Monthly Archives: Ιούλιος 2014

Στα 200 χρόνια από την εισβολή του Ξέρξη ένας γαστρονομικός πολιτισμός εκπληκτικής περιπλοκότητας αναπτύχθηκε στην Ελλάδα.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του πολιτισμού ήταν και η παράδοση των τοπικών τροφών και κρασιών. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός πως, καθώς η Ελλάδα αποκτούσε συνείδηση και γνώση των φαγητών της, οι τοπικές σπεσιαλιτέ και τα τοπικά επιτεύγματα ήρθαν στην επιφάνεια της συλλογικής γαστρονομικής συνείδησης.

Πελοπόννησος

Οι Έλληνες της Πελοποννήσου είχαν ασφαλώς τα δικά τους αγαπημένα φαγητά και κρασιά. Δυστυχώς όμως από τα κείμενά τους μας έχουν σωθεί ελάχιστα πράγματα. Οι μαρτυρίες που διαθέτουμε από συγγραφείς εκτός της χερσονήσου είναι, επομένως, αδύναμες. Γνωρίζουμε πάντως πως η Αρκαδία ήταν διάσημη για μια μάλλον αμφιβόλου ποιότητος γαστρονομική διάκριση, για το γεγονός δηλαδή ότι τα βελανίδια αποτελούσαν το βασικό είδος διατροφής των κατοίκων της.

Είναι βέβαιο πως υπήρχαν αμπέλια στον Φλιούντα κατά τους ύστερους κλασικούς χρόνους, όπως υπάρχουν και σήμερα: οι αμπελώνες αυτοί είναι οι γνωστοί αμπελώνες της Νεμέας. Οι γόγγροι της Σικυώνας πάλι είχαν κερδίσει τους επαίνους και άλλων συγγραφέων.

Αλλά αν πάρουμε το έργο του Αρχέστρατου ως παράδειγμα, ανάμεσα στα εξήντα οκτώ τοπωνύμια που καλύπτουν τον γεωγραφικό χώρο μεταξύ Σικελίας και βόρειας Μαύρης Θάλασσας, όπως τα συναντούμε στα σωζόμενα αποσπάσματα, μόνον δύο είναι πελοποννησιακά. Γαστρονομικώς λοιπόν, αν κρίνουμε τουλάχιστον από τη σωζόμενη λογοτεχνία, η Πελοπόννησος δεν κατείχε περίοπτη θέση στον κλασικό κόσμο. Όχι μόνον οι Αρκάδες, αλλά και οι κοσμοπολίτες Κορίνθιοι ακόμη, δεν ετύγχανον ιδιαιτέρας γαστρονομικής φήμης.

Παρ΄ όλο που ήταν η μητρόπολη των Συρακουσών, η Κόρινθος δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στα αποσπάσματα του Αρχέστρατου. Στην αγορά τροφίμων της Κορίνθου κατά τον 4ο αιώνα, κατά τα λεγόμενα των Αθηναίων και παρά την ενδεχόμενη αντίφαση που μπορούμε να διακρίνουμε στα λόγια τους, οι ντόπιοι αναζητούσαν με πάθος τα ακριβά ξένα κρασιά, γιατί τα προτιμούσαν από τα δικά τους, παρ΄ όλο που η υπερβολική σπατάλη προκαλούσε την αστυνομική παρέμβαση και την τιμωρία.

Για την υπόλοιπη Πελοπόννησο οι πληροφορίες μας είναι ελάχιστες. Η Τεγέα έψηνε το ψωμί της στη στάχτη, η Ηλιδα είχε τις τρούφες της, η Αρκαδία τη ρίγανή της, οι Κλεωνές και η Κόρινθος τα ραπανάκια τους.

Φτάνουμε τώρα στη Σπάρτη όπου, κατά τρόπον άκρως ενδεικτικό, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε είναι σχετικά αντιφατικές. Στην αρχαιότητα κυκλοφορούσαν τα χειρότερα ανέκδοτα για το κακό φαγητό και την κακής ποιότητας φιλοξενία της Σπάρτης. Ο «μέλας ζωμός» ήταν θρυλικός.

Παρ΄ όλα αυτά, η Σπάρτη διέθετε συντεχνία κληρονομικών μαγείρων, υπάρχουν δε και κάποιες μαρτυρίες, που δεν είναι ευθέως γαστρονομικές και δεν χαρακτηρίζονται από τις συνήθεις κοινοτοπίες, σύμφωνα με τις οποίες οι μάγειροι αυτοί είχαν στη διάθεσή τους πολύ καλής ποιότητας προϊόντα (οι μαρτυρίες αυτές προέρχονται από εγχειρίδια κηπουρικής).

Από τα κείμενα αυτά μαθαίνουμε πως διάφορες ποικιλίες μαρουλιών, αγγουριών, μήλων και σύκων είχαν πάρει την ονομασία τους από τη Λακωνία- και πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν μπορούμε να αναφέρουμε ούτε καν τέσσερα ανάλογα παραδείγματα από οποιαδήποτε άλλη Ελληνική πόλη.

Αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις συγκεκριμένες πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες της Σπάρτης, δεν είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μια περιοχή που, όπως γνωρίζουμε, διέθετε καλές γεωργικές εκτάσεις τις οποίες εκμεταλλευόταν ένας μικρός αριθμός γαιοκτημόνων, ήταν προφανώς η πηγή πολλών εκλεκτών ποικιλιών. Για το σπαρτιατικό κρασί γίνονταν κάποια σχόλια κατά την αρχαϊκή περίοδο, αλλά κατά τον 4ο αιώνα το μόνο που βρίσκουμε είναι μια αναφορά, προφανώς ειρωνική, στο σπαρτιατικό ξίδι.

Αττική

Βορείως της Κορίνθου ακούμε επαίνους για τα μήλα (ή μάλλον τα ρόδια) της Σίδης και για τα σύκα των Μεγάρων. Ο βόρειος Σαρωνικός, που προστατευόταν από την Αίγινα, από τα Μέγαρα, περνώντας από την Ελευσίνα και τον Πειραιά, ως το Φάληρο, προσέφερε διάφορες θαλασσινές σπεσιαλιτέ, κυρίως τις μαρίδες και τα άλλα μικρά ψάρια που γίνονται τηγανητά.

Κατά τον Χρύσιππο τον Σολέα, ο καλύτερος γαύρος ήταν της Αθήνας, αλλά οι ίδιοι οι Αθηναίοι δεν τον τιμούσαν όπως του άξιζε. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει πως ο καλύτερος γαύρος υπήρχε στη Σαλαμίνα, στον Μαραθώνα και στην περιοχή γύρω από το Θεμιστόκλειον. Η Αθήνα ήταν επίσης φημισμένη για το ψωμί φούρνου και τα γλυκά της αρτοσκευάσματα, που συχνά ήταν ποτισμένα με μέλι (αυτό το μέλι θα είχε φυσικά το άρωμα του θυμαριού του Υμηττού). Τα καλά σύκα προέρχονταν από την Αίγιλα της Αττικής.

Βοιωτία

Το καμάρι της Βοιωτίας, στον βαθμό τουλάχιστον που μπορούμε να εμπιστευθούμε τις αθηναϊκές πηγές, ήταν τα χέλια της Κωπαΐδας. Υπήρχαν επίσης οι βοιωτικές ποικιλίες ραπανιών και αγγουριών, καθώς και το βοιωτικό κριθάρι, που το εκτιμούσαν πολύ στην αρχαιότητα. Η Τανάγρα, όπως και η γειτονική Χαλκίδα, ήταν η πηγή μιας ράτσας κατοικίδιων πουλερικών.

Η Ανθηδόνα, στην ακτή της Βοιωτίας, είχε «καλό κρασί και καλό φαΐ», ειδικά μάλιστα μπακαλιάρο. Ο χυλός από σιτάρι και το βοδινό κρέας ήταν τα χαρακτηριστικά προϊόντα της πλούσιας γεωργικής περιοχής της Θεσσαλίας. Οι νεροκολοκύθες της Μαγνησίας επαινούνταν πολύ κατά την αρχαιότητα, όπως άλλωστε και το κρασί της περιοχής. Κρασί άφθονο υπήρχε και στις γειτονικές περιοχές, αφού απέναντι από τις ακτές του Πηλίου βρίσκονται η Σκιάθος και η Πεπάρηθος.

Η Καλυδώνα, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, και η Αμβρακία, στα βόρεια της Καλυδώνας, διέθεταν εκλεκτά ψάρια. Ανάμεσα στα Ιόνια νησιά, το κρασί της Λευκάδας είχε αρχίσει εκείνη περίπου την εποχή να γίνεται περιζήτητο.

Αιγαίο

Τα νησιά του Αιγαίου ήταν γνωστά για τα ψάρια τους και, επίσης, για τις ποικιλίες κηπευτικών τους. Η Εύβοια, το μεγαλύτερο νησί, ήταν προφανώς η πηγή των αχλαδιών, των μήλων και των κάστανων που έφταναν στην αθηναϊκή αγορά (ευβοϊκόν κάστανον ήταν άλλωστε η κοινή ονομασία των καστάνων). Υπήρχε μια χαλκιδική ποικιλία σύκων, που αργότερα καλλιεργήθηκε και στη δημοκρατική Ρώμη. Η Χαλκίδα, η Ερέτρια και η Κάρυστος, τρεις πόλεις της Εύβοιας, επαινούνται από τον Αρχέστρατο για τα ψάρια τους, όπως και η Δήλος και η Τήνος.

Στη Σκύρο παραγόταν το εκλεκτότερο κατσικίσιο γάλα, έτσι τουλάχιστον έλεγε ο Πίνδαρος. Τα αμύγδαλα της Νάξου, το ναξιώτικο κρασί, τα σύκα της Πάρου και της Κιμώλου είχαν αξιόλογη φήμη. Η βασική καλλιεργούμενη ποικιλία κυδωνιών είχε πάρει το όνομά της από την Κυδωνία, στη βόρεια ακτή της Κρήτης, έτσι τουλάχιστον θεωρούσαν γενικώς οι Ελληνες. Υπήρχε επίσης μια κρητική ποικιλία κρεμμυδιών. Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Κρήτη έγινε ο σημαντικότερος παραγωγός ιατρικών βοτάνων.

Μακεδονία

Μεταφερόμαστε τώρα στα βόρεια παράλια του Αιγαίου. Ο Αρχέστρατος γνώριζε τα ψάρια τριών πόλεων του Θερμαϊκού, το καλαμάρι του Δίου, το μιλιοκόπι της Πέλλας και τον γλαύκο της Ολύνθου. Η Μένδη, στη νότια Χαλκιδική, έδινε ένα πασίγνωστο και φημισμένο κρασί. Κρασί παρήγαν επίσης η Σκιώνη και η Τορώνη.

Η Τορώνη μάλιστα διέθετε και μια ποικιλία καρχαρία που άρεσε ιδιαίτερα στον Αρχέστρατο. Στην ίδια περιοχή, υπήρχαν δύο ψάρια του γλυκού νερού. Το λαβράκι (ή κέφαλος) της λίμνης Βόλβης προσφερόταν ως θύμα σε μια «ετήσια θυσία, ετήσια ψαριά» από τους κατοίκους της περιοχής της Ολύνθου, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτόν, προμηθεύονταν παστό ψάρι για όλο τον χρόνο. Τα χέλια του Στρυμόνα γίνονταν επίσης παστά.

Το μεγάλο νησί της Θάσου ήταν επίσης γνωστό για τα μπαρμπούνια, τις σκορπίνες και τα χταπόδια του, για το κριθάρι, τους ξηρούς καρπούς και μια ποικιλία ραδικιών που ονομάζονταν λειοθάσια ή θρακιώτικα. Μια ποικιλία κρεμμυδιών ήταν γνωστά ως κρεμμύδια της Σαμοθράκης. Η Τένεδος ήταν πηγή ρίγανης.

Κατά μήκος των θρακικών ακτών, στα βόρεια και τα ανατολικά της Θάσου, μια σειρά από ελληνικές πόλεις καυχιόντουσαν για το καλό κρασί και το εκλεκτό τους ψάρι: τα Αβδηρα για τους κέφαλους και τις σουπιές τους, η Μαρώνεια για τις σουπιές της, η Ακανθος και ο Αίνος για τα μύδια και τις ύες.

Λέσβος

Τέλος, ερχόμαστε στα ανατολικά παράλια του Αιγαίου και στα μεγάλα νησιά της περιοχής. Η Λέσβος ήταν φημισμένη όχι μόνο για το κρασί της, αλλά και για τη σάλπα της Μυτιλήνης, τα χτένια της Μυτιλήνης και της Μήθυμνας, τις τρούφες της Μυτιλήνης και το κριθάρι της Ερεσού, «λευκότερο κα από το αιθερογεννημένο χιόνι. Αν οι θεοί τρώνε ψωμί (άλφιτα), εκεί πηγαίνει ο Ερμής και τους το αγοράζει» (Αρχέστρατος). Η διαβεβαίωση αυτή ταιριάζει και με τα νομίσματα της Ερεσού, που έφεραν μία κεφαλή Ερμού και ένα στάχυ κριθαριού.

Χίος

Η Χίος ήταν μια άλλη σημαντική οινοπαραγωγική περιοχή· επίσης εκεί είχε αναπτυχθεί μια από τις μεγάλες σχολές μαγειρικής παράδοσης. Αργότερα αποτελούσε πηγή καλών σαλιγκαριών. Η Χίος είχε, ήδη κατά την αρχαιότητα, μεγάλη φήμη για την εξαιρετική της μαστίχα, ενώ στο νησί αυτό βρίσκουμε και μια ποικιλία σύκων. Απέναντι από τα στενά της Χίου βρίσκονταν οι μικρασιατικές πόλεις Τέως και Ερυθραί, και οι δύο φημισμένες για τα μπαρμπούνια τους, οι Ερυθρές δε και για το ψωμί τους, που ψηνόταν σε πήλινους φούρνους. Ο Αρχέστρατος είχε πολλά να πει για τα θαλασσινά της Εφέσου. Τα μύδια της τα συστήνει και ο διαιτολόγος συγγραφέας Δίφιλος ο Σίφνιος.

Ο τόνος της Σάμου, ένα καρκινοειδές της Πάρου και τέσσερα ψάρια που μπορούσε κανείς να βρει στη Μίλητο συστήνονταν επίσης ενθέρμως. Η Μίλητος ήταν προφανώς γνωστή για τα ρεβίθια και το κάρδαμό της. Στο λιμάνι της Τειχιούσσας, κοντά στον φημισμένο ναό των Διδύμων, έβρισκε κανείς μπαρμπούνια. Γαρίδες υπήρχαν, μεταξύ άλλων προϊόντων, στην ιχθυαγορά της Ιασού.

Ο Αρχέστρατος συνιστούσε επίσης τα χταπόδια της Καρίας. Η Αστυπάλαια ήταν αργότερα περήφανη για τα σαλιγκάρια της. Η Ικαρία, και αργότερα η Κως και η Κνίδος, ήταν γνωστές για τα κρασιά τους. Από την Κνίδο προερχόταν και μια ποικιλία κρεμμυδιών. Η Κως και η Κάλυδνα παρήγαν εξαίρετο μέλι. Και δεν είναι άσχετο με τα ζητήματα της γαστρονομίας το γεγονός πως στην Κω παράγονταν αρώματα από μαντζουράνα και κυδώνι, ενώ στη Ρόδο έφτιαχναν άρωμα από ζαφορά.

Η Ρόδος ήταν σημαντικό νησί για τα θαλασσινά και μεγάλος εξαγωγέας σταφίδας και ξερών σύκων. Στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο, το ροδίτικο κρασί έγινε καλύτερα γνωστό. Σύμφωνα με έναν μεταγενέστερο θρύλο, το ροδίτικο ήταν το ένα από τα δύο κρασιά στα οποία αναφέρθηκε ο Αριστοτέλης την ώρα του θανάτου του. Τα ξερά φρούτα της Ρόδου πρέπει πάντως, εν μέρει τουλάχιστον, να προέρχονταν από την απέναντι καρική ακτή, αφού η Καρία ήταν σημαντική πηγή ξερών σύκων (caricae) κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Οι τοπικές γαστρονομικές παραδόσεις έφτασαν σε υψηλό σημείο ανάπτυξης κατά τον 5ο και τον 4ο αιώνα, ήταν όμως περιορισμένης διάδοσης. Τα πράγματα που αναζητούσαν οι Ελληνες εκτός των προϊόντων της ευρύτερης περιοχής τους, με εξαίρεση βεβαίως του σταριού, αυτής της βασικής τροφής την οποία εισήγαν κυρίως από τη Μαύρη Θάλασσα, τη Βόρεια Αφρική και τη Φοινίκη, και κάποιων πολύτιμων αρωματικών και μπαχαρικών, ήταν τελικά λίγα. Η αρχαία αυτή ελληνική γαστρονομική παράδοση έγινε τελικά μέρος της γαστρονομίας της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής Μεσογείου.

από το:
http://arxaia-ellinika.blogspot.gr/

ΠΙΣΩ
Από το πολύ πλούσιο αρχείο της ΕΡΤ
Α ΜΕΡΟΣ
Το ντοκιμαντέρ μας ταξιδεύει στους τόπους όπου έδρασε ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΑΚΗΣ (ΙΒΑΝ ΑΝΤΡΕΕΒΙΤΣ ΒΑΡΒΑΤΣΙ) και καταγράφει τα στάδια της πορείας του ταυτόχρονα με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του. Ψαριανός πειρατής αρχικά στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταβαίνει στη Ρωσία και όντας ευνοούμενος της τσαρίνας ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ Β ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ αναπτύσσει επιχειρηματική δραστηριότητα που τον κατατάσσει στους ζάπλουτους της εποχής του και στους ισχυρότερους στην Ευρώπη. Παρακολουθούμε την κοινωνική και φιλανθρωπική του δράση στις κοινότητες της Ρωσίας αλλά και την προσφορά του στη μόρφωση των Ελλήνων και στη στήριξη του εθνοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Ταυτόχρονα εξετάζονται θέματα της ελληνικής αστικής τάξης της διασποράς πριν την Ελληνική Επανάσταση τα οποία αναλύουν πανεπιστημιακοί καθηγητές, όπως ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ. Συνεχίστε την ανάγνωση →

Γράφει ο Βασίλειος Χλέτσος

«Το βύθισμα εντός του «αιωνίου» είναι το τέλος της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το τέλος της θρησκείας είναι το βύθισμα εντός των μυστηρίων».

Πλούταρχος

Καταλυτικό ρόλο στα θρησκευτικά δρώμενα και στην Αρχαία Ελλάδα διαδραμάτισαν όπως ήδη αναφέραμε τα Μυστήρια, τα οποία με τα θρησκευτικά δρώμενα προσέφεραν σε εκείνους που ενδιαφέρονταν, μία υπερβατική εμπειρία. Τι ήταν όμως τα μυστήρια, τα οποία αποτελούσαν το σημαντικότερο και βαθύτερο τμήμα του Ελληνικού Θεολογικού Συστήματος;

Η λέξη Μυστήριο όπως είναι γνωστό σήμαινε το απόρρητο, το μυστικό, το άρρητο μέρος μιας τελετής ή λατρείας οι οποίες δεν γινόταν φανερές σε άτομα που δεν είχαν μυηθεί. Η λέξη μύηση προέρχεται από το ρήμα μυώ, που σημαίνει κλείνω. Κλείνω τις αισθήσεις στον αισθητό κόσμο, και ανοίγω άλλου είδους εσωαισθήσεις στον «υπερβατικό ΕΤΕΡΟΝ» αθέατο για τους αρχαίους Έλληνες κόσμο. Πολλοί μελετητές πιστεύουν πως οι πρόγονοί μας επιδίωκαν και επιτύγχαναν την ανόδο της συνείδησης σε συχνότητες υψηλότερες. Τρία ήταν τα κυρίως στάδια των μυστηριακών τελετουργιών :

• Ο έλεγχος των ικανοτήτων του υποψηφίου, η νηστεία και οι καθαρμοί.

• Μύηση και ανακοίνωση των Μυστηρίων.

• Εποπτεία των δρωμένων και απόκτηση της «ευλογίας της διαδοχής» .

Σύμφωνα με τον άγγλο Νεοπλατωνιστή Τόμας Τέιλορ πέντε ήταν τα μέρη της μύησης:

α) Εξαγνισμός,

β) η άδεια εισόδου για συμμετοχή στις απόκρυφες τελετές,

γ) η εποπτική αποκάλυψη ,

δ) η τελετή ανάληψης καθηκόντων ή ενθρόνιση,

ε) η πέμπτη που προκύπτει από όλες τις προηγούμενες δηλαδή η εξοικείωση και εσωτερική κοινωνία με τον Θεό, και η απόλαυση αυτής της ευδαιμονίας που προέρχεται από την ενδόμυχη συνομιλία με Θεία όντα.

Ο Πλάτων αποκαλεί «εποπτεία» ή προσωπική άποψη την απόλυτη θέαση πραγμάτων που διαισθητικά γίνονται αντιληπτά, ως απόλυτες αλήθειες και ιδέες. Επίσης, θεωρεί το δέσιμο της κεφαλής και τη στέψη ως το ανάλογο της εξουσίας που δέχεται κανείς από τους δασκάλους του για να οδηγήσει άλλους στην ίδια «θέαση» .

Η πέμπτη βαθμίδα προξενεί την τελειότερη ευδαιμονία και σύμφωνα με τον Πλάτωνα ταύτιση με το Θείο, όσο αυτό είναι εφικτό στα ανθρώπινα όντα. Στον Φαίδρο ο Πλάτωνας περιγράφει το τελευταίο στάδιο της «εποπτείας» ως εξής :

«Αλλά αυτοί που έλαβαν μέρος σε εκείνη από τις τελετουργίες που είναι νόμιμο να την ονομάζουμε μακαριότατη, βλέπουν τη λαμπρή ωραιότητα και τη μακάρια όψη και την πραγματική θέασή τους, καθώς εν χορό με τους άλλους πανευτυχείς μύστες γίνονται ακόλουθοι του Δία ή κάποιου άλλου πάτρωνα θεού. Και τότε πανηγυρίζουμε ευδαιμονικά, καθώς βιώνουμε μία ολοκλήρωση μέσα μας, και αισθανόμαστε ότι είμαστε πια απρόσβλητοι από οποιαδήποτε κακό, και βλέπουμε παντού τέλειες και καθαρές και βέβαιες εικόνες καθώς αναγορευτήκαμε πια μυημένοι και επόπτες μυστηρίων, λουσμένη σε ένα λαμπρό φως και νοιώθουμε ότι είμαστε εξαγνισμένοι και απαλλαγμένοι από τα δεσμά του σώματος, από αυτό δηλαδή το μνήμα που το περιφέρουμε κολλημένο επάνω μας σαν όστρακο».

Τα μυστήρια αφορούσαν ιερουργίες και δρώμενα που λάμβαναν χώρο υπό άκρα μυστικότητα κατά τη νύχτα μέσα σε σκοτεινούς ναούς και σπηλαία, όπως αναφέρει ο Διόνυσος στις Βάκχες του Ευριπίδη: «γιατί σεμνότητα προσδίδει το σκοτάδι σε αυτές».

Από τα ελάχιστα που γνωρίζουμε φαίνεται πως λάμβαναν μέρος αλληγορικές αναπαραστάσεις υπό τον μύθο κάποιας Θεότητας που συνήθως πέθαινε και αναγεννιόταν, και που συμβόλιζε το πεπρωμένο της ψυχής μετά θάνατον, αλλά ταυτόχρονος και τον νόμο και την ενότητα που συνδέουν όλα τα όντα. Οι μύστες πίστευαν πως όχι μόνον η Θεότητα ήταν παρούσα, αλλά και ότι μετείχαν κατά κάποιο τρόπο στην Θεότητα. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Αριστοτέλης η ψυχή του ανθρώπου περισσότερο πάθαινε παρά μάθαινε στα μυστήρια, άρα μιλάμε για μια βιωματική κατάσταση. Ο Πλωτίνος εξηγεί σχετικά:

«Αυτό είναι το νόημα εκείνης της επιταγής των μυστηρίων “τίποτα να μην αποκαλύπτεται στους αμύητους: το υπέρτατο δεν είναι για να κοινολογείται, τα άγια πράγματα απαγορεύεται να αποκαλυφθούν στον ξένο, σε όποιον δεν έχει καταφέρει ο ίδιος να δει. Δεν υπήρχαν δύο, ο ορών ήταν ένα με το ορώμενο, δεν ήταν όραμα αλλά ένωση. Ο άνθρωπος που διαμορφώνεται απ’ αυτή την ανάμειξη με το υπέρτατο πρέπει –εάν και μόνο θυμηθεί- να φέρει το είδωλό του αποτυπωμένο επάνω του. Έχει γίνει η ενότητα, τίποτα δεν υπάρχει μέσα του ή έξω του που να προκαλεί ποικιλία, τώρα καμιά κίνηση, κανένα πάθος, καμιά επιθυμία που να στρέφεται προς τα έξω, από τη στιγμή που επιτυγχάνεται αυτή η άνοδος. Αδρανεί η λογική και κάθε νόηση, ακόμα και, για να τολμήσουμε τη λέξη, ο ίδιος ο εαυτός: κρατημένος μακριά, πλήρης θεού, έχει επιτύχει στην τέλεια ακινησία την απομόνωση. Με ήρεμο όλο του το είναι, δεν στρέφεται ούτε προς αυτή την πλευρά ούτε προς εκείνη, ούτε καν προς τα μέσα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Εντελώς ήρεμος, σε στάση, έχει γίνει η ίδια η στάση».Εννεάδες, VI.9, 11.5-15

Η δομή των μυστηρίων βασίζονταν στον μύθο, στην τελετή και στην μύηση. Οι μύθοι όπως έχουμε σε προηγούμενη μελέτη αποδείξει χρησιμοποιούσαν μία αλληγορική -συμβολική γλώσσα, που απαιτούσε αποκρυπτογράφηση. Για τον αμύητο, ο Μύθος είναι μία ψεύτικη ιστορία, για τον μυημένο όμως γνώστη του αποσυμβολισμού, ο Μύθος αποκαλύπτει μια αληθινή πραγματικότητα, μία ανώτερη γνώση, μια ιερή ιστορία.

Όπως αναφέρει και ο Πλούταρχος:

«Ο μύθος είναι ένα κάτοπτρο σπασμένο της αλήθειας, όπως το Ουράνιο τόξο είναι η αντανάκλαση του φωτός του Ήλιου, του οποίου οι ακτίνες διαθλώνται εντός των νεφών. Από τον σπασμένο όμως καθρέπτη μας είναι δυνατόν να συγκεντρώσουμε τα θραύσματα, να τα συμπλησιασουμε και να ανασυνθέσουμε την αρχική εικόνα…».

Οι αναπαραστάσεις των μυθολογικών σκηνών είχαν σκοπό να αισθανθεί και να βιώσει στο τελευταίο στάδιο ο μυούμενος ότι προσέγγιζε την Θεότητα την οποία επικαλούνταν. Διαμέσου της θεοφάνειας και της «κοινωνίας» με την αποκαλυπτόμενη σε αυτούς Θεότητα, πίστευαν ότι μπορούσαν να τύχουν της Θεϊκής εύνοιας αλλά και σωτηρίας στην μετά θάνατον ζωή. Στην παρούσα μελέτη η μικρή αναφορά που θα γίνει στα δρώμενα των Ελληνικών, μυστήριων θα έχει ως οδηγό τα Ελευσίνια μυστήρια κυρίως. Οι πρωταγωνιστικές Θεότητες στα Ελευσίνια μυστήρια ήταν η Δήμητρα, η κόρη της Περσεφόνη, και ο Ίακχος- Διόνυσος. Ίακχος ήταν το όνομα με το οποίο ήταν γνωστός ο Διόνυσος στην Ελευσίνα, ήταν το βρέφος που θηλάζει, τέκνο του ιερού γάμου του Ιεροφάντη με την αρχιέρεια της Δήμητρας. Όπως αναφέρει ο Στράβων: «αποκαλούν Διόνυσο τον Ίακχο και το πνεύμα που ηγείται των μυστηρίων της Δήμητρας».

Ο ιερός γάμος συμβόλιζε τον ιερό γάμο της ψυχής με τον Διόνυσο το θεϊκό της νυμφίο. Για τον Ιερό γάμο ο Επιφάνιος λέει :

«Μερικοί ετοιμάζουν ένα νυμφώνα και τελούν μία μυστική τελετή προφέροντας ταυτόχρονα ορισμένες λέξεις που χρησιμοποιούνται κατά τη μύηση και λένε ότι είναι ένας πνευματικός γάμος».

Κατά την τελετή του ιερού γάμου υπήρχε κάλυψη της κεφαλής, που υποδεικνύει τον μυστηριακό χαρακτήρα της τελετουργίας. (Το έθιμο επιβιώνει με το τελετουργικό πέπλο της νύφης και της χήρας έως και σήμερα). Της μυήσεως προηγούνταν καθαρμοί δια νερού ή φωτιάς, περιπλανήσεις στο σκότος και δοκιμασίες τόσο σωματικές όσο και ψυχικές. Οι φύλακες της εσωτερικής παράδοσης επέτρεπαν να γίνει δεκτός στον κύκλο των μυημένων εφόσον κρίνονταν ικανός. H τελετή της μύησής που ακολουθούσε, ήταν «αποκαλυπτική», μέσω μιας μυητική διαδικασίας που περιλάμβανε τα Δρώμενα, τα Δεικνυόμενα και τα Λεγόμενα.

•Δρώμενα ήταν οι συμβολικές θεατρικές παραστάσεις που λάμβαναν χώρα. Οι μύστες παρακολουθούσαν την Δήμητρα η οποία καθόταν στον θρόνο της στο κέντρο της αίθουσας, με την Περσεφόνη στα δεξιά της και τον Ίακχος στα αριστερά της. Κατά την διάρκεια των δρώμενων ο υποψήφιος μύστης χρησιμοποιούσε προσωπείο, που αποσκοπούσε στο να υπενθυμίσει στον μύστη, ότι πίσω από το προσωπείο ή την προσωπικότητα υπάρχει η ψυχή, ο ανώτερος εαυτός ο οποίος βρίσκεται φυλακισμένος στο υλικό σώμα, το οποίο δεν είναι παρά μία σκιά του αληθινού εαυτού. Έπινε την «μετάληψη» των Ελευσίνιων μυστηρίων τον «κυκεώνα» που αποτελούταν από κριθάρι, τυρί, κρασί και μέλι ανακατεμένα.

•Τα Λεγόμενα αφορούσαν ότι λεγόταν προφορικά κατά την διάρκεια της μύσης. Εδώ αναφερόταν και η διάσημη φράση «Γνώθι σ’ αυτόν» η οποία σήμαινε ότι η αλήθεια δεν προσφέρεται έτοιμη αλλά πρέπει να την ανακαλύψει καθένας μόνος του μέσα του . Οι ιεροφάντες φρόντιζαν επίσης να δώσουν συμβουλές για τον Άδη, για τα Ηλύσια Πεδία, τα εμπόδια και τα τέρατα που θα συναντούσαν, αλλά και μάθαιναν στους μύστες να απαγγέλλουν τους ύμνους που θα τους προφύλασσαν από τους κινδύνους.

• Τα Δεικνυόμενα ήταν τα ιερά σύμβολα που επιδεικνύονταν και τα οποία φυλάσσονταν στην κίστη, ένα καλάθι πλεκτό από κλαδιά ιτιάς ή λυγαριάς, στα οποία κατά πάσα πιθανότητα τα σύμβολα που υπήρχαν εκτός από το στάχυ που συμβόλιζε τον θάνατο την επαναγέννηση και το πέρασμα στην αθανασία μέσα από τον θάνατο, ήταν το φίδι, το κουκουνάρι, η σφαίρα, ο υάκινθος, και το αυγό.

Οι συμβολισμοί, ακατάληπτοι για τους αμύητους, υποδεικνύονταν στους συμμετέχοντες στα μικρά Μυστήρια, και αποκαλύπτονταν στους μυημένους κατά τα μεγάλα μυστήρια.

• Το κουκουνάρι ήταν σύμβολο της γονιμότητας και της γενέσεως.

• Το κουλουριασμένα φίδι συμβόλιζε την κίνηση της παγκόσμιας ψυχής, την πτώση της στην ύλη και την λύτρωση της με την επάνοδο στην Θεϊκή της μήτρα.

• Το Αυγό συμβόλιζε λόγω του σφαιρικού του σχήματος, το αρχικό σχήμα της ψυχής την Θεία τελειότητα, τον τελικό σκοπό του ανθρώπου που είναι η Θέωση. (Το αυγό σε όλες σχεδόν τις αρχαίες κοσμογονίες συμβόλιζε την γέννηση του σύμπαντος και της ζωής. Στο επίπεδο της μύησης και της φιλοσοφίας, συμβόλιζε τον νεόφυτο που την στιγμή της μύησης έσπαγε το κέλυφος του αβγού και ένας καινούργιος πνευματικός άνθρωπος γεννιόταν).

Στον πρόναο οι υποψήφιοι μύστες ραντίζονταν με αγιασμένο νερό, φορούσαν λευκά ενδύματα ή δέρμα ελαφιού, στεφάνι στο κεφάλι, και αφού πέρναγαν στην μεγάλη αίθουσα του τελεστηρίου, στεκόταν απέναντι από τον ιεροφάντη ο οποίος κράταγε την ράβδο της ισχύος το Κηρύκιο, που συμβόλιζε την θετική και την αρνητική ενέργεια, το πνεύμα και την ύλη, τον Ήλιο και την Σελήνη. Πίσω από τον ιεροφάντη στέκονταν δύο ακόμη πρόσωπα που αντιπροσώπευαν την Ήλιο και την σελήνη, και αντίκριζαν την κίστη με τα ιερά σύμβολα. Τι συμβόλιζαν όμως ο ήλιος και η Σελήνη;

Στον μακρόκοσμο ο Ήλιος ως ο ενεργητικός πόλος και η μέγιστη πηγή Ενέργειας, αποτελεί την πηγή της ζωής και της δραστηριότητας, συμβολίζει λοιπόν την θετική Ενέργεια το Άρρεν, που γονιμοποιεί και μορφοποιεί την παθητική ή θηλυκή ενέργεια, την Ύλη που συμβολίζεται με την Σελήνη, καθώς η σελήνη δεν είναι αυτόφωτη αλλά δανείζεται το φως του Ήλιου, με τον ίδιο τρόπο που το πνεύμα γονιμοποιεί και δίνει ζωή στην ύλη.

Στον μικρόκοσμο και σύμφωνα με την «εσωτερική» παράδοση των αρχαίων Ελλήνων ο άνθρωπος είναι τρισυπόστατος αποτελούμενος από το υλικό σώμα το οποίο λαμβάνει από την Γη, την ψυχή την οποία λαμβάνει από την Σελήνη, και το πνεύμα το οποίο λαμβάνει από τον Ήλιο. (Και για την Ορθοδοξία ο άνθρωπος είναι τρισυπόστατος αποτελούμενος από το σώμα, «χους από της γης» (Γεν. 2,7),η φυσική ή υλική όψη της ανθρώπινης φύσης, την ψυχή, που είναι η δύναμη της ζωής η οποία ζωοποιεί και εμψυχώνει το σώμα, κάνοντάς το να μεγαλώνει να κινείται, να αισθάνεται και να αντιλαμβάνεται. Τέλος αποτελείται και από το πνεύμα, η «αναπνοή» από το Θεό (βλ. Γεν. 2,7), κάτι το οποίο τον διακρίνει από όλα τα άλλα δημιουργήματα.

 

Μερικές φορές οι Πατέρες δέχονται όχι ένα τριμερές αλλά ένα διμερές σχήμα, περιγράφοντας τον άνθρωπο απλώς σαν μια ενότητα σώματος και ψυχής· σ’ αυτή την περίπτωση θεωρούν το πνεύμα ή το νου ως την υψηλότερη όψη της ψυχής. Αλλά το τριπλό σχήμα σώματος, ψυχής και πνεύματος είναι ακριβέστερο και πιο διαφωτιστικό, σύμφωνα με τον Κάλλιστο Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας).

Το ανθρώπινο Ον λοιπόν, έχει μία φυσική, μία ψυχική και μία νοητική ζωή, που διαδραματίζεται σε τρεις σφαίρες, τρεις κόσμους. Τον πνευματικό, τον ψυχικό, και τον φυσικό. Το «είδωλο» ήταν το «ενσαρκωμένο εγώ», το φυσικό σώμα και η προσωπικότητα. Ο «Δαίμων» ήταν το πνεύμα ο πραγματικός εαυτός που είναι ο συνδετικός κρίκος του καθενός με τον Θεό.

Τα μυστήρια σαν σκοπό είχαν να βοηθήσουν τον μυημένο να καταλάβει ότι το «είδωλο», ήταν ένας απατηλός εαυτός και πως η πραγματική του ταυτότητα είναι ο «αθάνατος Δαίμων».

Τρεις ήταν και οι πρωταγωνιστικές Θεότητες όπως είδαμε η Δήμητρα, η κόρη, και ο Ίακχος. Συνεπώς ο άνθρωπος γνωρίζει δύο θανάτους σε κάθε μία ενσάρκωση. Ο πρώτος θάνατος λαμβάνει χώρα στην Γη, στη Δήμητρα (Δα-Ματερ, Γή-Μητέρα),όταν το σώμα αποχωρίζεται από την ψυχή. Στην συνέχεια ακολουθεί ο δεύτερος θάνατος «εν τη Σελήνη της Φερεφόνης-Περσεφόνης» όπου αποχωρίζεται η ψυχή από το Πνεύμα Νου. Ο πρώτος θάνατος ανήκει στην επικράτεια της Δήμητρας, ενώ ο δεύτερος στο Βασίλειο της Περσεφόνης.

Η Περσεφόνη συμβολίζει την φωτεινή ψυχή, που καθοδηγεί αυτές που βρίσκονται στο σκοτάδι. Είναι η Θεια ψυχή που θυσιάστηκε με κάθοδο στην ύλη- όπως συμβολίζει και ο μύθος με την αρπαγή της από τον χθόνιο Πλούτωνα-, για να οδηγήσει τις ψυχές στους Θεούς και την αλήθεια. Οι ψυχές κατερχόμενες από τον Ουρανό παρασυρμένες από τον Έρωτα περνάνε όπως περιγράφεται στον μύθο του Ηρός, από την κοιλάδα της Λήθης όπου επικρατεί ζέστη και ξηρασία.

Κάθε ψυχή είναι αναγκασμένη να πιει μία ορισμένη ποσότητα από το νερό αυτό, για να ξεδιψάσει όποια όμως δεν συγκρατείται και λησμονεί την Θεϊκή της καταγωγή περιέρχεται σε κατάσταση λήθης. Για όσες ψυχές όμως γνώριζαν τον προορισμό και την αποστολή τους, η κοιλάδα της λήθης μεταμορφώνεται σε κοιλάδα της αλήθειας, η οποία αντανακλά όχι όπως η σελήνη δανεικό φως, αλλά μετατρέπεται σε αυτό φως όπως ο Ήλιος.

Η σελήνη έχει δύο πεδία το ένα είναι τα Ηλύσια πεδία που είναι στραμμένα προς τον Ήλιο, το άλλο προς τα πεδία της Περσεφόνης που είναι στραμμένα προς την Γη. Από την πρώτη πύλη οι αγνές ψυχές κατευθύνονται προς τον Ήλιο ενώ από την δεύτερη πύλη οι ψυχές επιστρέφουν για μετενσάρκωση προς την Γη. Στην Σελήνη διαλύονται τα ψυχικά πτώματα κατά αντιστοιχία της διάλυσης των σαρκικών πτωμάτων επί της Γης. Ο Πλούταρχος αναφέρει τα εξής:

«Το Πεπρωμένο έχει καθορίσει, πως κάθε ψυχή, είτε με, είτε χωρίς νόηση, όταν εγκαταλείψει το σώμα, για αρκετό χρόνο βρίσκεται μεταξύ γης και σελήνης . Όσες ψυχές είναι άδικες και ακάθαρτες υποφέρουν την τιμωρία, που προκάλεσαν οι πράξεις τους. Όσες είναι καλές κι ενάρετες, μένουν μέχρις ότου εξαγνισθούν και με την κάθαρση αποβάλλουν κάθε στίγμα που δημιούργησε η επαφή με το σώμα, ή που τυχόν είναι αποτέλεσμα κακής υγείας. Αυτές ζουν για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα στους λειμώνες του Άδη, περιοχές εύκρατης ατμόσφαιρας. Ύστερα, σαν να γύριζαν στην πατρίδα τους έπειτα από μακριά περιπλάνηση κι εξορία, αισθάνονται κάποιο προμήνυμα χαράς, που μοιάζει προπαντός με ό,τι νιώθουν, όσοι μυούνται στα ιερά Μυστήρια, προμήνυμα ανάμικτο με συγκίνηση, με θαυμασμό και που για τον καθένα είναι η προσδοκία πραγματοποίησης της ιδιαίτερης ελπίδας του.»

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο πιστεύονταν πως από τα ζωδιακά σημεία του Αιγόκερω(χειμερινό ηλιοστάσιο) και του Καρκίνου (θερινό ηλιοστάσιο) αποτελούν τις δύο κοσμικές πύλες από τις οποίες οι ψυχές των ανθρώπων εξέρχονται και εισέρχονται στην ζωή. Για αυτό και τα ιερότερα σημεία στους χώρους μυήσεως ήταν ο Βορράς και ο νότος.

Εφόσον λοιπόν η ψυχή διαφέρει από το σώμα, ίσως να έχει την δυνατότητα με κατάλληλες τεχνικές να το εγκαταλείψει συνειδητά, κάτι που συμβαίνει ούτως ή άλλως κατά την διάρκεια του θανάτου. Ίσως για αυτό ο μύθος των μυστήριών σχετιζόταν με συμβολικό θάνατο και αναγέννηση. Όλοι οι μύστες γνώριζαν ότι η γέννηση σε αυτόν τον κόσμο είναι ο θάνατος σε κάποιον άλλο και αντιστρόφως. Ο Πλούταρχος αναφέρει σχετικά (Ηθικά):

«Τη στιγμή του θανάτου η ψυχή δοκιμάζει μία εμπειρία παρόμοια με εκείνη που δοκιμάζουν αυτοί που έχουν υποβληθεί σε μεγάλες μυήσεις… Αρχικά υπόκειται κανείς σε απροσδιόριστες περιπλανήσεις και σε επίπονες περιφορές, περνάει μέσα από τρομακτικά και σκοτεινά μονοπάτια που δεν έχουν διέξοδο. Αλλά ξαφνικά προς το τέλος, όλα αυτά τα τρομερά πράγματα, ο πανικός και το ρίγος και ο ιδρώτας και η έκπληξη εξαφανίζονται και ένα θαυμάσιο φως έρχεται να σε προϋπαντήσει. Εμφανίζονται καθαροί πια τόποι και ευχάριστοι λειμώνες, με μουσική και χορούς και τελετουργίες, με θείους λόγους και ιερά οράματα. Εκεί λοιπόν ο μυημένος, τέλειος πια, (εξ αιτίας της εξοικείωσης μέσω της ανάμνησης της μυήσεώς του) απαλλαγμένος και απελευθερωμένος από όλα τα δεσμά περιφέρεται στεφανωμένος και πανηγυρίζει με τους άλλους ιερούς και αγνούς μυσταγωγούς».

Φαίνεται πως οι μύστες διδάσκονταν την τεχνική ανόδου της

συνείδησης σε υψηλότερες συχνότητες, και σε άλλα επίπεδα ύπαρξης. Ένας τέτοιος βέβαια εκούσιος διαχωρισμός απαιτεί ειδική προετοιμασία και καθοδήγηση. Κάτι που γνωρίζουμε ότι γινόταν ήδη στα Μινωικά μυστήρια, αλλά και στους Σαμάνες μάγους. Πιο συγκεκριμένα γνωρίζουμε ότι οι Μινωίτες ιερείς πέφτοντας σε έκσταση, έβλεπαν την Θεά να κατεβαίνει από τους Ουρανούς και να κάθεται στον βωμό της. Ο Μινωήτης αισθανόταν τη Θεότητα σαν κάτι μυστηριακό, φευγαλέο και άπιαστο, που μόνο στιγμιαία παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή ή με διάφορες μορφές ιερών ζώων. Η κορυφαία στιγμή και η πεμπτουσία των όλων των αρχαίων μυστηρίων ήταν η φάση της «εποπτείας» .

Η στιγμή δηλαδή κατά την οποία οι μυούμενοι βίωναν άμεσα την ύψιστη υπερβατική αλήθεια την ένωση με το Θείο, την ένατη ημέρα μετά από οχτώ ημέρες νηστείας και καθαρμών, η θεαματική «επιφάνεια» της Θεάς Περσεφόνης ψυχής που ανερχόταν από τον Άδη, στα Ελευσίνια μυστήρια. (Το εννέα ως αριθμός συμβολίζει το κλείσιμο ενός κύκλου και την αρχή κάποιας άλλης. Κάτι που φανερώνει και ο επόμενος αριθμός το δέκα που περιέχει την μονάδα και το μηδέν). Ήταν η στιγμή που ο μύστης πλέον αντίκριζε μέσα από το σκότος τον Ήλιο του μεσονυκτίου.

Με την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και τους Προσωκρατικούς, γίνεται για πρώτη φορά όχι μόνο σε Ελληνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, προσπάθεια για την εξήγηση του Θείου και του κόσμου, πέρα από μυθολογικές προσεγγίσεις. Ο Ξενοφάνης είναι ο πρώτος που κατηγορεί τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ότι έδωσαν στους θεούς όλα εκείνα τα στοιχεία που στους ανθρώπους θεωρούνται «άξιαον είδους και ψόγου», χωρίς να είναι ο μόνος. Αργότερα ο Πλάτωνας γράφει στην Πολιτεία:

«Να μη δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους»,και:

«όταν κάποιος ποιητής μας λέει τέτοια για τους Θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών».

Ο Ευριπίδης αναφέρει πως οι Θεοί που κάνουν αισχρές πράξεις δεν είναι Θεοί, και ο Ισοκράτης πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους Θεούς όλα όσα είναι επαίσχυντα και αξιοκατάκριτα στους ανθρώπους, την κλοπή την μοιχεία και την απατή μεταξύ τους. Διαμέσου της φιλοσοφίας εξάλλου η Ελληνική σκέψη πάντα αναζητά την ελευθερία του πνεύματος και της βούλησης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ποιητής ΤίτοςΛουκρήτιος100-55 π.χ (περί φύσεως):

«Όταν η ζωή του ανθρώπου πάνω στην γη είναι χαμερπής φόβος συνθλιμμένος από το βάρος της θρησκείας, που το πρόσωπο της σε όλους τους Ουράνιους τόπους κρέμεται, ακτινοβολώντας μίσος για την ανθρωπότητα, πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να της αντιταχθεί, ενάντια σε εκείνη, πολεμούσε κάθε μέρα. Εκείνον ούτε ο θόρυβος των Θεών, ούτε οι κεραυνοί, ούτε ο βρυχηθμός του θυμωμένου ουρανού υπέταξαν, αλλά περισσότερο παρακινούσαν το ευγενές του πνεύμα, που επιθυμούσε τέλος να σπάσει την πύλη της χυδαίας φυλακής, της μοίρας του ανθρώπου..».

Συνεπώς όσοι πιστεύουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες που ανέπτυξαν την επιστήμη και την φιλοσοφία υπήρξαν ειδωλολάτρες, πλανώνται ή δεν έχουν γνωρίσει πραγματικά την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Οι Χριστιανοί βέβαια κατηγόρησαν τους ΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ως ειδωλολάτρες. Σταδιακά βέβαια και στον Χριστιανισμό απεικονίστηκαν «καλλιτεχνικά» οι Άγιοι, και λατρεύτηκαν δίπλα στο Ιησού. Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί πως τα πρωτοχριστιανικά χρόνια απαγορευόταν η απεικόνιση του Ιησού σε εικόνα. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς υπογράμμιζε πως η δεύτερη εντολή απαγορεύει τις αναπαράσταση του Χριστού ως ειδωλολατρία, ενώ και ο Αστέριος Αμάσειας την απόρριπτε, θεωρώντας πως κάθε αναπαράσταση υποκρύπτει ένα αισθησιακό στοιχείο.

Στα νομίσματα έως το 726 μ.χ υπήρχε μόνο ο σταυρός και όχι η εικόνα του Χριστού, ενώ η μόνη εντολή που ο Θεός αναφέρει τιμωρία για την παράβασή της είναι η δεύτερη, από τις δέκα βασικές που έδωσε στον Μωυσή.

«..Μη ποιήσεις εις σε αυτόν είδωλο, μηδέ ομοίωμα τινός, όσα είναι εν τω ουρανό άνω ή όσα εν τη γη κάτω… μη προσκύνησης αυτά μηδέ λατρεύσεις αυτά, διότι εγώ Κύριος ο Θεός σου είμαι Θεός ζηλότυπος, ανταποδίδων τας αμαρτίας…» Έξοδος 20/κ’4-5.

Στον αντίποδα ο «ειδωλολάτρης» Ηράκλειτος είχε πει σχετικά με αυτούς που λατρεύουν τα είδωλα, πως αυτοί που το πράττουν δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτούς που λατρεύουν τα ντουβάρια.. Ο Πορφύριος δε, διευκρινίζει ακόμη περισσότερο τα πράγματα:

«ΟΣΟΙ ΑΠΟΔΙΔΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΕΠΟΝΤΑ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ , ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΞΥΛΟ Η ΣΤΟ ΛΙΘΟ Η ΣΤΟ ΧΑΛΚΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΟΜΟΙΩΜΑ ΤΟΥΣ, ΟΥΤΕ ΘΕΩΡΟΥΝ ΟΤΙ ΑΝ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΘΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΤΑ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΑΟΙ ΙΔΡΥΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΦΟΙΤΟΥΝ ΕΚΕΙ ΝΑ ΑΝΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟ ΒΙΟ ΚΑΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΠΡΟΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΕΚΕΙ, ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΟΥΝ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ, ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ Ο, ΤΙ ΕΧΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΝΑΓΚΗ. ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, ΕΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΦΤΙΑΞΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ, ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΒΕΒΑΙΩΣ ΟΤΙ Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΟΥΤΕ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΓΚΛΕΙΣΘΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΖΩΓΡΑΦΙΑ, ΑΛΛΑ ΘΕΩΡΕΙ ΟΤΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ. ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΔΕ ΤΙΣ ΘΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ, ΑΥΤΕΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ , ΠΑΡΑ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΙΜΗΣ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ . ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΟ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΣΧΗΜΑΤΑ, ΕΠΕΙΔΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΥΠΕΡΕΧΕΙ ΣΕ ΚΑΛΛΟΣ ΟΛΑ ΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ».

Υπάρχει σαφή διάφορα λοιπόν μεταξύ της δεισιδαιμονίας και της ορθής πίστης ή λατρείας, κάτι που ισχύει έως και σήμερα. Βεβαίως υπάρχουν οι σκοπιμότητες, είναι γνωστό εξάλλου πως η ιστορία γράφεται από τους νικητές….

Απόσπασμα από το βιβλίο μου:

πηγή

 

DSC_0019 copyΈνας μοναδικός στο είδος του λιμναίος οικισμός ,όπου βρέθηκαν σημαντικά και εξαιρετικά ευρήματα που βεβαιώνουν την ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινωνίας ανθρώπων και ενός υψηλού πολιτισμού των γηγενών του Ελλαδικού χώρου,ήδη από το 5.500 π.Χ.

Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζουν τα εξελιγμένα κεραμικά αγγεία και αντικείμενα,κάτι που μας δείχνει ότι η κεραμική τέχνη όχι μόνο δεν ήταν άγνωστη στους ανθρώπους της προϊστορική περιόδου,άλλα ήταν και ιδιαίτερα εξελιγμένη,από την παλαιολιθική ακόμη εποχή!Όπως αποδεικνύεται δηλαδή,κεραμικά αγγεία,ο γηγενής κάτοικος του Ελλαδικού χώρου,κατασκευάζει ήδη από το τέλος της 7ης χιλιετίας!!

Αυτό,όπως αναφέρει στο βίντεο και ο καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κ.Χουρμουζιάδης,καταρρίπτει την κατεστημένη άποψη(ψευδοθεωρία) «ότι η κεραμική τέχνη ως επινόηση ή ως κατασκευαστική τέχνη μας ήρθε από την Μέση Ανατολή»..

Κάτι ανάλογο που συμβαίνει συνήθως και με τις υπόλοιπες, γνωστές ψευδοθεωρίες, που προσπαθούν να μας πείσουν για την δήθεν προέλευση από τις ερήμους της Ανατολίας, διαφόρων τεχνών,επινοήσεων και πνευματικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, των γηγενών του Ελλαδικού χώρου…
VISALTIS.NET

(Η περιήγηση στον οικισμό του Δισπηλιού,ξεκινάει στο 4:30 του βίντεο)

Αλιευθέν εδώ

ΠΙΣΩ

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Από το αρχείο της ΕΡΤ

Στο ντοκιμαντέρ αυτό ο ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ αναλύει αποσπάσματα του δοκιμίου «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας», το οποίο εκδόθηκε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα («Aνωνύμου του Έλληνος»). Σύμφωνα με τον σχολιαστή του, το κείμενο αυτό αποτέλεσε το ιδεολογικό έρεισμα, υπό μορφή μανιφέστου, της Επανάστασης του 1821, καθώς χαράζει τις γραμμές πάλης για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Επίσης, διαπνεόμενο από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, το δοκίμιο αυτό ανατέμνει την κοινωνική διαστρωμάτωση της υπόδουλης Ελλάδας και προσδιορίζει την πολιτική προοπτική που πρέπει να έχει το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωσή του. Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης στο πρόσωπο του οραματιστή της ελευθερίας Ρήγα Φεραίου, στον οποίο και αφιερώνεται το κείμενο.

Το σπάνιο αρχειακό υλικό (φωτογραφικό και οπτικοακουστικό) που προβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής διατρέχει σχεδόν όλα τα σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή και τον Εμφύλιο μέχρι τη χούντα και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί η διαχρονικότητα του περιεχομένου της «Ελληνικής Νομαρχίας». Συνεχίστε την ανάγνωση →

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.