει φόρο υποτέλειας διατηρώντας τα αυτόνομα βασίλεια και τους βασιλιάδες της, είτε δε γνώριζε το γεγονός.

Όπως συνέβαινε κατά κανόνα στην αρχαιότητα με όλες τις κατακτήσεις, οι Ασσύριοι όταν υπέταξαν την Κύπρο αρκέστηκαν στην είσπραξη φόρου υποτέλειας από το νησί και δε δοκίμασαν να αλλάξουν ή να διαφοροποιήσουν τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές. Άφησαν ελεύθερους τους Κυπρίους βασιλιάδες να διαχειρίζονται οι ίδιοι τις υποθέσεις των βασιλείων τους και ν’ απολαμβάνουν κάποιας μορφής πολιτική ανεξαρτησία. Αυτό άλλωστε έγινε και με τους κατακτητές που ακολούθησαν, Αιγυπτίους και Πέρσες.

Κυπριακό τεμάχιο από κάποιο αντικείμενο από χαλκό των αρχών του 7ου αι .π.Χ

Συνέπεια της τακτικής αυτής ήταν η ακμή της κυπριακής τέχνης την εποχή αυτή, και ιδίως στον αιώνα της ανεξαρτησίας που ακολούθησε την ασσυριακή κυριαρχία. Η ακμή αυτή είναι ιδιαίτερα αισθητή από τα μοναδικά ευρήματα των βασιλικών τάφων της Σαλαμίνας, που ήταν τότε το πιο σημαντικό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της Κύπρου. Τα ευρήματα αυτής της εποχής από τη Σαλαμίνα αντικατοπτρίζουν το ψηλό επίπεδο στο οποίο έφτασε η τέχνη στην Κύπρο, αλλά ταυτόχρονα και τον πλούτο και τη χλιδή των Κυπρίων βασιλιάδων.
Πέρα όμως από αυτά, και το εμπόριο είχε αναπτυχθεί και κατ’ επέκταση διευρύνθηκαν οι σχέσεις της Κύπρου με τον έξω κόσμο.

Λίθινο αφιερωματικό τέθριππο από την Κύπρο 7ος – 6ος αι π.Χ.

Όμως… Ό Ηρόδοτος αγνοούσε το γεγονός επίσης διαπιστώθηκε ότι τα γραπτά των Ασσυρίων είχαν χοντροειδή λάθη (ίδιοι βασιλείς επί πολλά πολλά χρόνια) ,κανένα έργο ολκής ασσυριακού χαρακτήρα δεν βρέθηκε στην Κύπρο. δεν βρέθηκαν αντικείμενα του Ασσυριακού πολιτισμού που σαν κατακτητές θα είχαν φτιάξει , κάποιο οχυρωματικό έργο που συνήθως έφτιαχναν ,Ο μεγάλος βασιλιάς των Ασσυρίων Ασσουρπανιπάλ ζήτησε βοήθεια από τους Κύπριους βασιλιάδες (το 667π.Χ.) …!!! Την χρονολογία που η επιγραφή λέει ότι έχει κατακτήσει και είναι υποτελείς 22 βασιλιάδες της Κύπρου, της Συρίας και της Παλαιστίνης Μετά από όλα αυτά ,που αναφέρουν οι ερευνητές αρχαιολόγοι , υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες εάν οι Ασσύριοι υπέταξαν ποτέ την Κύπρο.

Οι Αιγύπτιοι

Ενώ κατά τους Ιστορικούς χρόνους το εμπόριο στην Κύπρο όλο και επεκτείνεται με κατεύθυνση προς και από το Αιγαίο και την Ελλάδα γενικότερα, εξακολουθεί ωστόσο ν’ αναπτύσσεται και με την Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη, με τη συμβολή και των Φοινίκων,αλλά βέβαια και των Μυκηναίων ,όπου πάρα πολλά στοιχεία έχουν βρεθεί στην Συρο-Παλαιστίνη και Μ.Ασία και όχι μόνον.
Ταυτόχρονα η αυτοκρατορία των Ασσυρίων αρχίζει να παρακμάζει και να καταρρέει, ενώ η Αίγυπτος εξελίσσεται σε ισχυρή δύναμη στην περιοχή. Μετά την ,αμφίβολη τελικά(;) κυριαρχία των Ασσυρίων στην Κύπρο (τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα), κι αφού το νησί παρέμεινε για έναν περίπου αιώνα ανεξάρτητο, δέχτηκε στη συνέχεια αιγυπτιακές επιδρομές.
Ο βασιλιάς Χόφρα της Αιγύπτου ο Απρίης στους Έλληνες ιστορικούς (588-569 π.Χ.), επιτέθηκε κατά της Κύπρου και παρά το ότι νίκησε τον ενωμένο στόλο Κυπρίων και Φοινίκων, ωστόσο δεν μπόρεσε να κατακτήσει την Κύπρο.
Την κατάκτηση του νησιού πέτυχε, γύρω στα 560 π.Χ., ο διάδοχός του βασιλιάς της Αιγύπτου Άμασις (569-525 π.Χ.), που ήρθε όμως περισσότερο σαν προσκυνητής παρά σαν σκληρός κατακτητής.

Κατά το Διόδωρο Σικελιώτη, ο Άμασις υπέταξε τις πόλεις της Κύπρου και στόλισε με αξιόλογα αφιερώματα πολλά από τα ιερά τους . Οι Κύπριοι βασιλιάδες έγιναν φόρου υποτελείς στον Άμασι , διατήρησαν όμως τους τίτλους και τα βασίλειά τους σε ένα καθεστώς ημιανεξαρτησίας. Η σύντομη σχετικά αιγυπτιακή κυριαρχία άφησε έκδηλες τις επιδράσεις της στη ζωή των Κυπρίων, επιδράσεις που αντικατοπτρίζονται στα αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου αυτής, ιδιαίτερα στη γλυπτική.

Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο έγχρωμος διάκοσμος στο εσωτερικό του συμμετρικά διαμορφωμένου τάφου 80 στη νεκρόπολη της Σαλαμίνας, με σχηματοποιημένους παπύρους και λωτούς, που φανερώνουν καθαρά αιγυπτιακή επίδραση από την εσωτερική διακόσμηση αιγυπτιακής σαρκοφάγου της εποχής του Ραμσή Β’. Ο Βάσος Καραγιώργης υποθέτει πως πρόκειται για τάφο που μοιάζει με τάφο Αιγυπτίου ηγεμόνα της περιοχής. Ο τάφος 80 χρονολογείται στην Κυπρο-Αρχαϊκή ΙΙ (600-475 π.Χ.) Κυπρο-Κλασική Ι (475-400 π.Χ.) εποχή.

Η ευμενής μεταχείριση των Κυπριακών βασιλείων από τον Άμασι αποδίδεται σε διάφορους λόγους κι ασφαλώς ένας σημαντικός από αυτούς ήταν ότι τη δύναμή του τη στήριζε σε ένα μεγάλο βαθμό σε Έλληνες μισθοφόρους στρατιώτες που τον υπηρετούσαν, άρα όλοι γνώριζαν ότι οι Κύπριοι και οι Έλληνες είναι αδελφοί λαοί.

Όταν οι Έλληνες και οι Κύπριοι εξεγέρθηκαν κατά των Ασσυρίων στην Αshdod της Φοινίκης, ο Νουβός βασιλιάς της Αιγύπτου Shabako, της ΧΧV αιθιοπικής δυναστείας, που βασίλεψε από το 715 ως το 664, παρέδωσε τους Κυπρίους και τους Έλληνες υποκινητές στους Ασσυρίους.
Οι Κύπριοι και Ελλαδίτες μέχρι τότε επάνδρωσαν Ασσυριακούς στόλους που στρέφονταν κατά της Αιγύπτου, και η παράδοση των επαναστατών από το Shabako ήταν προφανώς πράξη εκδίκησης γι’ αυτή την μέχρι τότε ναυτική τους δραστηριότητα κατά της Αιγύπτου.

Γογλοί- Ιερό Ασβεστολιθικό άγαλμα στεφανωμένου Κύπριου άρρενος αγένειου πιστού Κύπρος 550-525 π.Χ.

Επίσης τα κυπριακά λιμάνια διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο ως κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Αιγύπτου και δυτικού κόσμου, τα χρησιμοποιούσαν δε τακτικά τα ελληνικά καράβια που επισκέπτονταν την Ναυκράτιδα, νέα ελληνική αποικία στην ίδια την Αίγυπτο. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η σύζυγος του Φαραώ Άμασι ήταν η Ελληνίδα Λαοδίκη από την Κυρήνη.

Η εγκατάσταση Κυπρίων τεχνιτών και εμπόρων στην Αl Mina στη Β. Συριακή ακτή και στη Ναυκράτιδα, στη Ρόδο κ.α. κατά τους 8ο-6ο π.Χ. συνέβαλε στην εισβολή ξένων καλλιτεχνικών αντιλήψεων στην Κύπρο, ανάμεσά τους και αιγυπτιακών, που σταδιακά εξελληνίζονται.

Η θεα των βροχών .ΟΜΒΡΙΟΣ ΘΕΑ Άγαλμα από την Κύπρο

Ο τάφος 1 της Σαλαμίνας, του 8ου αι. π.Χ., έχει πρόσοψη αιγυπτιάζουσα και τα περιεχόμενά του – σκύφοι, δίσκοι κλπ-χαρακτηρίστηκαν ως η προίκα μιας Ελληνίδας πριγκίπισσας που παντρεύτηκε μέλος της βασιλικής οικογένειας της Σαλαμίνας .Ο τάφος 79, που χρησιμοποιήθηκε στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και λίγο αργότερα, ο πιο πλούσιος «βασιλικός» τάφος της πόλης, πλάι στον «Ομηρικό» θρόνο και άλλα όμοια κατάλοιπά του περιείχε θρόνους και ελεφάντινες πλάκες με παραστάσεις μορφών από την αιγυπτιακή εικονογραφία, όπως του Bes, θεού της οικίας και θεραπευτή, και του Heh, η τεχνοτροπία τους όμως μοιάζει με εκείνη των ελεφάντινων πλακών της ασσυριακής Nimrud και εισήλθε μέσω Φοινίκης.

Άγαλμα εκ λίθου από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ.
Γολγοί από το Ιερό -Άγιος Φώτιος Κύπρος

Στο Κούριον, σε Κυπρο-Αρχαϊκό ορειχάλκινο situla (= κάδος) στο ναό του Απόλλωνα υπάρχει επιγραφή στην κυπριακή συλλαβική και στην αιγυπτιακή ιερογλυφική γραφή. Ειδικότερα, όμως, στη γλυπτική το Κυπρο- Αιγυπτιακό ύφος πέρασε στην Κύπρο σε σημαντική έκταση: τα κυπριακά αγάλματα και γλυπτά φορούν αιγυπτιακή στολή και κάλυμμα της κεφαλής και έχουν έκφραση στο πρόσωπο, όπως τα αιγυπτιακά.

Επίστεψη στοιχείου πιθανά στήλης του 6-5ου αι. π.Χ- Ιδάλιον Κύπρος

Η προοδευτική αυτή αιγυπτιάζουσα τεχνοτροπία έγινε για 150 χρόνια σταθερό χαρακτηριστικό της κυπριακής γλυπτικής, αν και παράλληλα και σύγχρονα παρουσιάστηκε και η ιωνική επίδραση, που παρήγαγε την Κυπρο- Ιωνική τεχνοτροπία στη διάρκεια της Αρχαϊκής εποχής. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στα χρόνια εκείνα (750-475 π.Χ.) η κυπριακή καλλιτεχνική παραγωγή κυμαίνεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο αιγυπτιακός λεγόμενος κανόνας στη γλυπτική κυριάρχησε και στην Κύπρο αλλά κάποτε και διαμέσου της Κύπρου επηρέασε και την ελληνική γλυπτική και πλαστική.

Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. εμφανίζεται αντίστροφα η κυπριακή επίδραση στην Αίγυπτο, ειδικά στην ελληνική αποικία Ναυκράτιδα, όπου βρίσκονται πολλά κυπριακά αγγεία και άλλα αντικείμενα και όπου το άγαλμα της Αφροδίτης στον εκεί ναό της ήταν κυπριακής προέλευσης.

Κύπρος ιππέας αγαλματίδιο 600 π.Χ.

Κύπριοι μετείχαν στο στρατό Ελλήνων μισθοφόρων που διοικούσε ο Αιγύπτιος ναύαρχος Χας την εποχή του Φαραώ Ψαμμήτιχου Β’ (595-589 π.Χ.), πιθανώς απόγονοι των μισθοφόρων που είχαν υπηρετήσει τον Ψαμμήχιτο Α’ (664-610 π.Χ.) που είχε καταλάβει την εξουσία με τη βοήθειά τους.

Τα παλαιότερα και ωραιότερα λίθινα ειδώλια που βρέθηκαν στη Ναυκράτιδα παράγονταν, σύμφωνα με τις πρόσφατες ειδικές έρευνες, από Έλληνες τεχνίτες της Ανατολής που εμπνεύστηκαν από τα προϊόντα των κυπριακών εργαστηρίων, είτε στη Ναυκράτιδα, όπου ζούσαν και αρκετοί Κύπριοι έμποροι, είτε στην Κύπρο.

Ελληνικά αγγεία από τον ναό της Αφροδίτης Στην Ναυκρατίδα -Αίγυπτος

Όλα πάντως ανήκουν στην εποχή της αιγυπτιακής κατοχής της Κύπρου . Ο κυπριακός ρόλος στις ελληνο- αιγυπτιακές εμπορικές σχέσεις στους 7ο- 6ο αι. π.Χ. και ιδίως γύρω στα 550 π.Χ., ήταν πολύ σημαντικός και πάντως σπουδαιότερος από εκείνον των Φοινίκων, κι απ’ αυτόν προέκυψε κι ο Κυπρο-Αιγυπτιακός ρυθμός στη γλυπτική , που έργα της εξάγονταν στη Ρόδο, Πάρο, Σάμο, Χίο, Μήλο και άλλα μέρη της Ελλάδας.

Ελληνικά αγγεία από τον ναό της Αφροδίτης Στην Ναυκρατίδα -Αίγυπτος

Από όσα τέτοια έργα (180) βρέθηκαν μέχρι σήμερα στην ίδια την Κύπρο, το πιο σημαντικό είναι φυσικού μεγέθους ανδριάντας του Τιμαγόρα (600-550 π.Χ.) κατασκευασμένος σύμφωνα με το σαϊτικό αιγυπτιακό κανόνα αλλά με κάποιες διαφορές στη δομή, που οφείλονται στην αφομοίωση και εξελληνισμό μερικών βασικών στοιχείων του κατά, το πρότυπο των αρχαϊκών ελληνικών κούρων. Οι ίδιοι οι κούροι είχαν εξάλλου αρχικά επηρεαστεί από την Κυπρο-Αιγυπτιακή τεχνοτροπία του 7ου π.Χ. αι.

Κυπρο-Μερικά Αιγυπτιακής τεχνοτροπίας αγάλματα από την Κύπρο

Οι αιγυπτιακοί σκαραβαίοι και άλλα αντικείμενα φαγεντιανής που εισαχθήκανε στο Κίτιον και σε άλλες πόλεις της Κύπρου, μεταξύ 625-575 π.Χ. καθώς και στη Ρόδο και αλλού, προέρχονταν κυρίως από τη Ναυκράτιδα, χώρο διασταύρωσης ελληνικών και αιγυπτιακών, καλλιτεχνικών αντιλήψεων. Τελικά όμως οι επιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να δαμάσουν τις καθαρά ελληνικές ιδέες της αισθητικής συμμετρίας, που επιβάλλεται στους στυγνούς μαθηματικούς κανόνες της αιγυπτιακής τέχνης.
Η γεωγραφική θέση της Αμαθούντας στο δρόμο προς τη Ναυκράτιδα, συνέβαλε στο να γίνει η κυπριακή αυτή πόλη κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, για τα ελληνικά πλοία που έπλεαν προς το Δέλτα, ιδίως αγγείων της Χίου, Ρόδου, Κορίνθου και της Ναυκράτιδος, που πουλιόντουσαν στην Αμαθούντα, στη Σαλαμίνα και στο Μάριο.

Έτσι ενισχύθηκαν οι κυπρο-ιωνικές σχέσεις, εμπορικές και πολιτιστικές, κι έτσι αναπτύχθηκε πιο πολύ ο Κυπρο-Ιωνικός ρυθμός. Ανάμεσα στα αφιερωματικά ειδώλια του περίφημου αγροτικού ιερού της Αγίας Ειρήνης περιλαμβάνεται και μικρή τερακότα που παριστάνει όρθιο άνδρα με κυλινδρικό σώμα, που κρατεί το αιγυπτιακό σύμβολο Ankh (που βρίσκεται αποτυπωμένο και σε νομίσματα και άλλα αντικείμενα στην Κύπρο). Μοιάζει Αφρικανός στα χαρακτηριστικά του προσώπου του και προφανώς παριστάνει Αιγύπτιο ή Αιθίοπα λατρευτή της θεότητας του ιερού, ένα από τους Αιθίοπες ή και Αιγυπτίους που πέρασαν από, ή εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο στη διάρκεια της αιγυπτιακής κατοχής, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ζ,90).
Η παράξενη θρησκεία των αρχαίων Αιγυπτίων, καθώς και η σχετική μυθολογία, είχαν όπως αποδεικνύεται προσβάσεις από πολύ νωρίς σε Βορρά και Δύση, κι είχαν επηρεάσει σε αρκετό βαθμό τις θρησκείες και τις μυθολογίες άλλων λαών, όπως των Ελλήνων,αλλά και το αντίθετο .




Σε ότι αφορά την Κύπρο, ο επηρεασμός αυτός είχε δύο όψεις: α) Λατρεία καθαρά αιγυπτιακών θεοτήτων που εμφανίστηκε στην Κύπρο πιο πριν και που εντάθηκε, όπως ήταν φυσικό, κατά την εποχή της αιγυπτιακής κυριαρχίας (569-546 π.Χ.). Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι οι ναοί ήταν αφιερωμένοι σε (ή και σε) αιγυπτιακές θεότητες, ενώ αγάλματα, κύπελλα, κοσμήματα κ.ά. αντικείμενα που βρέθηκαν στην Κύπρο, ιδιαίτερα μεταξύ 7ου και 6ου αι. π.Χ., ήταν διακοσμημένα με παραστάσεις Αιγυπτίων θεών.
Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνεται κυπριακή παράσταση της θεάς Ίσιδος, αδελφής και συζύγου του πολύ δημοφιλή θεού Όσιρη, στο ανάκτορο του Βουνιού. Η θεά, με μορφή καθιστής γυναίκας, κρατεί στα γόνατά της το γιο της, το φτερωτό Αρποκράτη.
Άλλο άγαλμα παριστάνει το θεό Όσιρη με στέμμα της Άνω Αιγύπτου, να κρατεί μαστίγιο και σκήπτρο. Αγάλματα του θεού Bes βρέθηκαν στον τάφο 79 της Σαλαμίνας του 8ου αι. π.Χ., στο βόθρο 6 του Κιτίου του 600-450 π.Χ., σε ελεφάντινη πλάκα στο άδυτο του ναού 4 του Κιτίου του τέλους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.), και στο ιερό της Αγίας Ειρήνης, όπως κι ένα αυγό στρουθοκαμήλου που είχε διακοσμηθεί και εισαχθεί από την Αίγυπτο κατά την Αρχαϊκή περίοδο.
Στην Αμαθούντα επίσης, η οποία είχε πυκνές εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο, βρέθηκε άγαλμα του θεού Bes. Ο θεός Bes, που παριστάνεται με κωμική μορφή, θεωρούνταν σύμβολο ευτυχίας. Βρέθηκε επίσης στην Κύπρο παράσταση της θεάς Αθώρ, θεάς του ουρανού της γης και του Άδη. Μια ακόμη παράσταση της θεάς Αθώρ βρέθηκε στην ακρόπολη της Αμαθούντας, στον εκεί ναό της Αφροδίτης, που αποκαλύφτηκε πρόσφατα. Είναι δε γνωστό ότι σε μερικές περιπτώσεις αιγυπτιακές θεότητες τιμούνταν στην Κύπρο μαζί με αντίστοιχες του ελληνικού πανθέου, όπως η Ίσις-Αφροδίτη με κοινό ναό.

Ο Δίας, κρατώντας ένα κεραυνό στο δεξί του χέρι, κάθεται σε θρόνο στο κέντρο. Απέναντι του έχει τον Απόλλωνα που παίζει την κιθάρα (λύρα), και το μικρότερο σχήμα πίσω του έχει χαρακτηριστεί ως ο Ερμής από το κηρύκειο, ο προσωπικός φτερωτός κήρυκας του Διός . Πάνω από τους θεούς είναι ένα άρμα που το σέρνουν τέσσερα φτερωτά άλογα. Παρακάτω, μια μακρά Κυπρο-συλλαβική επιγραφή εκφράζει καθημερινές παραινέσεις φιλοσοφικά και συναισθήματα για την τύχη και τους θεούς.

Η δεύτερη μορφή επηρεασμού της αρχαίας ελληνικής θρησκείας (και κατ’ επέκταση και της κυπριακής) από την αντίστοιχη αιγυπτιακή, είναι η μεταφορά από την Αίγυπτο και η μεταφύτευση στην Ελλάδα στοιχείων, μύθων και μορφών, που χρησιμοποιήθηκαν σαν πρότυπα για τη δημιουργία, σε εξελληνισμένη μορφή, πολλών θεών. Αυτοί μεταφέρθηκαν αργότερα και στην Κύπρο, με την εγκατάσταση εδώ αποίκων από την Ελλάδα. , ωστόσο οι μελετητές εύκολα ταυτίζουν τον ελληνικό Δία με το πρότυπο του αιγυπτιακού Ρά-Άμμωνα, τον Θώτ με τον Ερμή των Ελλήνων και ιδιαίτερα με τον Τρισμέγιστο Ερμή, τον αιγυπτιακό Ώρο, αδελφό του Όσιρι, με τον ελληνικό Απόλλωνα (ενώ άλλοι με τον Απόλλωνα ταυτίζουν τον ίδιο τον Όσιρι), η αιγυπτιακή Ίσιδα θεωρείται από πολλούς μελετητές σαν η πρόγονος της ελληνικής Αρτέμιδος κλπ.
Βέβαια ο επηρεασμός δεν ήταν μονόπλευρος. Μελετητές πιστεύουν ότι η Αθηνά των Ελλήνων στάθηκε το πρότυπο της αιγυπτιακής Νεΐθ που μεταφυτεύτηκε από την Ελλάδα, κυρίως στη Σαΐδα όπου βασικά λατρεύτηκε.

Κεφαλή κυπριακού αγάλματος στεφανωμένου ανδρός 400-310 π.Χ.

Φυσικά η εύρεση ναών και αγαλμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι λατρευόταν ο κάθε θεός από τους κατοικούντες διότι σε μια υποτελή ή εξαρτώμενη κατά καιρούς χώρα ή πόλη ,τα ευρήματα αυτά ίσως αποτελούσαν μια επίδειξη του κατακτητή ή διπλωματική ή μέθοδο εξευγενισμού αντιπάλων ή πρόσκαιρων κατακτητών ή ισορροπία κοινωνικού ή πολιτικού στάτους μια ορισμένη εποχή .Όπως όμως διεφάνη συν τον χρόνο οι θεοί των Ελλήνων εκεί παρέμειναν στον αφιερωματικό δρώμενο των Κυπρίων αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού ή άλλου ρεπερτορίου

Οι Πέρσες

Κατά τη σύντομη αιγυπτιακή κυριαρχία αυτής της περιόδου, τα Κυπριακά Βασίλεια εξακολουθούσαν και πάλι να υπάρχουν, υποχρεώθηκαν όμως να πληρώνουν φόρους υποτέλειας. Γοργά όμως μια μεγαλύτερη ακόμη δύναμη άρχισε να εξαπλώνει την κυριαρχία της στην Εγγύς Ανατολή, και την Ανατολική Μεσόγειο, έτσι που κατέκτησε τόσο την Κύπρο όσο και την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μικρά Ασία, για να ανακοπεί όμως από τους Έλληνες. Η δύναμη αυτή ήταν οι Πέρσες.

Τα Κυπριακά Βασίλεια αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν την περσική κυριαρχία κατά το 546 π.Χ. Αρχίζει έτσι μια νέα φάση της Κυπριακής Ιστορίας που θα διαρκέσει περισσότερο από δύο αιώνες και θα χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες προσπάθειες απελευθέρωσης. Οι απελευθερωτικές προσπάθειες, τόσο των ίδιων των Κυπρίων όσο και των Αθηναίων και των Ιώνων, δεν πέτυχαν την άμεση αποτίναξη του Περσικού ζυγού στην Κύπρο.

Τούτο έγινε κατορθωτό αρκετά αργότερα, με τη θυελλώδη προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά των Περσών και τη διάλυση της αχανούς αυτοκρατορίας τους.
Κατά την διάρκεια της Περσικής κυριαρχίας, τα Κυπριακά Βασίλεια που υπήρχαν διατήρησαν και πάλι την αυτοτέλεια και αυτονομία τους, αλλά ήταν υποχρεωμένα να πληρώνουν φόρους στους Πέρσες. Ήταν επίσης υποχρεωμένα να παρέχουν σε αυτούς και στρατιωτική βοήθεια, κυρίως ναυτική, την οποία οι Πέρσες χρησιμοποίησαν επανειλημμένα (όπως για παράδειγμα κατά των υπόλοιπων Ελλήνων το 480 π.Χ. οπότε κατατροπώθηκαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, και το 525 π.Χ. κατά των Αιγυπτίων).

Άγαλμα Κούρου από ασβεστόλιθο, 500 περίπου π.Χ., Κυπριακό Μουσείο

Οι Κύπριοι βασιλιάδες, προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία και την αυτονομία τους, ήταν υποχρεωμένοι να συμπεριφέρονται συνεχώς με πολλή διπλωματικότητα και να είναι πολύ προσεκτικοί επειδή η επιβίωσή τους εξαρτώνται από την εξισορρόπηση μεταξύ των συγκρουόμενων στην περιοχή δυνάμεων, ιδίως μεταξύ Περσών και Ελλήνων (βασικά των Αθηναίων). Ωστόσο μερικές φορές δε δίστασαν να δράσουν ανοικτά κατά των Περσών, με σκοπό την αποτίναξη της κυριαρχίας τους, με δικές τους απελευθερωτικές προσπάθειες ή συμμετοχή σ’ αυτές, για τις οποίες πλήρωσαν βαρύτατο τίμημα.

Αυτές ήταν:
• Επανάσταση των Κυπρίων με αρχηγό τον Ονήσιλο το 499 π.Χ., ενέργεια που ξέσπασε παράλληλα με την κατά των Περσών επανάσταση των Ιώνων της Μικράς Ασίας. Οι Ίωνες υποστήριξαν με στόλο την προσπάθεια των Κυπρίων που τελικά απέτυχε.
Οι βασιλείς του νησιού ήταν διχασμένοι ως προς τη στάση τους απέναντι στον κατακτητή: άλλοι τηρούν στάση φιλοπερσική και άλλοι,όπως ο Ευέλθων της Σαλαμίνος έχουν μια σχετική αυτονομία: ο Ευέλθων κόβει δικό του νόμισμα και χαράσσει δική του εξωτερική πολιτική. Ο Σαλαμίνιος βασιλίας Ονήσιλος ηγείται αντιπερσικής επανάστασης (499/8 π.Χ.) και συμμαχεί με τους Ίωνες. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στην πεδιάδα της Σαλαμίνας αλλά κρίθηκε από τη προδοτική στάση μερίδας Κυπρίων και του βασιλιά του Κουρίου Στησήνωρα. Οι Πέρσες κατίσχυσαν των αντιπάλων τους, αντικατέστησαν με φιλοπερσικά στοιχεία όλους τους βασιλείς και σαν επιστέγασμα υποχρέωσαν να βοηθήσουν τον Ξέρξη στην κατά της Ελλάδος εκστρατεία του το 480 με 150 πλοία.




• Προσπάθεια των Αθηναίων να απελευθερώσουν την Κύπρο, με αποστολή εκστρατευτικού σώματος από 200 πλοία, το 461 π.Χ. Αρχηγός της εκστρατείας αυτής, που απέτυχε, ήταν ο Χαριτιμήδης.

• Δεύτερη προσπάθεια των Αθηναίων για απελευθέρωση της Κύπρου, την άνοιξη του 449 π.Χ., και πάλι με στόλο από 200 πλοία και με αρχηγό τον Κίμωνα. Απέτυχε και αυτή, μετά τον αναπάντεχο θάνατο του Κίμωνα ενώ πολιορκούσε το Κίτιον.

• Σε συνεργασία με τους Αθηναίους αλλά και με τους Αιγυπτίους, ξεκίνησε μεγάλη απελευθερωτική προσπάθεια και από τον Κύπριο βασιλιά της Σαλαμίνας Ευαγόρα Α’ (411 -374 π.Χ.). Οι Αθηναίοι αναφέρεται μάλιστα ότι του είχαν στείλει και μικρή στρατιωτική βοήθεια με αρχηγό το Φιλοκράτη, που όμως δεν κατόρθωσε να φτάσει στην Κύπρο, το 390 π.Χ.

• Μέσα δε στον ίδιο χρόνο έστειλαν και νέα βοήθεια με αρχηγό το Χαβρία, αποτελούμενη από 10 τριήρεις, 800 πελταστές και άλλες δυνάμεις.

Όμως το 386 π.Χ. οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη με τους Πέρσες, τη λεγόμενη Ανταλκίδειο Ειρήνη, κι εγκατέλειψαν τον Ευαγόρα. Ο τελευταίος αναγκάστηκε έτσι να συνθηκολογήσει με τους Πέρσες, να διατηρήσει την εξουσία στο βασίλειό του, αλλά και να παραιτηθεί από το φιλόδοξο σχέδιό του για μια ελεύθερη Κύπρο, ενιαία κάτω από το σκήπτρο του.

Κεφαλή Απόλλωνος από την Τάμασσο της Κύπρου του 450 πΧ. – Βρετ Μουσείο

Την Κυπροαρχαϊκή εποχή ακολούθησε η Κυπροκλασική εποχή (475-325 π.Χ.). Κυρίαρχη μορφή της κυπριακής ιστορίας κατά το διάστημα αυτό ήταν ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευαγόρας Α’. Το τέλος της περιόδου σημαδεύεται από το σύντομο πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που εκδιώκει τους Πέρσες με αποτέλεσμα την αποτίναξη του περσικού ζυγού και την απελευθέρωση της Κύπρου το 332 π.Χ.
Ο Ευαγόρας Α’ ήταν όχι μόνο καλός στρατιωτικός αλλά και εξαίρετος πολιτικός νους που κατόρθωσε να αναδειχθεί σε μια από τις σπουδαιότερες ηγετικές μορφές όχι μόνο της Κύπρου των Κλασικών χρόνων, αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού.
Στις ημέρες του η Σαλαμίνα γνώρισε μεγάλη δόξα. Πέρα από τις πολλές ικανότητές του, ο Ευαγόρας ήταν και φιλόδοξος. Το σχέδιό του, ωστόσο, να ενώσει όλα τα βασίλεια της Κύπρου σε μια δύναμη, φανερώνει και βαθιά αντίληψη κι ενόραση.
Μια ενωμένη Κύπρος θα ήταν, από τη μια μεριά, πολύ πιο ισχυρή έναντι των Περσών που αποτελούσαν το στόχο, και από την άλλη θα σταματούσαν οι εσωτερικές διαφορές και διχογνωμίες και το νησί θα μπορούσε ν’ αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις στην αντιμετώπιση του εξωτερικού κινδύνου.

Η Αριάδνη με περίτεχνα κοσμήματα και ενδυμασία .Άγαλμα από την Κύπρο

Εκτός όμως από αυτά, ο Ευαγόρας πέτυχε τη συμμαχία και υποστήριξη μιας από τις πιο μεγάλες δυνάμεις της εποχής, της Αθήνας, που όμως και αυτή βρισκόταν την ίδια περίοδο μπλεγμένη στις μακρόχρονες διαμάχες της με τη Σπάρτη.
Ακόμη, στις κατά των Περσών ενέργειές του, ο Ευαγόρας συμμάχησε με τον Άκορι, το βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος επιδίωκε επίσης την εκδίωξη των Περσών από τη δική του χώρα.
Ο Άκορις δεν μπόρεσε να προσφέρει πολύ σημαντική υποστήριξη στον Ευαγόρα, όμως ο Κύπριος βασιλιάς κατόρθωσε να εξασφαλίσει από την Αίγυπτο ότι ήταν δυνατό.
Η μικρή βοήθεια των Αθηναίων δεν ήταν επίσης αρκετή κι εξάλλου τελικά αποσύρθηκε από την Κύπρο. Έτσι ο Ευαγόρας απέτυχε και στο να ενώσει ολόκληρη την Κύπρο και στο να αποτινάξει την περσική κυριαρχία.
Με διπλωματικότητα, όμως, κατόρθωσε να πετύχει τη συνδιαλλαγή.
Κι ακόμη περισσότερο, κατόρθωσε να πετύχει την παροχή περσικής στρατιωτικής βοήθειας, που μαζί με κυπριακή, κατόρθωσε να εξουδετερώσει τη σπαρτιατική απειλή κατά των Αθηνών και, στην ουσία, να απελευθερώσει και την ίδια την Αθήνα, δρώντας για το σκοπό αυτό μαζί με τον Αθηναίο στρατηγό Κόνωνα.
Ο Κόνωνας είχε φιλοξενηθεί στην Κύπρο από τον Ευαγόρα. Γενικότερα, οι σχέσεις του τελευταίου με το «σχολείο της Ελλάδος» (όπως ονομάζει την Αθήνα ο Περικλής στον Επιτάφιό του) δεν ήταν απλώς φιλικές αλλά αδελφικές.
Η επιρροή της Αθήνας στον Ευαγόρα τον οδήγησε να καταστήσει την πόλη του, την κυπριακή Σαλαμίνα, πραγματικό προπύργιο του Ελληνισμού στην Ανατολή.
Η ίδια η Αθήνα, εξάλλου, επανειλημμένα τίμησε τον Ευαγόρα με ψηφίσματα και με τοποθέτηση του αγάλματός του σε περίοπτη θέση, απονέμοντάς του έτσι τις ανώτατες τιμητικές της διακρίσεις.
Ικανότατος ηγέτης ήταν κι ο γιος και διάδοχος του Ευαγόρα, ο Νικοκλής.

Και για τους δύο μιλούν με ενθουσιασμό κορυφαίες πνευματικές προσωπικότητες της Ελλάδος, όπως ο Ισοκράτης. Για το έργο του Ευαγόρα στην Κύπρο, ο Ισοκράτης λέγει μεταξύ άλλων:… Όχι μόνο αύξησε τη σημασία της πόλης του, αλλά κι όλη τη γύρω χώρα και το νησί οδήγησε σε πραότητα και χρηστότητα. Πριν καταλάβει την εξουσία ο Ευαγόρας, οι κάτοικοι (της Κύπρου) ήταν τόσο απροσπέλαστοι και άγριοι, ώστε μεταξύ των αρχόντων θεωρούσαν άριστους εκείνους που επιδείκνυαν σκληρότατη στάση έναντι των Ελλήνων. Τώρα όμως σημειώθηκε τέτοια μεταβολή, ώστε να συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς το ποιοι από αυτούς θα φανούν περισσότερο φιλέλληνες και ν’ αποκτούν οι περισσότεροι παιδιά παίρνοντας συζύγους Ελληνίδες, να αισθάνονται δε ευχαρίστηση με τα ελληνικά πράγματα και τις ελληνικές συνήθειες, παρά με τις δικές τους… και απ’ όλους αυτούς οι πάντες ομολογούν πως για την κατάσταση τούτη αίτιος είναι ο Ευαγόρας… Πολλοί δε Έλληνες, καλοί και αγαθοί, αφού εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, ήρθαν να κατοικήσουν στην Κύπρο επειδή θεωρούσαν ότι η βασιλεία του Ευαγόρα ήταν ηπιότερη και νομιμότερη από τα πολιτεύματα της Ελλάδος…

Μεταξύ άλλων, έχουμε εδώ και μαρτυρία του Ισοκράτη ότι στις μέρες του Ευαγόρα είχαν έρθει και εγκατασταθεί στην Κύπρο αρκετοί Έλληνες, ιδίως Αθηναίοι που έφυγαν μετά την εγκαθίδρυση της εξουσίας των τριάκοντα τυράννων στην πόλη τους και την εκεί κατάργηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτή την απαλλαγή της Αθήνας, εξάλλου, από την τυραννία, είχαν πετύχει ο Ευαγόρας κι ο Κόνωνας.

Το 351 π.Χ. σημειώθηκε νέα επαναστατική εξέγερση κατά των Περσών με τη συμμετοχή οκτώ συνολικά κυπριακών βασιλείων που ήταν: Σαλαμίνα, Κίτιον, Αμαθούς, Πάφος, Μάριον, Σόλοι, Λάπηθος (Κερύνεια) και Κούριον.
Η εξέγερση ακολούθησε παράλληλες επαναστάσεις κατά των Περσών στην Αίγυπτο και στη Φοινίκη, αλλά κι αυτή έληξε χωρίς επιτυχία. Μάλιστα στις περσικές δυνάμεις που έφτασαν στην Κύπρο, για καταστολή της εξέγερσης, αρχηγός ήταν ένας Αθηναίος στρατηγός, ο Φωκίωνας.

Μια σχεδόν εικοσαετία αργότερα, πραγματοποιούνταν η ελληνική αντεπίθεση κατά των Περσών, με αρχηγό το Μέγα Αλέξανδρο. Μετά τις πρώτες θεαματικές νίκες του Αλέξανδρου στη Μικρά Ασία (μάχες Γρανικού, Ισσού), όλοι οι Κύπριοι βασιλιάδες μπόρεσαν ν’ αποκηρύξουν την Περσική επικυριαρχία και τάχθηκαν με το μέρος του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Ο Αλέξανδρος περιέλαβε έτσι την Κύπρο στην αυτοκρατορία που άρχισε να δημιουργεί, αλλά δεν κατάργησε τα κυπριακά βασίλεια. Επέτρεψε στους Κυπρίους βασιλιάδες να διατηρήσουν την εξουσία στα βασίλειά τους, κι αυτοί τον τίμησαν με ποικίλες εκδηλώσεις και με δώρα. Ακόμη, τον ενίσχυσαν με στρατιωτικές δυνάμεις, ιδίως ναυτικό.
Κι ακριβώς το κυπριακό ναυτικό διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο κατά την πολύμηνη πολιορκία και κατάληψη της Τύρου (που ήταν κτισμένη σε μικρό νησί) από τον Αλέξανδρο.
Στη συνέχεια, πολλοί Κύπριοι, στρατιωτικοί και ναυτικοί αλλά και τεχνίτες, ιδίως δε καραβομαραγκοί, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο στα βάθη της Ασίας.
Μερικοί Κύπριοι ανέλαβαν μάλιστα και μεγάλα αξιώματα, όπως διοικητές επαρχιών σε κατακτημένα εδάφη της Ασίας.

ΤΕΛΟΣ
ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ:
Εγκυκλοπαίδεια livepedia
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΙΑΟΓΝΩΜΩΝ
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 2010 μ.Χ.

~~~ { ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗΣ }~~~

Η ΣΥΛΛΟΓΉ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ Luigi Palma di Cesnola ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΗ ΛΑΘΡΑΝΑΣΚΑΦΕΑ ΠΟΥ ΑΝΕΣΚΑΨΕ ΚΑΙ ΕΚΛΕΨΕ ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟ ΤΟΥ .ΑΥΤΟ ΕΙΧΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΖΗΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ .ΣΥΧΝΑ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟΠΟ ΕΥΡΕΣΗΣ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ .ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ (ΠΟΥ ΑΛΛΟΥ 😉 Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ THOMAS W. DAVIS ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΙΣΧΥΝΤΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΟΥ CESNOLA ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ.., Η ΟΠΟΙΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ.ΕΔΩ ΑΝΑΦΕΡΩΝΤΑΙ ΟΤΙ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟΥ

 




Share

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.