Monthly Archives: Μάιος 2014

«Τα »Γράμματα από το Υπόγειο» της Μεθώνης, μας έστειλαν αδιάβαστους.

Τα νέα ευρήματα αλλάζουν την Ιστορία, τη φιλολογία, τη γλωσσολογία. Η ελληνική γλώσσα, όπως φαίνεται στα ενεπίγραφα αγγεία του ύστερου 8ου και του πρώιμου 7ου αιώνα π.Χ., όχι μόνον υπάρχει, αλλά εμφανίζεται με παγιωμένη γραμματική και συντακτική δομή».

Αυτά λέει στη Γιώτα Μυρτσιώτη της «Καθημερινής» ο καθηγητής ΑΠΘ Γιάννης Τζιφόπουλος, αναφερόμενος στις αρχαιολογικές ανασκαφές στη Μεθώνη της Πιερίας, με την ευκαιρία έκθεσης σχετικών ευρημάτων στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης -από 12 Σεπτεμβρίου 2013 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014. Ο τίτλος της Εκθεσης «Γράμματα από το Υπόγειο. Γραφή στη Μεθώνη της Πιερίας»).

Το ότι η έκθεση άνοιξε ενώ διεξάγεται η ηρωική εκστρατεία της κυρίας Ρεπούση εναντίον των Αρχαίων Ελληνικών ας μη θεωρηθεί ως υπονόμευση του έργου της. Πρόκειται απλώς για μια σύμπτωση οφειλόμενη στις συμβατικές/τυπικές διαδικασίες των αρχαιολογικών ερευνών και της λειτουργίας των αρχαιολογικών μουσείων στην Ελλάδα: τα νέα ευρήματα πρέπει να εκτίθενται με κάποιον τρόπο ειδικότερης προβολής, για να πληροφορείται περί αυτών και το ευρύτερο κοινό, πέραν της αντίστοιχης επιστημονικής κοινότητας. Στο κοινό αυτό μπορεί να περιλαμβάνονται ακόμη και πρωθυπουργοί κατεχόμενοι από τη φαραωνική μεγαλομανία της ανέγερσης γιγαντιαίων μνημείων ιστορούντων ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι πρόγονος του κ. Γκρούεφσκι -όπως πιστοποιεί αυτό τούτο το όνομά του. Και το δικό του και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Διότι, όπως εξηγεί η, κατά την κ. Ρεπούση, «νεκρή γλώσσα», δηλαδή η αρχαία ελληνική, το «Αλέξανδρος» είναι σύνθετο από το ουσιαστικό «ανήρ» (ανδρός, ανδρί, άνδρα, οπόθεν και το «θνησιγενές», δηλαδή -με αυθαίρετη αντιμετάθεση του νοήματος- το γεννημένο από τη… νεκρή γλώσσα νεοελληνικό άνδρας) και το ρήμα «αλέξω» (αποκρούω, αμύνομαι, νικώ), που σημαίνει αυτός που (στο κοινωνικό και αξιολογικό πλαίσιο μιας «ηρωικής εποχής», όπου όντως ο πόλεμος είναι «πάντων πατήρ») αντιμετωπίζει και νικάει τους άνδρες.

Όμως για να καταλάβουμε καλύτερα τη σχέση του κ. Γκρούεφσκι με τα αρχαία και τόσο περίπλοκα ελληνικά, πρέπει να αντλήσουμε περισσότερες πληροφορίες από το ρεπορτάζ της κ. Μυρτσιώτη. Το θέμα τίθεται ως εξής: Στις ανασκαφές της Μεθώνης ήρθε στο φως «μια υπόσκαφη κατασκευή, λάκκος βάθους 11 περίπου μέτρων, πιθανότατα αποθηκευτικού χαρακτήρα. Κατασκευάστηκε για τις ανάγκες της (αρχαίας) αγοράς, αλλά λόγω στατικών προβλημάτων δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Επιχώθηκε βιαστικά λίγο μετά το 700 π.Χ. […] αφήνοντας ανέπαφα επί 28 αιώνες στη Μεθώνη Πιερίας…[…]»… πλείστα αρχαιολογικά αντικείμενα από μια περίοδο κατά την οποία άρχισε να χρησιμοποιείται η αλφαβητική γραφή στον ελλαδικό χώρο. «Από τα χιλιάδες θραύσματα ξεχωρίζουν 191 ενεπίγραφα αγγεία, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται στον ύστερο 8ο και τον πρώιμο 7ο αιώνα π.Χ.».

Ευβοϊκός σκύφος με εγχάρακτη επιγραφή: Είμαι (το ποτήρι/αγγείο;) του Ακεσάνδρου. (… όποιος μου το στερήσει … τα μά)τια του (ή τα χρήματά του) θα στερηθεί. Ευβοϊκό αλφάβητο και ιωνική διάλεκτος περίπου 720 π.Χ.

Τι είναι γραμμένο σ’ αυτές τις επιγραφές με τα αρχαιότατα δείγματα της ελληνικής αλφαβήτου, η οποία 1.500 χρόνια αργότερα χρησίμευσε ως βάση για τη γραφή της σλαβικής γλώσσας, την οποία ομιλεί ο κ. Γκρούεφσκι; Πολλά και διάφορα, αλλά κυρίως υπογραφές… ιδιοκτησίας! Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους Ελληνες, που αδιαφορούν αν διαπράττεται, υπό την προστασία ενός διεθνούς πνεύματος κλεπταποδοχής, ξεδιάντροπη κλοπή του ιστορικού και πολιτισμικού αποθέματος της Μακεδονίας, οι αρχαίοι πρόγονοί τους φαίνεται ότι δεν σήκωναν τέτοια αστεία. Και έτσι, σ’ ένα αγγείο της Μεθώνης διαβάζουν οι επιγραφολόγοι στην παγιωμένη πλέον ελληνική γραφή: «Είμαι του Ακεσάνδρου. Οποιος μου το στερήσει, τα μάτια του ή τα χρήματά του θα στερηθεί». (Τέτοιου είδους «αποφθέγματα»/ δείγματα μιας μακραίωνης επιβίωσης και μιας πολιτισμικής συνέχειας απαντούν ακόμη στον λαϊκό βίο. Π.χ., στη Θάσο απαγγέλλεται το τετράστιχο: «Οποιος λυγαριά δεν πιάσει/ την αγάπη του θα χάσει,/ Κι όποιος δεν τη μυριστεί/ θα την αποχωριστεί»). Σε άλλο αγγείο γράφει επίσης: «Είμαι του Φιλίωνα».

Ο Ακέσανδρος, παρατηρεί η κ. Μυρτσιώτη, «φαίνεται πως μόνο τα χείλη του ήθελε να αγγίζουν (το αγγείο) στα συμπόσια της αρχαίας Μεθώνης. Μεγάλη η κοινωνιολογική, η ανθρωπολογική και η ιστορική διάσταση της περιπαικτικής εντολής του Ακέσανδρου για τα συμποσιακά γλέντια. Πιο πολύτιμο, ωστόσο, αναδεικνύεται το αρχαιότερο συμποτικό επίγραμμα σε ιαμβικό τρίμετρο που φέρει εγχάρακτα το αγγείο του, αποκαλύπτοντας μια από τις πρωιμότερες επιγραφές του ελλαδικού χώρου και τη μοναδική στον βορειοελλαδικό και τη Μακεδονία».

Ο γράφων, πάντως, θα προσθέσει και μια άλλη διάσταση της εντολής του Ακέσανδρου: την ετυμολογική! Όπως το Αλέξανδρος βγαίνει από το αλέξω και το άνδρας, έτσι και το όνομα Ακέσανδρος βγαίνει από το άκεσις*, ακέσιος (θεραπεία, θεραπευτικός -λόγου χάριν ο θεός Απόλλων προσονομαζόταν και Ακέσιος, γιατί θεράπευε τις ασθένειες) και το άνδρας. Το δε Φιλίων της άλλης επιγραφής προδήλως προέρχεται από τη λέξη φίλος, φιλία. Τι προκύπτει από αυτά; Απλούστατα, ότι ο σφετερισμός του Μεγαλέξανδρου και του Φιλίππου και του ονόματος της Μακεδονίας από τους συμπαθείς μας γείτονες οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παράνοια του «Μακεδονισμού» και των εθνικιστικών του ληρημάτων δεν έχει τόσο ανάγκη ενός Αλεξάνδρου, αλλά ενός Ακεσάνδρου, που να την υποβάλει στη θεραπευτική αγωγή εκμάθησης της Ιστορίας. Αυτά δε, από ελληνικής πλευράς, με όλη τη φιλική διάθεση που εκπηγάζει από την ετυμολογική καταγωγή ενός αρχαίου Φιλίωνα…

* Από το ρήμα ακέομαι=θεραπεύω βγαίνει ο γνωστός και στη γλώσσα των νομικών ιατρικός όρος «ανήκεστος» (βλάβη), ήτοι αθεράπευτη, πιθανώς δε, κατά Μπαμπινιώτη, και η πανάκεια, η οποία, ατυχώς, δεν έχει ακόμη εφευρεθεί για να θεραπεύσει τον ασυγκράτητο φιλελληνισμό του Μαρκ Μαζάουερ(σ.σ: εβραϊκής καταγωγής), που τόσο θαύμασε και θαυμάζει ο εγχώριος προοδευτισμός. Νέο σύμπτωμα αυτού του φιλελληνισμού στον πρόλογο και στην πρώτη πρώτη παράγραφο του διαφημισμένου από μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα συγγράμματός του «ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΗΠΕΙΡΟΣ – Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας», όπου διαβάζει κανείς: «Ορισμένα έθνη -όπως η Πρωσία-εξαλείφθηκαν από το χάρτη και τη μνήμη των ζωντανών ανθρώπων. Αλλα -όπως η Αυστρία και η Μακεδονία- έχουν ηλικία μικρότερη από τρεις γενιές».

Έθνος, λοιπόν, η Μακεδονία. Και μάλιστα με την έννοια του κράτους – έθνους, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Περιττεύουν τα σχόλια. Είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, περισσεύει η αίσθηση και η αυτάρκεια του «Αυτός Εφα».

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΙΧ. ΔΩΣΣΑ / Αγγελιοφόρος της Κυριακής

Αλιευθέν στο
http://eleftheri-epistimi.blogspot.gr/

Η Μηχανή Του Χρόνου – Η Παρακμή Του Βυζαντίου Συνεχίστε την ανάγνωση →

του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

(Μια μυθιστορηματική αφήγηση που φωτίζει το πρόσωπο του τελευταίου μαρτυρικού Αυτοκράτορα της Ρωμανίας, βασισμένη σε ιστορικές αναφορές)

Φέτος συμπληρώνονται 561 χρόνια, από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Το γεγονός ήταν τεράστιας σημασίας στην εποχή του. Ο απόηχος του, ακόμη και σήμερα, δεν έχει κοπάσει. Οι συνέπειες του ήταν τεράστιες για την ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων στην Ευρώπη και στην Εγγύς Ανατολή. Για το Έθνος μας, ακόμη περισσότερο, σήμανε την κατάλυση της πολιτικής μας ανεξαρτησίας, αφού η Κωνσταντινούπολη, ήταν η χιλιόχρονη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας μας.

Φανταστείτε, λοιπόν, κάποιον, να πετάει μια μεγάλη πέτρα στα νερά μιας μικρής λίμνης. Οι κυματισμοί των ομόκεντρων κύκλων, απλώνονται ολόγυρα και φτάνουν μέχρι τις όχθες. Όσο πιο κοντά στο σημείο της ρίψης, είναι ο κυματισμός, τόσο πιο ισχυρός είναι. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο ανεπαίσθητος. Αυτή η εικόνα μας είναι χρήσιμη, αν στον ορισμό του γεγονότος, της ρίψης δηλαδή της πέτρας (ενέργεια-αιτία) και των κυματισμών (αποτέλεσμα), αντικαταστήσουμε τους κατά αναλογία παρανομαστές, με τις έννοιες των διαστάσεων, του χώρου και του χρόνου. Έτσι, μπορούμε να αποκτήσουμε μια πολύ καλή αναπαράσταση του τρόπου με τον οποίο, ένα ιστορικό γεγονός, προϊόντος του χρόνου εξελίσσει τις συνέπειες του στο χώρο. Και το ίδιο συμβαίνει με το κάθε τι, μικρό ή μεγάλο γεγονός, πράξη, ενέργεια ακόμη και λόγο.

Όμως, η άλωση της Πόλης σήκωσε κύματα! Και τα κύματα αυτά, αν και πιο μικρά τώρα, πιο αδύναμα, συνεχίζουν ωστόσο να μεταφέρουν την ιστορική μνήμη. Ακόμη εξελίσσονται, καθώς φτάνουν στις «όχθες» μας. Έχω όμως την αίσθηση, ότι δεν θα προλάβουν να ηρεμήσουν. Ένα άλλο «χέρι», ίσως είναι έτοιμο να ρίξει πάλι μια πέτρα στη λίμνη. Αυτήν τη φορά, ίσως από άλλη πλευρά.

Ωστόσο, δεν είχα σκοπό να γράψω ένα συμβατικό ιστορικό άρθρο για την Άλωση. Ζωγράφος είμαι, όχι ιστορικός. Για το λόγο αυτό, θα επιχειρήσω να φωτίσω το πρόσωπο του τελευταίου μαρτυρικού αυτοκράτορα, σα να πρόκειται για ένα πορτρέτο της τραγικότητας. Διότι, το όνομα που έρχεται δεύτερο στο νου, μετά από την Αγία Σοφία, μιλώντας για την Άλωση, είναι το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Όλοι μιλούν για την Πόλη και τον αυτοκράτορα, δεν ξέρω όμως κάποιον που να εστίασε ποτέ στον άνθρωπο. Έτσι, δεν με ενδιαφέρουν τώρα η Πόλη, και οι συμπλεκόμενοι στρατιώτες. Αυτά τα αφήνω, όπως στο έργο μου, σε δεύτερο επίπεδο. Τώρα με ενδιαφέρει μόνο εκείνος. Όπως τον φαντάστηκα και τον ζωγράφισα. Μόνος, λαβωμένος, ηθικά αήττητος. Λίγο πριν περάσει στην αιωνιότητα της δόξας και της τιμής. Ένας Μάρτυρας του Έθνους.

Θα ήθελα να δούμε για λίγο τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, σαν έναν απλό άνθρωπο. Έναν από εμάς. Κάποιον, που το πικρό πεπρωμένο του, ήθελε να είναι εκείνος, ο τελευταίος Βασιλέας μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Πίσω από τους τίτλους και τα αξιώματα. Πίσω από τους θρύλους και τις παραδόσεις. Πίσω από την ασπίδα και την περικεφαλαία του. Είναι ο άνθρωπος και η ψυχή του. Για αυτά θα σας μιλήσω.

‘Εγινε Δεσπότης του Μυστρά, απελευθέρωσε τον Μωριά και ανέβηκε στον θρόνο μόνο για 4 χρόνια, τα τελευταία. Αποδείχθηκε ο πιο κατάλληλος, για όσα είχε ανάγκη η αυτοκρατορία εκείνες τις στιγμές, και ήταν ο πιο άξιος από τους αδελφούς του. Ήταν 49 χρόνων, όταν έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος μπροστά στα τείχη της πόλης. Ήταν ακόμη εκείνος, που σαν αμνός, έπρεπε να πληρώσει με το αίμα του, όλες τις αμαρτίες της αυτοκρατορίας και της μακραίωνης παρακμής της, για την οποία ο ίδιος ήταν ανεύθυνος. Φαντάζεστε την πίκρα του, όταν έβλεπε ότι αυτή η βραδυφλεγής βόμβα αιώνων, ήταν έτοιμη πια να σκάσει στα χέρια του; Το βάρος που έπεφτε πάνω στους ώμους του, να υπερασπίσει την αβοήθητη Πόλη και ό,τι είχε απομείνει, από την πάλαι ποτέ κραταιά και λαμπρή αυτοκρατορία; Και από που να ζητήσει βοήθεια;

Μπορείτε να φανταστείτε τη λύπη του, να είναι αναγκασμένος να τριγυρνάει στη Δύση ταπεινωμένος; Να φιλάει τις κατουρημένες ποδιές, να υπόσχεται Ένωση που δεν πίστευε, για να εξασφαλίσει τη βοήθεια που θα έσωζε την Βασιλεύουσα του. Ένα ένδοξο απομεινάρι, που η πριγκιπική του μοίρα του κληρονόμησε, ως ένα πολύτιμο μαργαριτάρι. Και αυτό το ερείπιο που παρέλαβε, το αγάπησε. Έτσι όπως ήταν. Για αυτό που υπήρξε. Διότι γνώριζε την απόλυτη αξία που είχε η Πόλη για το Έθνος του, και πως ήταν το διαμάντι στο στέμα του. Και την αγάπησε τόσο, που έδωσε και τη ζωή του για αυτήν.

Φαντάζεστε τη μοναξιά του; Ήταν Βασιλέας αυτός και απόλυτος μονάρχης. Έπαιρνε μόνος τις αποφάσεις, που καθόριζαν το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν Δημοκρατία, ώστε να ψάχνει έπειτα συνενόχους για την καταστροφή. Η ευθύνη ήταν όλη δική του. Και η ευθύνη αυτή, σημαίνει απέραντη μοναξιά και ας είχε εκατό συμβούλους. Και την ανέλαβε.

«Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», (Λεπτ)

Φαντάζεστε την θλίψη του, καθώς έβλεπε να καταρρέουν γύρω του τα πάντα; Όλος ο κόσμος του! Όσα γνώριζε, όσα είχε ζήσει και όσα του είχαν διηγηθεί οι παλαιότεροι. Τόσο καιρό πολιορκία, να τριγυρνάει στα συμβούλια και στις επάλξεις, να βλέπει το λαό του ταλαιπωρημένο στους δρόμους και στις πλατείες, πεινασμένο, πληγωμένο, εξουθενωμένο από τις ανάγκες και τις κακουχίες της πολιορκίας. Όλα αυτά τα έβλεπε. Μάτωνε η ψυχή του. Όλοι αυτόν κοίταζαν. Από αυτόν περίμεναν τη λύση στη δυστυχία τους. Όμως, δεν άφησε τα συναισθήματα να αδυνατίσουν τη θέληση του. Και αυτό, θα πρέπει επίσης να το εκτιμήσουμε στην σκιαγραφία που κάνουμε, φωτίζοντας τον χαρακτήρα του ανθρώπου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Τη δύναμη του χαρακτήρα του, δηλαδή, και την ακλόνητη αποφασιστικότητα και σταθερότητα που έδειξε. Στοιχεία, στην φθορά των οποίων, αποσκοπούσε και ήλπιζε μάταια ο εχθρός.

Κουρασμένος και ο ίδιος από τις αλλεπάλληλες επιθέσεις. Αδυνατισμένος και άγρυπνος, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Που χρόνος να κοιμηθεί; Ο φολιδωτός θώρακας, έχει γίνει πια ένα με το δέρμα του. Η ένταση είναι καθημερινή και ασταμάτητη. Οι πυρκαγιές και η επιδιόρθωση των τειχών, απαιτούν συνεχή εποπτεία. Οι επάλξεις και οι υπερασπιστές έχουν ανάγκη από την ηθική τόνωση που δίνει εκεί η βασιλική παρουσία. Ο Κωνσταντίνος, είναι πολεμιστής και το σπαθί του κόβει. Βασίζεται στον εαυτό του και έχει την βεβαιότητα, πως και οι σύντροφοι του είναι αποφασισμένοι. Δεν ήταν από εκείνους, που κάθονται στην ασφάλεια και από μακριά δίνουν εντολές σε ανθρώπους αποκτηνωμένους και φοβισμένους, όπως ο Μωάμεθ! Ο Κωνσταντίνος έχει μόνο συντρόφους, όπως ο Ιουστινιάνι, ο Φραντζής κα, που θα έδιναν την ζωή τους για αυτόν. Όπως και την έδωσαν πολλοί.

Τον φαντάζεστε να κλαίει σιωπηλά; Βαθιά μεσάνυχτα, στην ησυχία του δώματος, μόνος απέναντι στον Πλάστη Του. Προσευχόμενος για την σωτηρία της Πόλης του, από τα δόντια των αλλόδοξων βαρβάρων της στέπας. Ή μήπως, μια τέτοια λεπτομέρεια, δεν ταιριάζει στη δυναμική εικόνα του ήρωα; Σας φαίνεται δύσκολο, να αφήσετε τη στερεότυπη εικόνα της εξιδανίκευσης, που περιβάλλει πάντα ένα ένδοξο ιστορικό πρόσωπο, και που το μεταμορφώνει σε μια ψυχρή ανέκφραστη οντότητα, υπερανθρώπου φύσεως; Ναι, μπορεί και να έκλαψε, λοιπόν! Αλλά αυτό τον έκανε δυνατό και όχι αδύναμο. Τον έκανε απλά ανθρώπινο. Τακτοποίησε τις «εκκρεμότητες» του με τον Θεό. Ήταν έτοιμος, πλέον, να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του!

Τι λέτε; Σαν άνθρωπος, δεν θα σκέφτηκε, έστω και για μια μόνο στιγμή τη συνθηκολόγηση και τη σωτηρία, πριν απωθήσει με αποστροφή τη σκέψη αυτή; Γνωρίζετε, κάποιον, που να αγαπά τον θάνατο περισσότερο από την ζωή; Που, αν μπορούσε να αποφύγει τον χάροντα, δεν θα το έκανε; Σίγουρα, θα το σκέφτηκε! Είναι ανθρώπινο. Αρκεί που κοίταζε ψηλά από τα τείχη τα πολυάριθμα στίφη των Οθωμανών, που έμοιαζαν να είναι ατέλειωτοι, όσοι και αν σκοτώνονταν. Οι δικοί του λιγόστευαν. ήταν περίπου 7-8.000. Εμείς δεν τα γνωρίζουμε αυτά στα χρόνια μας, έτσι είμαστε εύκολοι στις κρίσεις και στα λόγια μας.

Δεν ξέρουμε πως είναι, να τρέμουν τα γόνατα από το φόβο του θανάτου, να χτυπάνε τα σωθικά από την ένταση και την αδρεναλίνη. Να φεύγουν κεφάλια, γύρω σου, πόδια, χέρια, να ανοίγουν κοιλιές. Μεταλλικοί ήχοι σπαθιών και κρότοι κανονιών και τηλεβόλων. Και πάνω από όλα, αυτές οι μυριόστομες εφιαλτικές κραυγές, σε όλες τις γλώσσες, τα ουρλιαχτά του πόνου ή της παράνοιας του φόβου, που μεταβάλλεται σε απεγνωσμένη ηχητική επιθετικότητα. Να ξέρεις, ότι είναι πολύ πιθανόν να μην επιζήσεις. Ακόμη χειρότερα, να προβλέπεις, πως σίγουρα θα σκοτωθείς. Εδώ σε θέλω κάβουρα! Πολλών τα πόδια τρέμουν, άλλοι τα κάνουν πάνω τους, κάποιοι άλλοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα, μερικοί το ευχαριστιούνται κιόλας.

Στο κάτω-κάτω, τόσες προτάσεις του είχε κάνει ο Μωάμεθ, θα μπορούσε να δεχθεί να παραδώσει την Πόλη, να εξευτελιστεί με ατιμωτικούς όρους, αλλά να διασώσει μια ευνουχισμένη βασιλεία και τη ζωή τη δική του και του λαού. Ποιος άλλος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, αν το έκανε, εκτός από τη συνείδηση του; Κανένας! Ήδη, πολλοί αξιωματούχοι του είχαν αποδεχθεί ανεπίσημα αυτή την άποψη. Άλλοι του είχαν προτείνει να τον φυγαδεύσουν από την Πόλη, ώστε να συνεχίσει τον αγώνα, συγκεντρώνοντας δυνάμεις (1) . Δεν το δέχθηκε. Απάντησε οριστικά όχι!

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν»

Νέες αρετές της προσωπικότητας του, αναδεικνύονται τώρα. Αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ανδροπρέπεια, αντίληψη της ιστορικότητας των στιγμών. Αυτό και μόνο, καθιστά τον θάνατο του συνειδητή θυσία, όπως ακριβώς του Λεωνίδα και του Παπαφλέσσα. Αυτοί οι τρεις, ως παραδείγματα θυσίας, συνδέονται, και όχι τυχαία, αντιπροσωπεύουν τις τρεις εποχές του Έθνους μας. Την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεώτερη.

Είναι, όμως και ευγενής στον χαρακτήρα, φιλόφρων και ταπεινόφρων. Άξιος να αγαπηθεί. Ο Φραντζής, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, μας πληροφορεί στο Χρονικό του για την Άλωση, ότι ο Κωνσταντίνος την τελευταία νύχτα συγκέντρωσε τους εξαντλημένους υπερασπιστές για να τους απευθύνει τον τελευταίο λόγο (2). Γράφει πως τους είπε, μεταξύ άλλων:

«Δεν έχω καιρό να πω περισσότερα· μοναχά το ταπεινωμένο σκήπτρο μου το αναθέτω στα χέρια σας, για να το διαφυλάξετε με προθυμία. Σας παρακαλώ ακόμα, και ζητώ την αγάπη σας, να είστε πειθαρχικοί στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκατόνταρχους, ο καθένας κατά την τάξη του, τη θέση του και την υπηρεσία του. Να ξέρετε τούτο: αν από μέσα από την καρδιά σας φυλάξετε τις εντολές μου, ελπίζω στο Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Δεύτερον, σας περιμένει στον ουρανό το αδαμάντινο στεφάνι, και η μνήμη σας θα είναι αιώνια και άξια στον κόσμο».

Με αυτά τελείωσε τη δημηγορία του, ευχαριστώντας με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό. Τους είπε τέλος: «Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, να είσαστε έτοιμοι το πρωί. Με τη χάρη και την αρετή που μας δώρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία αναθέτουμε “την πάσαν ελπίδα μας”. Θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει κακήν κακώς και ντροπιασμένος από εδώ».

Ο,τι και αν εννοούσε ο Κωνσταντίνος, μιλώντας για την «δίκαια απειλή Του», το πιο πιθανό είναι, ότι πέρα από τις γενικότητες, αναφερόταν στην λανθασμένη προσπάθεια που κατέβαλε για την Ένωση των Εκκλησιών και την υποταγή στον Πάπα, κάνοντας μάλιστα το γνωστό «συλλείτουργο» του Δεκεμβρίου του 1452. Είναι αξιοσημείωτο, πως από τότε, ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, είχε μείνει αλειτούργητος, σα μαγαρισμένος, μέχρι τη νύχτα που αναφέρθηκε πιο πάνω, στις 28 Μαϊου του 1453! Επί 6 ολόκληρους μήνες, η Αγία Τράπεζα έμεινε χωρίς την αναίμακτη Θυσία, και κανένα πόδι πιστού δεν πέρασε το κατώφλι της! Αυτό είναι τεράστιας σημασίας γεγονός, για τα δεδομένα της Αυτοκρατορίας. Δυστυχώς, όμως, παραβλέπεται ως λεπτομέρεια, επειδή αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού. Και όμως, οι ιστορικοί των γεγονότων, αυτόπτες οι ίδιοι, όπως ο Κριτόβουλος (από την πλευρά των Οθωμανών), έχουν καταγράψει με ακρίβεια και αντικειμενικότητα τις διάφορες αρνητικές «θεοσημείες», που λάμβαναν χώρα στην Πόλη, λίγες ημέρες πριν από την Άλωση (3). Ο Θεός είχε εγκαταλείψει πλέον την Πόλη, αλλά πρώτα τον είχαν εγκαταλείψει οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Και συνεχίζει ὁ φραντζῆς:

«Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὅλοι ἀπαντοῦν: «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν». Καὶ ὁ Βασιλέας ἀκούγοντάς τους, μὴν συγκρατώντας οὔτε αὐτὸς πιὰ τὰ δάκρυά του, τοὺς εὐχαριστεῖ. Καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμαῖοι, ἀκούοντες τὸν Βασιλέα, «καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν»· καὶ ἀγκαλιάζονταν δακρυσμένοι, συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
Ὁ Βασιλέας, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλους πολλοὺς ἐπῆγε στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ μετέλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια.
Καὶ μετὰ επέρασε ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει φίλους καὶ συγγενεῖς· «ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τὶς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκπέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι»
«Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη […]»

Αλλάζουμε, λοιπόν, τώρα και εμείς το σκηνικό και ερχόμαστε στα τείχη. Ο Κωνσταντίνος με τον Φραντζή περιήρθαν τα τείχη και τα οχυρώματα, όπου λαϊκοί, γυναίκες και μοναχοί, βοηθούσαν στα γεμίσματα και στην πρόχειρη επιδιόρθωση των πεσμένων τειχών, στη μεταφορά λίθων και χώματος και στα πρόχειρα νοσοκομεία, όπου περιθάλπονταν οι εκατοντάδες πληγωμένοι. Ο Κωνσταντίνος εμψύχωνε τους πάντες με το ηθικό του μεγαλείο. Στο τέλος, όταν αποχωρίστηκαν εκείνη τη νύχτα της 28ης προς 29η Μαϊου, ήταν η τελευταία φορά που ο Φραντζής έβλεπε τον Κωνσταντίνο. Λίγο αργότερα, πριν προλάβουν να ξεκουραστούν, ξεκίνησε ξαφνικά η πρώτη μεγάλη επίθεση των Οθωμανών ατάκτων. Νωρίς τα χαράματα, νύχτα ακόμη. Ξύπνησε η κόλαση από τις χιλιάδες κραυγές τους. Πύρινες βολίδες φωτιάς διέσχισαν τον ορίζοντα και φώτισαν τον νυχτερινό ουρανό πάνω από την πόλη, προκαλώντας πυρκαγιές, καίγοντας ανθρώπους.

Ο Κωνσταντίνος, έτρεξε στο σημείο που είχε επιλέξει να υπερασπιστεί ο ίδιος, λόγω της αδύνατης θέσης του. Στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, που απέναντι της είχε στήσει το τσαντήρι του ο Μωάμεθ. Πέταξε από πάνω του το μανδύα με τα αυτοκρατορικά διάσημα, που εμπόδιζε τις κινήσεις του και έμεινε μόνο με την πανοπλία του. Ίσος με τους άλλους. Κράτησε μόνο τα αυτοκρατορικά ερυθρά πέδιλα, με τους χρυσοκεντημένους Δικέφαλους Αετούς. Τράβηξε το ξίφος από την θήκη του και περιστοιχιζόμενος από την επίλεκτη φρουρά του, ανέβηκε στις επάλξεις. Για περισσότερες από δύο ώρες κράτησε η επίθεση των ατάκτων, που στο τέλος υποχώρησαν με μεγάλες απώλειες. Το ηθικό ήταν υψηλό, όμως η κούραση μεγάλη.

Λίγο πριν τα χαράματα επιτέθηκε το δεύτερο κύμα, αυτή τη φορά από τον τακτικό στρατό μαζί με ατάκτους. Σφαγή, τρόμος και πανικός! Σαν κύματα σπάζουν πάνω στα τείχη και συντρίβονται. Ο Κωνσταντίνος και οι περί αυτού, έρχονται σε άμεση επαφή με όσους Οθωμανούς καταφέρνουν να αναρριχηθούν στα τείχη. Τους ρίχνουν από τις σκάλες και τους πετσοκόβουν με τα σπαθιά. Δύο-τρεις φορές κινδύνεψε η ζωή του. Χιλιάδες βέλη και βόλια διασταυρώνονται στον αέρα. Αλίμονο σε όποιον βρεθεί στην πορεία τους. Έπειτα από το γλυκοχάραμα, το δεύτερο κύμα αποσυρόταν νικημένο και με τεράστιες ζημιές. Οι υπερασπιστές ήταν νικητές, αλλά αυτή η νίκη μεταφραζόταν σε πολύτιμες απώλειες και σε διαρκή κάματο. Οι Οθωμανοί ήταν ξεκούραστοι. Έτσι, μετά από την ανατολή του ηλίου, ξεκίνησε η τρίτη και τελευταία γενική επίθεση, με τα σώματα των δεκάδων χιλιάδων επίλεκτων Γενιτσάρων.

Τώρα, ο Κωνσταντίνος, μπροστά από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, έχει μεταμορφωθεί σε έναν άγγελο του θανάτου, για όσους εχθρούς τυχαίνουν μπροστά του. Ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε βαριά και εγκατέλειψε τη θέση του. Η πίεση είναι τώρα μεγαλύτερη. Οι εχθροί αμέτρητοι και ξεκούραστοι, μεθυσμένοι από τις υποσχέσεις για δώρα, εκ μέρους του Μωάμεθ. Σκοτώνει ασταμάτητα. Καθώς το αίμα πιτσιλάει πάνω του, με την έντονη μυρωδιά του σιδήρου στα ρουθούνια, παραμορφώνει την όψη του, τα γένια του, στη μορφή ματωμένου θηρίου. Ποτάμι ρέει το αίμα από τις επάλξεις. Υπερχειλίζει. Αγώνας άνισος, ανέλπιδος. Τα πλοία με την υποσχεμένη βοήθεια των Ευρωπαίων, δεν ήρθαν ποτέ (4). Οι σύντροφοι του γύρω, πέφτουν ένας-ένας. Η αντίσταση αραιώνει, τα ανοίγματα διευρύνονται, οι γραμμές σπάζουν. Κοιτάζει τριγύρω, ότι έχει μείνει μόνος, με ελάχιστους. Γνωρίζει πλέον, τι μέλλει γενέσθαι. Η τραγικότητα των στιγμών, τον μεταβάλλει σε μάρτυρα της ανθρώπινης φύσης. Έχει κτυπηθεί και ο ίδιος, οι δυνάμεις του πλέον τον εγκαταλείπουν. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει το φρικτό, αλλά ένδοξο τέλος, του ηττημένου από υπέρτερο εχθρό, βασιλέα. Σαν τον Λεωνίδα.

Λένε πως φώναξε, μένοντας ως το τέλος αξιοπρεπής και για να μη γίνει, είτε αυτόχειρας, είτε ως αιχμάλωτος, ο εμπαιγμός του βαρβάρου:
«Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;»

Όμως, δεν υπάρχει κανείς! Οι ήχοι των σπαθιών σιώπησαν εκεί κοντά του. Όλα τέλειωσαν πια. Ο Κωνσταντίνος, αιμορραγώντας και με σπασμένο σπαθί, έχει γονατίσει, πλέον, δίπλα στα κουφάρια των σκοτωμένων Οθωμανών. Κάποιοι Γενίτσαροι τον βλέπουν μόνο, σαν γονατισμένο και πληγωμένο λέοντα και τον πλησιάζουν, με θράσος συνάμα και φόβο. Ευτυχώς, δεν αναγνωρίζουν ποιος είναι, μοιάζει με όλους τους άλλους. Έτσι, πέφτουν πάνω του σαν κοπάδι από ύαινες και τον αποτελειώνουν…

«Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»,
(Λεπτ)

Τι να σκεφτόταν, τις τελευταίες εκείνες στιγμές; Ίσως όλη η ζωή του, να περνούσε με εικόνες, μπροστά από τα μάτια του. Ιδιαίτερα οι ευτυχισμένες και ανέμελες στιγμές. Μνήμες, που όπως λένε, βλέπουν αστραπιαία με την φαντασία τους, όσοι είναι πια κοντά στον θάνατο. Ίσως να θυμήθηκε τη στέψη του στον Μυστρά ή τον γάμο του, το 1428, στό κάστρο του Χλεμουτσίου της Γλαρέντζας, με την Θεοδώρα, κόρη του Φράγκου ηγεμόνα Τόκκο, που αληθινά την είχε αγαπήσει. Δυστυχώς, η άτυχη κοπέλα πέθανε ένα χρόνο μετά στό Σανταμέρι Αχαΐας. Τό 1441, μετά από επιμονή άλλων, και αφού είχε ξεπεράσει την απώλεια της Θεοδώρας, ξαναπαντρεύτηκε τήν Αικατερίνη, κόρη του Λατίνου άρχοντα της Λέσβου Γατελούζου. Αλλά κατά τήν διάρκεια της πολιορκίας, από τούς Τούρκους, του Παλαιοκάστρου της Λήμνου, η Ιταλίδα πριγκίπισσα, η οποία κυοφορούσε τό παιδί του, πέθανε σύμφωνα μέ τόν Schlumberger από τόν τρόμο της. Ατυχος, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος, σέ όλες τίς φάσεις της ζωής του.

Η μέρα έλαμπε και ήταν ειρωνικά όμορφη. Μια λεπτομέρεια ασήμαντη τράβηξε την προσοχή του. Είναι εκπληκτικό, τι μπορεί να παρατηρήσει ένας άνθρωπος, τέτοιες στιγμές. Ένα μικρό αγριολούλουδο, είχε φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες του τείχους, στο σημείο που βρισκόταν εκείνος. Τόσοι και τόσοι είχαν σκοτωθεί τριγύρω του. Εκείνο, όμως, παρέμενε όμορφο μέσα στη ανθρώπινη φρίκη και ανέπαφο με το όμορφο γαλάζιο χρώμα του, να κάνει αντίθεση στις αμέτρητες κόκκινες στάλες του αίματος. Θυμήθηκε, τότε, πως είναι άνοιξη. Χαμογέλασε, καθώς το αίμα έτρεχε από το στόμα του…

Ύψωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Δεν ανήκε πια στη γη και στη ματαιότητα της. Του φάνηκε, μέσα στην παραίσθηση του μυαλού του, πως άκουσε να δονούν καμπάνες μελωδικές και φτερά αγγέλων να χτυπούν τον αέρα. Είδε μπροστά του να λάμπει ένα Φως και σκιές φωτεινές, να τον πλησιάζουν οι πρόγονοι. Σηκώθηκε να τις συναντήσει. Δυνατός, καθαρός, φωτεινός, με αστραφτερή πανοπλία. Κοίταξε πίσω του. Είδε το βασανισμένο κορμί του, ματωμένο, πεσμένο ανάσκελα ανάμεσα στα χαλάσματα και στα κουφάρια. Χαμογέλασε, καθώς μια φωνή υπερκόσμια ακούστηκε να λέει:

«Πάλι με χρόνια, με καιρούς…»

Πίνακας: Γεράσιμου Γερολυμάτου: «Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»,
λάδια σε καμβά, 125Χ100,2011.

1. Ο ανώνυμος συγραφέας του Ρωσσικού Χρονικού μας περιγράφει πως οι σύμβουλοι του Κωνσταντίνου τόν ικέτευαν νά δραπετεύσει από τήν Πόλη καί νά συναντήσει ή τόν Καστριώτη ο οποίος πολεμούσε στά βουνά της Ιλλυρίας, ή τά αδέλφια του Δημήτριο καί Θωμά στόν Μοριά καί μέ ενισχύσεις νά αναγκάσει τόν σουλτάνο νά λύσει τήν πολιορκία. Σύμφωνα μέ τό Ρώσσο χρονογράφο, οποίος πιθανώς νά ήταν καί αυτόπτης μάρτυρας η απάντηση του Αυτοκράτορα είχε ως εξής:
«Η συμβουλή υμών είναι εξαίρετος. Ευχαριστώ υμάς επ’αυτή, αλλά ουδέποτε θαποφασίσω νά εγκαταλείψω εν τοιαύτη συμφορά τόν κλήρο μου καί τάς αγίας εκκλησίας καί τήν πρωτεύουσαν, τόν θρόνον καί τόν λαό μου. Τί θά έλεγε περί εμού η οικουμένη; Σας ικετεύω απ’εναντίας, όπως ζητήσετε παρ’εμού νά μή σας εγκαταλίπω. Ναί, επιθυμώ ναποθάνω εδώ μεθ’υμών.
2. «Χρονικό» του Γεωργίου Σφραντζή, Ελληνα αξιωματούχου που έζησε σαν αυτόπτης μάρτυρας δίπλα στον Κωνσταντίνο όλη την ιστορία της Άλωσης.

3. Τό βράδυ της 26ης Μαΐου, μέσα στό σκοτάδι, εμφανίστηκε ένα παράξενο φώς πάνω στόν τρούλλο της Αγίας Σοφίας. Γιά τό φώς αυτό έγραψαν καί οι ιστορικοί πού βρέθηκαν τότε εντός των τειχών καί ο Κριτόβουλος, ο οποίος τό παρατήρησε καί ο οποίος βρισκόταν έξω από τά τείχη. Τό φαινόμενο αυτό τάραξε ακόμα περισσότερο τούς πολιορκουμένους καί τό θεώρησαν δυσμένεια του Θεού εναντίον τους.

4. Sir Edwin Pears «η τύφλωση των ηγεμόνων της Εσπερίας έφθανε μέχρι τήν παραφροσύνη. Αυτοί καί οι λαοί τους έμελλε νά τιμωρηθούν σκληρά γιά τήν αισχρή εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα καί του λαού της.

Αλιευθέν στο
http://peritexnisologos.blogspot.gr/

Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας άρχισε η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Φράγκοι δεν περιορίστηκαν στην κατάληψη της Πόλης, αλλά διέπραξαν και απίστευτες λεηλασίες και σφαγές. Μάλιστα, η έκτασή τους ήταν τέτοια, που οκτακόσια και πλέον χρόνια αργότερα ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τους ορθοδόξους στη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα.

Μολονότι αργότερα οι Έλληνες επανέκτησαν την Πόλη, η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα το 1430 να περιλαμβάνει μόνο την Κωνσταντινούπολη με τα περίχωρά της και το Δεσποτάτο του Μορέως. Οι προσπάθειες του Ιωάννη Παλαιολόγου για βοήθεια από τη Δύση μέσω της ένωσης των Εκκλησιών δημιούργησαν τρομερές διενέξεις μεταξύ των ενωτικών και των ανθενωτικών. Οι προσπάθειες του επόμενου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, να εξασφαλίσει τη βοήθεια του πάπα, όπως όριζαν οι αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας, συνάντησαν την πιο σκληρή αντίδραση των ανθενωτικών, οι οποίοι δήλωναν απροκάλυπτα πως προτιμούσαν να δουν στο μέσο της οδού τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα.
Την ίδια εποχή αναρριχήθηκε στον οθωμανικό θρόνο ο αδιάλλακτος Μωάμεθ Β΄, που διαδέχτηκε το μετριοπαθή πατέρα του, Μουράτ Β΄. Πρωταρχικός στόχος του νέου σουλτάνου ήταν να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη. Το κατάφερε έπειτα από πολιορκία 55 ημερών. Η Άλωση της Πόλης έγινε την Τρίτη 29 Μαΐου 1453.
Στο οπτικοακουστικό λεύκωμα «1453: Η άλωση της Πόλης» καταγράφεται σε μορφή τόσο βιβλίου όσο και ντοκιμαντέρ όλο το τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας που κλείνει με την πτώση της Βασιλεύουσας. Με την ποιότητα που χαρακτηρίζει το National Geographic κατανοούμε πλήρως τα συμβάντα που δεν είναι τόσο γνωστά όσο θα έπρεπε.

(από το εκδοτικό σημείωμα του Ν. Μάργαρη)

 

Ντοκυμαντέρ – Η κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Το Βυζαντινό μάθημα

 

Σε σύγκριση προς τον Ιλιαδικό μύθο ,ο μύθος της Οδύσσειας διαθέτει μεγαλύτερη θεματική ποικιλία και αφηγηματική γοητεία, αλλά σε προσεκτικότερο έλεγχο αποδεικνύεται μάλλον δύσχρηστος σε κάποια σημεία του, ίσως και προβληματικός. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής της Οδύσσειας συμπλέκει στην εξέλιξη του έπους και άλλα ετερόκλητα στοιχεία. Στον βαθμό δηλαδή που ο νόστος του Οδυσσέα αποτελεί κεφάλαιο των μετατρωικών νόστων (για τους οποίους διαθέτουμε την περίληψη ενός ομότιτλου έπους), εντάσσεται ομαλά στα ευρύτερα συμφραζόμενα του τρωικού μύθου, τα οποία και συστήνουν το δεύτερο, μεταπολεμικό του μέρος. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια παραμένει, κατά το πρότυπο της Ιλιάδας, έπος ηρωικό, για τον πρόσθετο λόγο ότι φιλοξενεί στο εσωτερικό της πρωταγωνιστικούς ήρωες του ιλιαδικού έπους, εκτός από τον Οδυσσέα. Η «Μνηστηροφονία» εξάλλου (η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της οποίας καλύπτουν το δεύτερο μισό της Οδύσσειας) σκηνοθετείται λίγο πολύ ως αριστεία, η οποία, παρά τις ιδιόρρυθμες διαφορές της, παραπέμπει στις ιλιαδικές αριστείες.
Γύρω όμως από τον μεταπολεμικό αυτό επικό άξονα περιστρέφονται και κάποια, λίγο πολύ άσχετα, θέματα, τα οποία έχουν διαφορετική προέλευση και ανάλογο ήθος και ύφος. Στο πλαίσιο, λόγου χάριν, των «Μεγάλων Απολόγων», εμφανίζονται και συμπλέκονται διηγήσεις που προδίδουν εξερευνητικό ανθρωπογεωγραφικό ενδιαφέρον, καθώς και αφηγηματικά επεισόδια παραμυθικά και τερατικά, που ανήκουν στον κόσμο της εξωτικής φαντασίας. Και οι δύο αυτές θεματικές ομάδες προέρχονται σίγουρα από αφηγημένες ταξιδιωτικές περιπέτειες, εντοπισμένες σε απόμακρα μέρη. Φαίνεται εξάλλου πως μια αρχαιότερη διήγηση της αργοναυτικής εκστρατείας τροφοδότησε τους «Απολόγους» με τέτοια αφηγηματικά παράδοξα, τα οποία ο ποιητής της Οδύσσειας τα μετέτρεψε σε ριψοκίνδυνα κατορθώματα του Οδυσσέα στην εξέλιξη του μετατρωικού του νόστου.Αν τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στον εξωτερικό νόστο του ήρωα (προτού δηλαδή πατήσει ο Οδυσσέας το πόδι του στην Ιθάκη), στον αφηγηματικό κορμό του εσωτερικού τώρα νόστου (όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται πια και κινείται στην Ιθάκη), εύκολα αναγνωρίζονται ίχνη μιας νουβέλας (ανάλογης προς τη δική μας δημοτική παραλογή) με θέμα της τον γυρισμό του ξενιτεμένου. Απόδειξη το σύμπλεγμα των αναγνωρισμών του Οδυσσέα, ή ο όμιλος των μνηστήρων, οι οποίοι πιέζουν την Πηνελόπη να ξαναπαντρευτεί διαλέγοντας κάποιον ανάμεσά τους. Το θέμα αυτό αναλογεί επίσης στη νουβέλα του ξενιτεμένου συζύγου, ο οποίος γυρίζει αργά, αγνώριστος και ανέλπιστος σπίτι του, τη μέρα που η γυναίκα του ετοιμάζει δεύτερο γάμο. Μόνο που οι μνηστήρες της Οδύσσειας πολλαπλασιάζουν αυτό τον δεύτερο γαμπρό της νουβέλας, τον οποίο ο ξενιτεμένος οφείλει να εξουδετερώσει για να ανακτήσει τη γυναίκα του και το σπιτικό του. Αλλά και το άθλημα του τόξου, που επιλέγει η Πηνελόπη στην Οδύσσεια, για να δοκιμάσει τους μνηστήρες της, θυμίζει ανάλογα νοβελιστικά αθλήματα πρώτου γάμου, όπου ο νικητής παίρνει ως έπαθλο την επίδοξη νύφη. Όλα αυτά τα -παράταιρα μάλλον σ᾽ ένα ηρωικό έπος- στοιχεία ο ποιητής της Οδύσσειας τα συνταιριάζει καλά με το θέμα της μνηστηροφονίας. Και αυτό είναι σημαντικό κατόρθωμα της πλοκής.

Το άλλο σημαντικότερο αποτέλεσμα της πλοκής αναγνωρίζεται στον τρόπο με τον οποίο συμπλέκει ο ποιητής της Οδύσσειας τον νόστο του Οδυσσέα με τους νόστους άλλων επικών ηρώων. Οι νόστοι αυτοί (οι περισσότεροι από τους οποίους φιλοξενούνται στην Οδύσσεια) σχηματίζουν μια συνολική τυπολογία, που μοιράζεται σε τρεις επιμέρους, τυπικές επίσης, κατηγορίες.Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν νόστοι με ευτυχισμένο και άμεσο τέλος. Παράδειγμα ο νόστος του Νέστορα, τον οποίο διηγείται ο ίδιος στην τρίτη ραψωδία του έπους. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει νόστους που πραγματοποιούνται δίχως καθυστέρηση, απολήγουν όμως σε τραγικό τέλος και συνεπάγονται εκδικητικού τύπου εμπλοκές. Κορυφαίο παράδειγμα ο νόστος του Αγαμέμνονα, ο οποίος κατασφάζεται ανελέητα από τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ενώ την εκδίκηση του στυγερού αυτού φόνου την αναλαμβάνει αργότερα ο Ορέστης. Πρόκειται για τραγικό νόστο που διασπείρεται σε περισσότερα μέρη της Οδύσσειας: τον υπαινίσσεται ο Δίας ήδη στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας· τον εξιστορούν διεξοδικότερα ο Νέστορας και ο Μενέλαος στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία· τον διηγείται συνοπτικά, αλλά σπαρακτικά, ο ίδιος ο Αγαμέμνονας στη «Μεγάλη Νέκυια» της ενδέκατης ραψωδίας και τον ξαναθυμάται στη «Μικρή Νέκυια» της εικοστής τέταρτης. Τέλος, στην τρίτη κατηγορία, που την εκπροσωπεί μέσα στην Οδύσσεια ο Μενέλαος, ανήκουν οι περιπετειώδεις και ριψοκίνδυνοι νόστοι, που εκκρεμούν πολλά χρόνια και συνεπάγονται μερικές απώλειες, προτού καθυστερημένα συντελεστούν.

Σ᾽ αυτό το τυπικό πλαίσιο νόστων, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε και ελάσσονες, ξεχωρίζει με την ιδιαίτερη σημασία και φυσιογνωμία του ο επιβλητικός νόστος του Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό θέμα της Οδύσσειας. Αναλογικά συγγενεύει περισσότερο με τον νόστο του Μενελάου, μολονότι σε κρίσιμα σημεία τον υπερβάλλει. Η δική του εκκρεμότητα διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια έναντι των οκτώ του Μενελάου. Συγκριτικά καλύπτει μεγαλύτερο χώρο (πραγματικό και φανταστικό) από τον νόστο του Μενελάου, από τον οποίο λείπουν οι εξωτικοί σταθμοί. Η καθήλωση του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς δεν έχει μόνο μεγαλύτερη διάρκεια από εκείνη του Μενελάου στο νησί Φάρος, μπροστά στην Αίγυπτο, αλλά θέτει και οριακά διλήμματα στον ήρωα, ο οποίος πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη της προηγούμενής του ζωής· να προκρίνει το γήρας και τη θνητότητα, αντί της αγηρασίας και της αθανασίας που του προσφέρει η Καλυψώ. Τέλος, σε ό,τι αφορά τις απώλειες των συντρόφων, ο ολοκληρωτικός αφανισμός των εταίρων του Οδυσσέα αποτελεί μοναδική εξαίρεση στη σχετική παράδοση· ακόμη και ο Μενέλαος χάνει τους μισούς μόνο συντρόφους του. Παρά ταύτα, οι δύο αυτοί νόστοι αποτελούν συγγενικό ζεύγος με τα κοινά σημεία που διαθέτουν, ανάμεσα στα οποία διακρίνονται και οι ανάλογες οδηγίες νόστου από τον Πρωτέα προς τον Μενέλαο και από τον Τειρεσία προς τον Οδυσσέα.

Το απροσδόκητο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο νόστος του Οδυσσέα, υποθετικά έστω, εμπεριέχει και τις δύο άλλες μορφές νόστου: τον άμεσο και ευτυχή, που αντιστοιχεί, λόγου χάριν, στον Νέστορα· αλλά και τον άμεσο και τραγικό, που αναλογεί στον Αγαμέμνονα. Συγκεκριμένα: στην τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας, όπου ο Νέστορας διηγείται στον Τηλέμαχο τον δικό του νόστο, τον βεβαιώνει ότι στην αρχή τον ακολούθησε και ο Οδυσσέας μέχρι την Τένεδο, μαζί με τους μισούς Αχαιούς, που συμφώνησαν με τον Μενέλαο πως πρέπει να μπουν αμέσως στα καράβια τους, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, εγκαταλείποντας δίχως καθυστέρηση τη λεηλατημένη και ρημαγμένη Τροία. Μετά όμως ο Οδυσσέας (σύμφωνα με τη διήγηση του Νέστορα πάντα) άλλαξε γνώμη και γύρισε πίσω στην Τροία, για να σμίξει με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος επέμενε πως έπρεπε πρώτα οι Αχαιοί να θυσιάσουν εκατόμβη στη θεά Αθηνά, για να μαλακώσουν τον χόλο της, και ύστερα να επιστρέψουν στην πατρίδα. Εκδοχή που σημαίνει ότι: θα μπορούσε και ο Οδυσσέας να έχει την καλή τύχη του Νέστορα, επιστρέφοντας αμέσως και δίχως απώλειες στην Ιθάκη, αν έμενε σταθερός στην πρώτη του απόφαση και δεν πήγαινε με το μέρος του Αγαμέμνονα, καθυστερώντας έτσι τον νόστο του.Αυτή όμως η έλξη του Οδυσσέα προς τον Αγαμέμνονα δεν σταματά εδώ. Εξελίσσεται, και δραματοποιείται στην πορεία του έπους ως πιθανή αναλογική σύμπτωση της μοίρας του Οδυσσέα με την τραγική μοίρα του βασιλιά των Μυκηνών. Την πιθανότητα αυτή την υπαινίσσεται προκαταβολικά ο Δίας στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας, υπενθυμίζοντας το αποτρεπτικό παράδειγμα του Αιγίσθου, ο οποίος έσμιξε παράνομα με την Κλυταιμνήστρα, σκότωσε βάναυσα τον Αγαμέμνονα, ώσπου τον αφάνισε η φονική εκδίκηση του Ορέστη. Το συντελεσμένο όμως αυτό παράδειγμα των Μυκηνών (Αγαμέμνονας-Αίγισθος-Κλυταιμνήστρα-Ορέστης) αναλογεί στο πιθανό παράδειγμα της Ιθάκης. Φτάνει οι μνηστήρες να μιμηθούν τον Αίγισθο, η Πηνελόπη να ενδώσει στις ερωτικές ορέξεις τους, και ο Τηλέμαχος να αντιγράψει τον εκδικητικό ρόλο του Ορέστη. Η πιθανή αυτή αναλογία επαναλαμβάνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε κομβικά σημεία του έπους και σαν μαύρο σύννεφο επισκιάζει συνεχώς τον νόστο του Οδυσσέα, ώσπου να διαλυθεί με τη μνηστηροφονία. Επομένως, ο νόστος του Οδυσσέα, κρατώντας τα δικά του διακριτικά χαρακτηριστικά, παραπέμπει και στους άλλους τυπικούς νόστους που φιλοξενεί το έπος της Οδύσσειας· κατά κάποιον τρόπο τους συναιρεί και γίνεται έτσι αντιπροσωπευτικός φορέας όλων των νόστων.

Στα αφηγηματικά εξάλλου κατορθώματα της πλοκής στην Οδύσσεια ανήκει και ο τρόπος που χειρίζεται ο ποιητής τόσο τους διακεκριμένους χρόνους του έπους του όσο και τους διακεκριμένους χώρους του. Η Οδύσσεια, διαφορετικά από την Ιλιάδα, δεν ρέει σε συνεχή χρόνο. Ο ποιητικός της χρόνος μοιράζεται στα δύο: στο αφηγηματικό της παρόν, που το δραστικό μέρος του παραμένει ολιγοήμερο, και στο αφηγηματικό του παρελθόν, που αποδεικνύεται μακρόχρονο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση αναγνωρίζεται στη σύνθεση των δύο αυτών χρόνων, καθώς ο μακρός χρόνος εισχωρεί («εγκιβωτίζεται», όπως λέμε) στον μικρό χρόνο μαζί με το αφηγηματικό του περιεχόμενο.Η μέθοδος αυτή συνεπάγεται μια πρώτη διήγηση που αρχίζει στη μέση, σε κάποιο δηλαδή κρίσιμο σημείο του αφηγηματικού παρόντος. Αλλά, καθώς προχωρεί, οπισθοδρομεί, για να δώσει τη θέση της σε μια δεύτερη διήγηση, που αναφέρεται τώρα στο ποιητικό παρελθόν· πρόκειται για τη μακρά διήγηση των «Μεγάλων Απολόγων», που την αναλαμβάνει ο ίδιος ο Οδυσσέας στις ραψωδίες ι-μ. Μεσολαβούν τα οκτώ και κάτι χρόνια της καθήλωσης του ήρωα στο νησί της Καλυψώς. Και αυτά ανήκουν στο ποιητικό παρελθόν του έπους, εκτός από τις δύο τελευταίες μέρες, που μεταφέρονται στο ποιητικό παρόν και στις οποίες η Καλυψώ υπακούει στην εντολή του Δία, με εντολοδόχο θεό τον Ερμή, ελευθερώνει επιτέλους τον Οδυσσέα από τα ερωτικά της θέλγητρα και τον προπέμπει στον καθυστερημένο του νόστο, βοηθώντας και στην κατασκευή της σχεδίας του. Πρόκειται για την αφήγηση στο πρώτο μισό της πέμπτης ραψωδίας.

Το δεύτερο μισό, που ανήκει επίσης στο ποιητικό παρόν, αφιερώνεται στο έσχατο συντριπτικό ναυάγιο του ήρωα, που θα τον φέρει τελικά εξοντωμένο στις ακτές της Σχερίας. Έτσι πλέκεται το χρονικό δίχτυ της Οδύσσειας, όσο ακόμη εκκρεμεί ο εξωτερικός νόστος του πρωταγωνιστή της και αναβάλλεται η επιστροφή του στην Ιθάκη. Συνήθως γίνεται λόγος για αναδρομική διήγηση, που καθιέρωσε το τέχνασμα του φλας μπακ. Στην πραγματικότητα όμως αλλού βρίσκεται η πρωτοτυπία της χρονικής αυτής αναδρομής: πραγματοποιείται σε ενδιάμεσο σταθμό, στο νησί των Φαιάκων, και όχι, όπως θα περιμέναμε, στην Ιθάκη. Έτσι όμως φτάσαμε στο θέμα των διακεκριμένων χώρων της Οδύσσειας, που είναι τρία νησιά.Αφηγηματικά προηγείται το νησί της Καλυψώς, απόμακρος και απόκοσμος ειδυλλιακός τόπος ερωτικής απομόνωσης του Οδυσσέα, όπου παίζονται η ίδια η ανθρώπινή του φύση, η συζυγική του πίστη και βεβαίως η επιστροφή του στην Ιθάκη. Το δέλεαρ, όπως είπαμε, της Καλυψώς προς τον θνητό εραστή της είναι η προσφορά αγηρασίας και αθανασίας, με αντάλλαγμα την προτίμηση της λήθης αντί της επίμονης και βασανιστικής μνήμης. Τελικά ο ήρωας, με τη μεσολάβηση των θεών (της Αθηνάς κυρίως), αποδεσμεύεται από τον ληθαργικό κλοιό της Καλυψώς και επιστρέφει στην περιπέτεια του νόστου του, μόνος τώρα και δίχως εταίρους, καθώς όλοι τους έχουν αφανιστεί εδώ και χρόνια, μετά την ασέβειά τους στο νησί της Θρινακίας, όπου έσφαξαν και έφαγαν τα ιερά γελάδια του Ήλιου.

Ο δρόμος ωστόσο για την Ιθάκη εμποδίζεται ακόμη από τον θυμωμένο Ποσειδώνα, ο οποίος συντρίβει τη σχεδία του Οδυσσέα και τον αφήνει στο έλεος μιας ανελέητης καταιγίδας ανάμεσα σε θεόρατα κύματα. Παρά ταύτα, ο ήρωας σώζεται με το μαγνάδι της θαλασσινής Ινώς και, αναπλέοντας τις εκβολές ενός θεϊκού ποταμού, βγαίνει στη θαμνώδη στεριά της Σχερίας, όπου και πέφτει εξαντλημένος σε βαθύ ύπνο. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: την άλλη μέρα, συγκινημένη μαζί του η Ναυσικά, κόρη του βασιλιά, οδηγεί τον Οδυσσέα με ασφάλεια στο βασιλικό παλάτι, όπου γενναιόδωρα τον υποδέχονται ο Αλκίνοος και η Αρήτη, τον συστήνουν στους Φαίακες, του προσφέρουν πλούσια δώρα ξενίας και του εξασφαλίζουν την προπομπή του με το μαγικό τους πλοίο. Εκεί, μπροστά στους Φαίακες, ύστερα από απαίτηση του Αλκινόου, αποκαλύπτει ο Οδυσσέας την ταυτότητά του και μαγεύει τους ακροατές του με τη διήγηση των «Απολόγων» του.Αν ο εξωτικός και ληθαργικός παράδεισος της Ωγυγίας συστήνει τον μεγάλο ερωτικό πειρασμό, τον οποίο, όψιμα έστω, αφήνει πίσω του ο Οδυσσέας, το νησί των Φαιάκων, σε σύγκριση προς το προπολιτισμικό νησί της Καλυψώς, είναι τόσο πολιτισμένο, που μοιάζει σχεδόν με πολιτισμική ουτοπία. Προσφέρεται επομένως, με τους αθλητικούς του αγώνες, με τους χορούς και με τα τραγούδια του τυφλού αοιδού Δημοδόκου, όσο κανένας άλλος τόπος, όχι μόνο για να διηγηθεί ο Οδυσσέας τα πάθη του νόστου του, αλλά και για να επιδείξει την αφηγηματική του δεξιοτεχνία, αντάξια ενός έμπειρου αοιδού-ραψωδού. Εντοπισμένοι λοιπόν οι «Μεγάλοι Απόλογοι» στη Σχερία, βρίσκουν την πιο πρόσφορη υποδοχή τους, που ασφαλώς δεν θα την είχαν στην Ιθάκη.

Η Ιθάκη (το τρίτο νησί που προβάλλεται στο αφηγηματικό παρόν της Οδύσσειας) είναι ακριβώς, σε αντίθεση τόσο προς την Ωγυγία όσο και προπαντός προς τη Σχερία, ένας χώρος όχι μόνο οδυνηρά πραγματικός αλλά και με διασαλευμένη, εξαιτίας των μνηστήρων, την ηθική και πολιτική του τάξη. Την αποκατάσταση της χαμένης αυτής τάξης συστήνει η Αθηνά στον νεαρό Τηλέμαχο στο πλαίσιο της πρώτης ραψωδίας, αλλά το δυσκατόρθωτο αυτό κατόρθωμα ανήκει στον ίδιο τον Οδυσσέα, που το πραγματοποιεί, με τη βοήθεια και του Τηλεμάχου, προοδευτικά στο δεύτερο μισό του έπους. Εντούτοις, ακόμη και μετά τη συντελεσμένη μνηστηροφονία η Ιθάκη κινδυνεύει από την εκδικητική στάση των Ιθακησίων, η οποία μόλις στην έξοδο του έπους κατευνάζεται, και επιτέλους το νησί του νόστου, με την παρέμβαση του Δία και της Αθηνάς, ηρεμεί. Επομένως, ο χρόνος της Οδύσσειας είναι διπλός και ο χώρος της τριπλός. Σ᾽ αυτό το πεντάγραμμο της οδυσσειακής πλοκής εγγράφεται ο μύθος του έπους.
Δ. Ν. Μαρωνίτης

FACEBOOK | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ |

Copyright © 2017. All Rights Reserved.