ΠΙΣΩ

Οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου 1943. Δημιούργησαν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη, προκειμένου να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατάφερε, παραπλανώντας τους, να κατευνάσει ο Γερμανός Διοικητής Ebersberger, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται κανείς να πάθει τίποτε και ότι ο στόχος τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών. Προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Κερπινής.

Στις 12 Δεκεμβρίου οι Γερμανοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να αποχωρήσουν την επομένη. Το πρωί τις 13ης Δεκεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, πριν καλά καλά ξημερώσει,…
χτύπησαν τις καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο Δημοτικό Σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας.

Στο κτίριο του σχολείου έγινε ο χωρισμός και ο αποχωρισμός. Τα γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο σχολείο και οι άνδρες από 14 χρονών και πάνω οδηγήθηκαν σε φάλαγγες στην κοντινή Ράχη του Καππή (σήμερα Τόπος Θυσίας). Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιλεγμένος. Η αμφιθεατρική του διαμόρφωση δεν θα επέτρεπε σε κανένα να γλιτώσει. Οι Καλαβρυτινοί ήταν αναγκασμένοι να βλέπουν τις περιουσίες τους, τα σπίτια και ολόκληρη την πόλη, να καίγονται και μαζί τους να παραδίδονται στη φωτιά οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά τους που ήταν έγκλειστα στο κτίριο του Σχολείου, το οποίο φρουρούσαν πάνοπλοι στρατιώτες.

Ο Γερμανός Διοικητής, για να καθησυχάσει και να παραπλανήσει τους συγκεντρωμένους, έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι δεν πρόκειται να τους σκοτώσουν.

Ολόκληρη η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες.

Την ίδια στιγμή ο Οδοντωτός κατηφόριζε κατάφορτος με τις σοδιές από το πλιάτσικο των Γερμανών στα σπίτια, στα μαγαζιά και στις αποθήκες, από όπου άρπαξαν ό,τι πολύτιμο υπήρχε. Μαζί και τα χρήματα και τα αποθέματα των Τραπεζών και των Δημοσιών Υπηρεσιών, αφού προηγουμένως ανάγκασαν τους Διευθυντές να τα παραδώσουν. Από το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», με μια πράσινη και ύστερα μια κόκκινη φωτοβολίδα, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θέρισαν τους Καλαβρυτινούς. Ακολούθησε η χαριστική βολή που ολοκλήρωσε το έγκλημα.

Αλιευθέν στο http://krasodad.blogspot.gr/

Ο Κωνσταντίνος Θ’, 1042 – 1055 Ο Μονομάχος – ο οποίος από την απομόνωση της εξορίας βρέθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο να συμβασιλεύει με τις δύο γηραλέες αυτοκράτειρες (Ζωή και Θεοδώρα), καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Κατά τον Ζωναρά, ο Μονομάχος υπήρξε την ώραν υπέρλαμπρος, ωραίος σαν τον Αχιλλέα, χωρίς όμως να διαθέτει και κάποια από τις αρετές του ομηρικού ήρωα. Υπήρξε άνθρωπος εύθυμος, ομιλητικός, εκλεπτυσμένος, ευγενικός και συμπαθητικός. Αγαπούσε τις χαρές και τις απολαύσεις της ζωής και διακατέχονταν από τη διακαή επιθυμία να ζήσει βίον φιλήδονον και απολαυστικόν (Μιχαήλ Ψελλός). Προκειμένου να πραγματοποιήσει αυτές τις επιθυμίες του, κατασπαταλούσε το δημόσιο χρήμα με πλήρη ασυνειδησία. Συγχρόνως, διασπάθιζε το δημόσιο χρήμα σε γενναίες παροχές προς τους ευνοούμενους και προς τις ευνοούμενες.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Θ΄ΜΟΝΟΜΑΧΟ

H ευημερία και η παντοδυναμία του βυζαντινού κράτους κατά τη βασιλεία της μακεδονικής δυναστείας μετατράπηκε σταδιακά σε περίοδο κρίσης. Κύρια αιτία στάθηκε η έλλειψη ισχυρής Συνεχίστε την ανάγνωση

Πώς έπληξε η βόμβα το μνημείο του παγκόσμιου πολιτισμού για να το μάθει και ο ανιστόρητος Αλβανός πρωθυπουργός

Του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr
Ο Αλβανός πρωθυπουργός είχε γράψει τον περασμένο Νοέμβρη, ότι μια γκραβούρα μας θυμίζει ότι το μνημείο στην Ακρόπολη, ο Παρθενών, «αν είναι ακόμα ζωντανό προς χάρη του κόσμου και της κοινότητας του, αυτό οφείλεται στο κουράγιο και το όραμα του αλβανού αρχιεπισκόπου της Αθήνας Γκιέργκι Ντουσχαμάνιτ, ο οποίος το 1686 διαπραγματεύθηκε με τον βενετσιάνικο στόλο του Φραντσίσκο Μοροζίνι να μην βομβαρδισθεί η πόλη, παρ’ ότι εκεί βρισκόταν η τουρκική φρουρά… Συνεχίστε την ανάγνωση